ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 2268/2006, 26 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 2268/2006) 26 Ιανουαρίου 2009 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΒΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αιτητής, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Κ. Χατζηπιέρας, για τον Αιτητή. Β. Χριστοφόρου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Προς αναθεώρηση τίθεται η απόφαση των καθ΄ ων (και συγκεκριμένα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών), όπως κοινοποιήθηκε στον αιτητή διά επιστολής ημερ. 11.9.06, η οποία περιείχε απόφαση για μη έκδοση πιστοποιητικού εγγραφής καθώς και απαγόρευση της μεταβίβασης του οχήματος υπ΄ αρ. KHK 166, λόγω του ότι δεν είχαν καταβληθεί οι τελεωνειακοί δασμοί από τον αιτητή. Τα συνοπτικά γεγονότα που οδήγησαν στην πιο πάνω απόφαση έχουν ως εξής. Το όχημα εισήχθηκε μεταχειρισμένο από εταιρεία στη Λεμεσό, πωλήθηκε δε σε κάποιο Michael Philip Kelly, στρατιωτικό των Αγγλικών Βάσεων Ακρωτηρίου, υπό το καθεστώς συνιδιοκτησίας με τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ και χωρίς την καταβολή τελωνειακών δασμών, δεδομένου ότι ως στρατιωτικός αυτός δικαιούτο πλήρης απαλλαγής από τους δασμούς. Το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής ημερ. 17.3.04 που εξέδωσε εκ μέρους των καθ΄ ων η Δέσπω Τοφαλλή (Παράρτημα Ι στην ένσταση), αναγράφει την ένδειξη «πλήρης απαλλαγή» έναντι του στοιχείου «Τελωνειακός Δασμός». Στη συνέχεια εκδόθηκαν νέα πιστοποιητικά εγγραφής στις 28.5.04, 1.6.04 και άλλα δύο πιστοποιητικά εγγραφής στις 3.6.04, από τη λειτουργό των καθ΄ ων Κατερίνα Μιλτιάδους (Παράρτημα ΙΙ), στα οποία έναντι της σχετικής ένδειξης για τους τελωνειακούς δασμούς αναγραφόταν η λέξη «καταβλήθηκε». Στις 5.3.05, ο Kelly υπέγραψε με τον αιτητή τη σχετική δήλωση μεταβίβασης του οχήματος προχωρώντας στη μεταβίβαