Παπαϊωάννου Στάλω ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)4 ΑΑΔ 847 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων
(2008)4 ΑΑΔ 847 7 Οκτωβρίου, 2008 [ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 KAI 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΣΤΑΛΩ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Αιτήτρια, v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ' ης η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 419/2007) Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Επανεξέταση της πλήρωσης θέσης, μετά από ακυρωτική δικαστική απόφαση ― Η ορθή ακολουθητέα πορεία, σύμφωνα με το νέο Άρθρο 34Α του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αρ. 1/
- Δημόσιοι Υπάλληλοι ― Διορισμοί/Προαγωγές ― Η αναιτιολόγητη σύσταση του Διευθυντή ― Περιστάσεις, υπό τις οποίες κρίθηκε εύλογα επιτρεπτή η παραγνώρισή της στην εξετασθείσα υπόθεση. Δεδικασμένο ― Δεδικασμένο από ακυρωτική απόφαση ― Δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις δημιουργίας του στην κριθείσα περίπτωση. Η αιτήτρια προσέφυγε κατά της αναδρομικής, λόγω επανεξέτασης, επιλογής του ενδιαφερομένου μέρους για πλήρωση της θέσης Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισε ότι:
- Είναι σαφές από το Άρθρο 34Α, εδάφια
(1)και
(3)του Ν.1/90, αλλά και από τη νομολογία, ότι η επανεξέταση, σε συμμόρφωση με ακυρωτική απόφαση, γίνεται με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης της ακυρωθείσας απόφασης, πάντοτε, όμως, υπό το φως των όσων έχουν κριθεί στην ακυρωτική απόφαση με την οποία η συμμόρφωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η ακυρωτική απόφαση, με την οποία έπρεπε να συμμορφωθεί η Ε.Δ.Υ., ήταν η απόφαση στην προσφυγή 1295/
- Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο τόνισε ότι θεωρούσε ως δεδομένο ότι ορθά διεξήχθη νέα προφορική εξέταση. Τούτων ούτως εχόντων, η Ε.Δ.Υ., κατά την επανεξέταση, συμμορφούμενη με την ακυρωτική απόφαση, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να λάβει υπόψή της τη δεύτερη προφορική εξέταση.
- Η Ε.Δ.Υ. δεν υιοθέτησε την, αναιτιολόγητη, σύσταση του Διευθυντή υπέρ της αιτήτριας, κατά την αρχική διαδικασία πλήρωσης της θέσης, για το λόγο ότι το ενδιαφερόμενο μέρος "αξιολογήθηκε ως Εξαίρετος από την ίδια, κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση, που έγινε κατά την προηγούμενη επανεξέταση του θέματος, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης και σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την ανθυποψήφιά του," και, επίσης, για το λόγο ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν αρχαιότερο της αιτήτριας, κατά τρία χρόνια, στην παρούσα θέση, δηλαδή τη θέση Βοηθού Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη 1ης Τάξης, ενώ, τόσο από πλευράς αξίας, όπως αυτή αντικατοπτριζόταν στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, όσο και από πλευράς προσόντων, το ενδιαφερόμενο μέρος δεν υστερούσε της αιτήτριας. Αυτό ήταν εύλογα επιτρεπτό.
- Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας, ότι με τις αποφάσεις της Ολομέλειας στις Α.Ε. 3487 και Α.Ε. 3488, δημιουργήθηκε δεδικασμένο, ότι η σύσταση του Διευθυντή δεν συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, αυτή δεν υποστηρίζεται από το κείμενο της απόφασης της Ολομέλειας.
- Η Ε.Δ.Υ., στις 7.9.2005, αξιολόγησε το ενδιαφερόμενο μέρος ως «εξαίρετο», τη δε αιτήτρια ως «πάρα πολύ καλή». Το γεγονός, ότι κατά την επανεξέταση αναφέρθηκε σε αξιολόγηση του ενδιαφερόμενου μέρους «σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την αιτήτρια», δεν αλλοιώνει την υπεροχή του ενδιαφερομένου μέρους στην προφορική εξέταση της 7.9.
- Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η Ε.Δ.Υ. για παραγνώριση της αναιτιολόγητης σύστασης του Γενικού Διευθυντή υπέρ της αιτήτριας, ήτοι, η αξιολόγηση του ενδιαφερόμενου μέρους σε ψηλότερο επίπεδο στην προφορική εξέταση της 7.9.2005, όπως και η υπεροχή του στην αρχαιότητα κατά τρία χρόνια, σε συνάρτηση με την ισότητά του έναντι της αιτήτριας από πλευράς αξίας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, όπως και από πλευράς προσόντων, συνιστούν επαρκή ειδική αιτιολογία. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. Προσφυγή. Α. Κωνσταντίνου, για την Αιτήτρια. Λ. Λάμπρου - Ουστά, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Καθ' ης η αίτηση. Α. Σ. Αγγελίδης και Κ. Χατζηιωάννου, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Cur. adv. vult. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, Δ.: Με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της 19.10.2001 προκηρύχθηκε η θέση Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής). Προσοντούχοι υποψήφιοι ήταν μόνο η Στάλω Παπαϊωάννου και ο Σπύρος Κόκκινος. Υπηρετούσαν και οι δύο στο Τμήμα, στη θέση Βοηθού Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, 1ης Τάξης. Σε βαθμολογημένη αξία, οι δύο υποψήφιοι ήταν ισοδύναμοι με την ίδια εξαίρετη εικόνα. Σε προσόντα, ο Σπύρος Κόκκινος κατείχε πτυχίο Νομικής, Ελληνικού Πανεπιστημίου και πιστοποιητικό από Αγγλικό Πανεπιστήμιο ότι παρακολούθησε τα μαθήματα μεταπτυχιακού κλάδου LL.M. Η Στάλω Παπαϊωάννου κατείχε πτυχίο Νομικής, Αγγλικού Πανεπιστημίου, και τίτλο Barrister. Ήταν και οι δύο εγγεγραμμένοι ως δικηγόροι, ο Σπύρος Κόκκινος από το 1982 και η Στάλω Παπαϊωάννου από το
- Σε αρχαιότητα, ο Σπύρος Κόκκινος είχε προβάδισμα. Διορίστηκε στη θέση Βοηθού Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη 2ης Τάξης την 1.9.1986 και 1ης Τάξης την 1.9.1989 ενώ για την περίπτωση της Στάλως Παπαϊωάννου, η οποία ακολούθησε την ίδια σταδιοδρομία, οι αντίστοιχες ημερομηνίες ήταν η 2.7.1990 και 1.10.
- Στις 2.1.2002 η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (η Ε.Δ.Υ.) διεξήγαγε προφορική εξέταση στην οποία αξιολόγησε το Σπύρο Κόκκινο ως «σχεδόν πολύ καλό» και τη Στάλω Παπαϊωάννου ως «σχεδόν εξαίρετη». Ο Γενικός Διευθυντής, ως Προϊστάμενος του Τμήματος, σύστησε τη Στάλω Παπαϊωάννου χωρίς να αιτιολογήσει τη σύστασή του. Τελικά, η Ε.Δ.Υ., με απόφασή της ημερομηνίας 2.1.2002, επέλεξε τη Στάλω Παπαϊωάννου και την προήγαγε στη θέση διότι, καθώς εξήγησε, αυτή (α) χαρακτηρίστηκε «σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο» στην προφορική εξέταση· (β) διέθετε τη σύσταση του Διευθυντή· (γ) ήταν κάτοχος του τίτλου barrister «ο οποίος αν και δεν απαιτείται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, ούτε αποτελεί πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν, εντούτοις έχει σχέση με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης και προσδίδει στην επιλεγείσα ευχέρεια για εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης με μεγαλύτερη επιτυχία»· και (δ) με δεδομένο ότι επρόκειτο για διευθυντική θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής, η αρχαιότητα του Σπύρου Κόκκινου είχε μόνο περιορισμένη σημασία και δεν μπορούσε να ανατρέψει «τη γενική υπεροχή» της Στάλως Παπαϊωάννου. Ο Σπύρος Κόκκινος προσέβαλε την απόφαση της Ε.Δ.Υ. με την προσφυγή αρ. 166/
- Στις 11.7.2002 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε πρωτοδίκως ακυρωτική απόφαση. Έκρινε (α) ότι εσφαλμένα η Ε.Δ.Υ. θεώρησε τον τίτλο barrister της Στάλως Παπαϊωάννου ως πρόσθετο προσόν αφού, όπως και το πτυχίο νομικής του Σπύρου Κόκκινου, δεν αποτελούσε παρά μόνο εναλλακτικό απαιτούμενο προσόν· (β) ότι ο Σπύρος Κόκκινος δεν υστερούσε σε προσόντα αφού είχε ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και, επομένως, αυτό επαύξανε τις νομικές του γνώσεις και αντιστάθμιζε τα περισσότερα ακαδημαϊκά προσόντα της Στάλως Παπαϊωάννου· (γ) ότι η Ε.Δ.Υ. έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στο αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης αφού, όσο και αν η νομολογία επιτρέπει τέτοια βαρύτητα για υψηλόβαθμες θέσεις, η νομολογία επίσης δείχνει ότι αυτό δεν ισχύει σε περιπτώσεις όπου υποψήφιος, με λιγότερο καλό αποτέλεσμα, υπερέχει σε αρχαιότητα και δεν υστερεί σε αξία, στη δε προκείμενη περίπτωση ο Σπύρος Κόκκινος δεν υστερούσε ούτε σε προσόντα. Ασκήθηκαν εφέσεις: η Α.Ε. 3487 από τη Δημοκρατία, με αντέφεση από το Σπύρο Κόκκινο, και η Α.Ε. 3488 από τη Στάλω Παπαϊωάννου. Η Ολομέλεια, με απόφασή της ημερομηνίας 13.6.2005,
(2005)3 Α.Α.Δ. 199, έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να γινόταν σύγκριση ακαδημαϊκών προσόντων και νομικής γνώσης των υποψηφίων διότι αυτά «ήταν στοιχεία που προφανώς λήφθηκαν υπόψη κατά τον πρώτο τους διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία στη θέση Βοηθού Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου και αποτέλεσαν κριτήριο που οδήγησε στο διορισμό τους», ενώ, με βάση τα προσόντα τα οποία σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας απαιτούντο για προαγωγή, η Ε.Δ.Υ. όφειλε να εξέταζε «την ικανοποιητική υπηρεσία, την πλήρη γνώση της σχετικής νομοθεσίας, την επάρκεια γνώσης εμπορικής λογιστικής, την πρωτοβουλία και ικανότητα στη διεύθυνση Τμήματος, τη συμπεριφορά και σταθερότητα προς το κοινό και τον έλεγχο κατώτερου προσωπικού». Υποδείχθηκε, επίσης, ότι, με δεδομένη την ισοδυναμία των υποψηφίων σε βαθμολογημένη αξία, η Ε.Δ.Υ. θα έπρεπε να λάμβανε υπόψη, από την μια μεριά το αποτέλεσμα της προφορικής εξέτασης στην οποία η Στάλω Παπαϊωάννου έκαμε καλύτερη εντύπωση όπως και την υπέρ της σύσταση του Προϊσταμένου, και από την άλλη μεριά την αρχαιότητα του Σπύρου Κόκκινου όπως και «το γεγονός της κατά πολύ μεγαλύτερης πείρας του ... στην άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, κάτι που .. επαυξάνει τις γνώσεις του υποψηφίου στα νομικά». Τέλος, επί της αντέφεσης, η Ολομέλεια θεώρησε ότι δεν υπήρχε πλημμέλεια είτε σε σχέση με την προφορική εξέταση είτε σε σχέση με τη σύσταση του Προϊσταμένου. Συνακόλουθα, απορρίφθηκαν, τόσο οι εφέσεις όσο και η αντέφεση. Κατά την επανεξέταση, στις 7.9.2005, η σύνθεση της Ε.Δ.Υ. άλλαξε. Επομένως, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη η εντύπωση την οποία η προηγούμενη σύνθεση είχε σχηματίσει αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Στο ίδιο διάστημα, ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Νόμος του 2005 (Ν.105(Ι)/05) κατέστησε υποχρεωτική την προφορική εξέταση σε διαδικασία με βάση το Άρθρο 34 του Νόμου, το εδάφιο
(8)του οποίου αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο νέο: «
(8)Η Επιτροπή, πριν κάμει την τελική επιλογή, καλεί σε προφορική εξέταση τους υποψήφιους οι οποίοι συστήθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, καθώς και οποιοδήποτε άλλο υποψήφιο που, κατά την αιτιολογημένη κρίση της, έπρεπε να ήταν στον κατάλογο αυτών που συστήθηκαν από τη Συμβουλευτική Επιτροπή: Νοείται ότι οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται και για τις διαδικασίες πλήρωσης θέσεων που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικού) Νόμου (Αρ. 3) του 2005 βρίσκονται σε εξέλιξη, καθώς και για τις διαδικασίες επανεξέτασης μετά από ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Η Ε.Δ.Υ. διεξήγαγε στις 7.9.2005, νέα προφορική εξέταση με τη βοήθεια, αυτή τη φορά, του νέου Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Μετά την εξέταση ο Γενικός Διευθυντής, προτού αποχωρήσει, εξέφρασε άποψη για την απόδοση των υποψηφίων και σύστησε για προαγωγή το Σπύρο Κόκκινο. Τελικά, η Ε.Δ.Υ., αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση, έκρινε το Σπύρο Κόκκινο ως «εξαίρετο» και τη Στάλω Παπαϊωάννου ως «πάρα πολύ καλή». Δεδομένου δε ότι ο Σπύρος Κόκκινος είχε και τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή, η Ε.Δ.Υ. τον επέλεξε και τον προήγαγε στη θέση ως γενικά υπερέχοντα. Αιτιολόγησε την απόφασή της ως εξής: «Επιλέγοντας τον Κόκκινο Σπύρο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι αυτός αξιολογήθηκε ως Εξαίρετος από την ίδια, κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης και σε υψηλότερο επίπεδο από την ανθυποψήφιά του, η οποία έχει αξιολογηθεί ως Πάρα πολύ καλή, δεν υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων πέντε, προ του ουσιώδους χρόνου, ετών, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, αξιολογηθείς ως καθόλα εξαίρετος, υπερέχει σημαντικά σε αρχαιότητα, κατά τρία χρόνια στην παρούσα θέση, και, επιπλέον, δεν υστερεί σε προσόντα, και διαθέτει την υπέρ του σύσταση του Γενικού Διευθυντή.» Η Στάλω Παπαϊωάννου προσέβαλε τη νέα απόφαση της Ε.Δ.Υ. με την προσφυγή 1259/2005. Την 31.1.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση Παπαϊωάννου ν. Δημοκρατίας
(2007)4 Α.Α.Δ.
- Έκρινε ότι ευσταθούσαν δύο λόγοι ακυρώσεως, ήτοι (α) ότι υπήρχε έλλειψη δέουσας έρευνας της Ε.Δ.Υ. ως προς απαιτούμενα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας και (β) ότι εσφαλμένα, κατά την επανεξέταση, κλήθηκε και έδωσε νέες συστάσεις ο νέος Γενικός Διευθυντής, ενώ η προηγούμενη σύσταση του τότε Γενικού Διευθυντή κρίθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως νόμιμη και σύμφωνη με τα στοιχεία των φακέλων. Με την ίδια απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε δύο άλλους λόγους ακυρώσεως που προβλήθηκαν από το δικηγόρο της Στάλως Παπαϊωάννου. Ο πρώτος λόγος ήταν ότι ο Γενικός Διευθυντής, αναρμόδια και παράνομα, συμμετείχε στη νέα προφορική εξέταση (7.9.2005) και ότι, επομένως, η αξιολόγηση στην οποία αυτός προέβη, θεωρώντας ως καλύτερο το Σπύρο Κόκκινο, ήταν άκυρη και ότι η προηγούμενη αξιολόγηση του τέως Γενικού Διευθυντή παρέμενε «νόμιμο στοιχείο του ουσιώδους χρόνου». Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας αυτό το λόγο, έκρινε ότι η αξιολόγηση στην οποία προέβη ο Γενικός Διευθυντής δεν αποτελούσε στοιχείο κρίσης αλλά μόνο βοήθεια προς την Ε.Δ.Υ. ώστε να μπορέσει καλύτερα η Ε.Δ.Υ. να σχηματίσει ιδία άποψη και, επομένως, δεν μπορούσε να γίνεται λόγος για διατήρηση της αξιολόγησης στην οποία προέβη ο τέως Γενικός Διευθυντής στην πρώτη προφορική εξέταση (2.1.2002). Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι δεν ήταν νόμιμη η εκ νέου, στις 7.9.2005, διεξαγωγή προφορικής εξέτασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο σ' αυτό το λόγο, είπε τα εξής: «Σημειώνω, παρενθετικά, και ότι στην απαντητική του αγόρευση ο συνήγορος της κας Παπαϊωάννου λαμβάνοντας αφορμή από κάποια επιχειρηματολογία του συνηγόρου της Δημοκρατίας και του συνηγόρου του κ. Κόκκινου, εισηγήθηκε και ότι δεν ήταν νόμιμη η εκ νέου διεξαγωγή προφορικής εξέτασης. Τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε με την προσφυγή και επομένως δεν εξετάζεται. Θεωρώ λοιπόν ως δεδομένο ότι ορθά διεξήχθη νέα προφορική εξέταση ..». Στις 15.2.2007 η Ε.Δ.Υ. επανεξέτασε το θέμα υπό το φως της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή 1259/
- Συμμορφούμενη με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ερεύνησε το ζήτημα της κατοχής μέρους των δύο υποψηφίων της πλήρους γνώσης της σχετικής νομοθεσίας και επαρκούς γνώσης εμπορικής λογιστικής, όπως προνοεί το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, και κατέληξε στην κρίση ότι και οι δύο υποψήφιοι είχαν πλήρη γνώση της σχετικής με το Τμήμα νομοθεσίας, καθώς και επαρκή γνώση εμπορικής λογιστικής. Ικανοποιούσαν, επίσης, την απαίτηση του Σχεδίου Υπηρεσίας «Πρωτοβουλία και ικανότης να διευθύνει το Τμήμα και να φέρεται με ευγένεια αλλά σταθερότητα προς τα μέλη του κοινού και να ελέγχει κατώτερο προσωπικό». Συμμορφούμενη με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη την υπέρ της Στάλως Παπαϊωάννου σύσταση του Γενικού Διευθυντή κατά την αρχική διαδικασία πλήρωσης της θέσης, στις 2.1.2002, για τους λόγους όμως που εξήγησε δεν την υιοθέτησε. Όσον αφορά την απόδοση των δύο υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση, η Ε.Δ.Υ. θεώρησε ότι η προφορική εξέταση που έγινε κατά την προηγούμενη επανεξέταση, στις 7.9.2005, παρέμεινε έγκυρο στοιχείο κρίσης και την έλαβε υπόψη. Στην προφορική αυτή εξέταση, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Σπύρος Κόκκινος βαθμολογήθηκε ως «εξαίρετος» ενώ η Στάλω Παπαϊωάννου ως «πάρα πολύ καλή». Τελικά, η Ε.Δ.Υ., για τους λόγους που εξήγησε, έκρινε ότι ο Σπύρος Κόκκινος υπερείχε της Στάλως Παπαϊωάννου και τον προήγαγε στη θέση, αναδρομικά από 15.1.
- Με την παρούσα προσφυγή, η Στάλω Παπαϊωάννου (αιτήτρια) επιδιώκει την ακύρωση της εκ νέου προαγωγής του Σπύρου Κόκκινου (ενδιαφερομένου μέρους) στη θέση. Προβάλλεται ως λόγος ακυρώσεως ότι "Η Ε.Δ.Υ. πεπλανημένα και κατά παράβαση της Νομοθεσίας, Νομολογίας και του δεδικασμένου, έλαβε υπόψη τη προφορική εξέταση που έγινε ενώπιον της την 7/9/2005, ενώ όφειλε να λάβει υπόψη τη προφορική εξέταση που έγινε στην αρχική διαδικασία, την 2/1/2002". Σύμφωνα με το δικηγόρο της αιτήτριας, με την ενέργειά της να μην λάβει υπόψη την πρώτη προφορική εξέταση, ήτοι εκείνη της 2.1.2002, αλλά να λάβει υπόψη τη δεύτερη προφορική εξέταση, ήτοι εκείνη της 7.9.2005, η Ε.Δ.Υ. παραβίασε τα εδάφια
(1)και
(3)του νέου Άρθρου 34Α του Νόμου 96(Ι)/1996 όπως, επίσης, τη νομολογία και το δεδικασμένο των αποφάσεων της Ολομέλειας στις Α.Ε. 3487 και Α.Ε. 3488 (
(2005)3 Α.Α.Δ. 199). Και τούτο διότι, η λήψη υπόψη της πρώτης προφορικής εξέτασης επιτρέπετο, πλέον, και μάλιστα, επιβάλλετο, από το Άρθρο 34Α
(3)του Νόμου 96(Ι)/1996 που επέτρεπε, πλέον, τη λήψη υπόψη προφορικής εξέτασης, που έγινε από την Ε.Δ.Υ. με άλλη σύνθεση, ως στοιχείου κρίσης του πραγματικού καθεστώτος του ουσιώδους χρόνου. Η λήψη υπόψη της πρώτης προφορικής εξέτασης επιβάλλετο, συνεχίζει η εισήγηση, και από το δεδικασμένο από την απόφαση της Ολομέλειας στις Α.Ε. 3487 και Α.Ε. 3488 γιατί και αυτό ήταν νόμιμο στοιχείο του ουσιώδους χρόνου. Με τον τρόπο που ενήργησε, καταλήγει η εισήγηση, η Ε.Δ.Υ. ζήμιωσε την αιτήτρια γιατί η πρώτη προφορική εξέταση την ευνοούσε ενώ η δεύτερη όχι. Συγκεκριμένα, στην πρώτη προφορική εξέταση η αιτήτρια αξιολογήθηκε «σχεδόν εξαίρετη», ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος ως «σχεδόν πολύ καλός», ενώ στη δεύτερη προφορική εξέταση η αιτήτρια αξιολογήθηκε «πάρα πολύ καλή», ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος ως «εξαίρετος». Στην πρώτη, δηλαδή, προφορική εξέταση η αιτήτρια υπερείχε του ενδιαφερομένου μέρους κατά δύο κλίμακες, ενώ στη δεύτερη προφορική εξέταση υστερούσε του ενδιαφερομένου μέρους κατά μία κλίμακα. Η εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα εδάφια
(1)και
(3)του Άρθρου 34Α έχουν ως εξής: "34Α.
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των Άρθρων 33 και 34 και τηρουμένων των διατάξεων των πιο κάτω εδαφίων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση ακύρωσης από το Ανώτατο Δικαστήριο απόφασης της Επιτροπής με την οποία αποφασίσθηκε ο διορισμός ή η προαγωγή υπαλλήλου σε θέση Πρώτου Διορισμού ή Πρώτου Διορισμού και Προαγωγής, η Επιτροπή επανεξετάζει την ακυρωθείσα απόφαση με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης της ακυρωθείσας απόφασης και τα όσα έχουν κριθεί στην ακυρωτική απόφαση:"
(2).........................
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), κατά την επανεξέταση μιας ακυρωθείσας απόφασης θεωρείται μέρος του πραγματικού καθεστώτος και λαμβάνεται υπόψη η κρίση που αποκόμισαν η Επιτροπή και η Συμβουλευτική Επιτροπή κατά την προφορική εξέταση που τυχόν έγινε πριν εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση τους, ανεξάρτητα αν, στο μεταξύ, έχει αλλάξει η σύνθεση τους: .................................". (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Είναι σαφές από τα πιο πάνω άρθρα, αλλά και από τη νομολογία, ότι η επανεξέταση, σε συμμόρφωση με ακυρωτική απόφαση, γίνεται με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της λήψης της ακυρωθείσας απόφασης, πάντοτε, όμως, υπό το φως των όσων έχουν κριθεί στην ακυρωτική απόφαση με την οποία η συμμόρφωση. Στην προκείμενη περίπτωση, η ακυρωτική απόφαση, με την οποία έπρεπε να συμμορφωθεί η Ε.Δ.Υ., ήταν η απόφαση στην προσφυγή 1295/
- Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο τόνισε ότι θεωρούσε ως δεδομένο ότι ορθά διεξήχθη νέα προφορική εξέταση, ήτοι η δεύτερη προφορική εξέταση της 7.9.2005, καθότι, όπως είπε, αν και στην απαντητική του αγόρευση ο δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι δεν ήταν νόμιμη η εκ νέου διεξαγωγή προφορικής εξέτασης στις 7.9.2005, εν τούτοις, "τέτοιο ζήτημα δεν τέθηκε με την προσφυγή και επομένως δεν εξετάζεται". Είπε, δηλαδή, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στη νομιμότητα της δεύτερης προφορικής εξέτασης της 7.9.2005, ότι, αφ' ης στιγμής δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος ακυρώσεως, η νομιμότητά της ήταν δεδομένη. Τούτων ούτως εχόντων, η Ε.Δ.Υ., κατά την επανεξέταση, συμμορφούμενη με την ακυρωτική απόφαση, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να λάβει υπόψή της τη δεύτερη προφορική εξέταση 7.9.
- Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας για παραβίαση του δεδικασμένου των αποφάσεων της Ολομέλειας στις Α.Ε. 3487 και Α.Ε. 3488, σημειώνω ότι το μοναδικό δεδικασμένο που προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις είναι όσα έχω ήδη παραθέσει, περιληπτικά, και τίποτε περισσότερο. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ακυρώσεως ότι "Η Ε.Δ.Υ. πεπλανημένα και παράτυπα παρεγνώρισε την σύσταση του Γενικού Διευθυντή υπέρ της Αιτήτριας, προβάλλοντας λόγους που παραβιάζουν το δεδικασμένο και τη Νομολογία". Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ε.Δ.Υ. έχει ως εξής: "Επιλέγοντας τον Κόκκινο Σπύρο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι αυτός αξιολογήθηκε ως Εξαίρετος από την ίδια, κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση που έγινε κατά την προηγούμενη επανεξέταση του θέματος, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης και σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την ανθυποψήφιά του, δεν υστερεί σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων πέντε, προ του ουσιώδους χρόνου, ετών, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, αξιολογηθείς ως καθόλα εξαίρετος, υπερέχει έναντι της υποψήφιάς του σε αρχαιότητα κατά τρία χρόνια στην παρούσα θέση και, επιπλέον, δεν υστερεί από αυτή σε προσόντα. Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την υπέρ της Παπαϊωάννου σύσταση του Γενικού Διευθυντή, κατά την αρχική διαδικασία πλήρωσης της θέσης, δεδομένου, όμως, των όσων κυρίως αναφέρονται πιο πάνω, καθώς και του γεγονότος ότι η σύσταση δεν υποστηρίζεται από τα ενώπιον της Επιτροπής στοιχεία, η Επιτροπή δεν μπορεί να την υιοθετήσει. Καταλήγοντας στη μη υιοθέτηση της αρχικής σύστασης του Γενικού Διευθυντή υπέρ της Παπαϊωάννου Στάλως, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας έλαβε υπόψη την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ιφιγένεια Πετροκώστα ν. Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, Υπόθεση Αρ. 988/01, απόσπασμα της οποίας παρατίθεται πιο κάτω: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την κ. Πετροκώστα εισηγείται κατ' αρχή ότι η σύσταση του Διευθυντή ήταν τρωτή ως συγκρουόμενη με τα στοιχεία των φακέλων. Ο κ. Κωνσταντίνου δέχεται ότι το Άρθρο 34
(9)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν.1/90) δεν απαιτεί να είναι αιτιολογημένη η σύσταση του Διευθυντή, παρατηρεί όμως, ορθά, παραπέμποντας και στη σχετική νομολογία, ότι τούτο δεν σημαίνει ότι η σύσταση μπορεί να είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων. Η εισήγηση του κ. Κωνσταντίνου έχει και μια άλλη πτυχή, ότι, μια σύσταση που είναι τόσο λακωνική και μη εμπεριέχουσα αιτιολογία όπως στην προκείμενη περίπτωση που ο Γενικός Διευθυντής είπε απλώς ότι συστήνει τον κ. Μιχαήλ, μόνο σχεδόν μηδαμινή σημασία μπορεί να έχει. Αναφέρεται επί τούτου στα λεχθέντα από το Νικολάου Δ., στην υπόθεση Παρέλλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)4(Β) Α.Α.Δ. 1432, τα οποία, θεωρώντας ότι περιέχουν την par excellence άποψη της νομολογιακής αρχής ακολουθώ.»" Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι η Ε.Δ.Υ. δεν υιοθέτησε την, αναιτιολόγητη, όπως έχω ήδη αναφέρει, σύσταση του Διευθυντή υπέρ της αιτήτριας, κατά την αρχική διαδικασία πλήρωσης της θέσης, για το λόγο ότι το ενδιαφερόμενο μέρος "αξιολογήθηκε ως Εξαίρετος από την ίδια, κατά την ενώπιόν της προφορική εξέταση που έγινε κατά την προηγούμενη επανεξέταση του θέματος, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης και σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την ανθυποψήφιά του," και, επίσης, για το λόγο ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν αρχαιότερο της αιτήτριας, κατά τρία χρόνια, στην παρούσα θέση, δηλαδή τη θέση Βοηθού Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη 1ης Τάξης, ενώ, τόσο από πλευράς αξίας, όπως αυτή αντικατοπτριζόταν στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, όσο και από πλευράς προσόντων, το ενδιαφερόμενο μέρος δεν υστερούσε της αιτήτριας. Αυτό ήταν εύλογα επιτρεπτό. Όσον αφορά την εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας ότι, με τις αποφάσεις της Ολομέλειας στις Α.Ε. 3487 και Α.Ε. 3488, δημιουργήθηκε δεδικασμένο ότι η σύσταση του Διευθυντή δεν συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων, παρατηρώ ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από το κείμενο της απόφασης της Ολομέλειας. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας έχει ως εξής: "Ο Γενικός Διευθυντής αξιολόγησε τον αιτητή ως σχεδόν πολύ καλό και το Ε.Μ. ως σχεδόν εξαίρετη. Είναι, έτσι, πρόδηλο ότι η σύσταση του στηρίχθηκε στο σύνολο των κριτηρίων, προσδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην προφορική εξέταση και περιορισμένη σημασία στην αρχαιότητα, κάτι που εύλογα μπορούσε να πράξει. Έτσι, δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης της σύστασης με τα στοιχεία των φακέλων." Από το απόσπασμα αυτό προκύπτει ότι η θέση της Ολομέλειας ότι δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης της σύστασης του Γενικού Διευθυντή με τα στοιχεία των φακέλων στηρίχθηκε, κατά κύριο λόγο, στην απόδοση των δύο υποψηφίων στην πρώτη προφορική εξέταση, δηλαδή της αιτήτριας τώρα και του ενδιαφερόμενου μέρους τότε και του ενδιαφερόμενου μέρους τώρα και της αιτήτριας τότε, όταν, δηλαδή, η αιτήτρια αξιολογήθηκε «σχεδόν εξαίρετη» ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος «σχεδόν πολύ καλός». Στηρίχθηκε, με άλλα λόγια, η θέση της Ολομέλειας στην απόδοση των υποψηφίων στην πρώτη προφορική εξέταση, της 2.1.2002, όπου η αιτήτρια αξιολογήθηκε σε ψηλότερο επίπεδο από το ενδιαφερόμενο μέρος. Στην παρούσα διαδικασία, ενώπιον της Ε.Δ.Υ. βρισκόταν πλέον η απόδοση των υποψηφίων στη δεύτερη προφορική εξέταση, της 7.9.2005, όπου η αιτήτρια αξιολογήθηκε σε χαμηλότερο επίπεδο από το ενδιαφερόμενο μέρος. Εφόσον, επομένως, ενώπιον της Ολομέλειας δεν βρίσκονταν τα γεγονότα της δεύτερης διαδικασίας, δηλαδή το ενδιαφερόμενο μέρος να υπερέχει της αιτήτριας στην προφορική εξέταση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί δεδικασμένου ότι η σύσταση του Διευθυντή δεν συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων. Από τη στιγμή, δηλαδή, που η κατάληξη της Ολομέλειας στην Α.Ε. 3487 ότι "δεν τίθεται θέμα σύγκρουσης της σύστασης με τα στοιχεία των φακέλων" στηρίχθηκε, κατά κύριο λόγο, στην αξιολόγηση του τότε Γενικού Διευθυντή, αξιολόγηση που δε διατηρήθηκε μετά την απόφαση στην Προσφυγή 1259/2005, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δεδικασμένο εφόσον διαφοροποιήθηκε η βάση επί της οποίας στηρίχθηκε η υπό συζήτηση διαπίστωση στην απόφαση της Ολομέλειας στην Α.Ε. 3487. Άλλος λόγος ακυρώσεως που προβάλλεται είναι ότι η Ε.Δ.Υ. πλανήθηκε ως προς τη διαφορά μεταξύ των δύο υποψηφίων στην προφορική εξέταση. Σύμφωνα με το δικηγόρο της αιτήτριας η κρίση της Ε.Δ.Υ. ότι το ενδιαφερόμενο μέρος αξιολογήθηκε "σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την αιτήτρια", συγκρούεται με τη νομολογία. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Η Ε.Δ.Υ., στις 7.9.2005, αξιολόγησε το ενδιαφερόμενο μέρος ως «εξαίρετο», τη δε αιτήτρια ως «πάρα πολύ καλή». Το γεγονός ότι, κατά την επανεξέταση, αναφέρθηκε σε αξιολόγηση του ενδιαφερόμενου μέρους «σε αρκετά υψηλότερο επίπεδο από την αιτήτρια» δεν αλλοιώνει την υπεροχή του ενδιαφερομένου μέρους στην προφορική εξέταση της 7.9.2005. Προβάλλεται, επίσης, ως λόγος ακυρώσεως ότι η απόφαση της Ε.Δ.Υ. να παραγνωρίσει τη σύσταση του Γενικού Διευθυντή υπέρ της αιτήτριας στερείται της αναγκαίας ειδικής αιτιολογίας και ή ότι η δοθείσα ειδική αιτιολογία είναι πεπλανημένη και ή κατά παράβαση της νομολογίας. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει η Ε.Δ.Υ. για παραγνώριση της αναιτιολόγητης σύστασης του Γενικού Διευθυντή υπέρ της αιτήτριας, ήτοι η αξιολόγηση του ενδιαφερόμενου μέρους σε ψηλότερο επίπεδο στην προφορική εξέταση της 7.9.2005, όπως και η υπεροχή του στην αρχαιότητα κατά τρία χρόνια, σε συνάρτηση με την ισότητά του έναντι της αιτήτριας από πλευράς αξίας, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις, όπως και από πλευράς προσόντων, συνιστά επαρκή ειδική αιτιολογία. Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.000 έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο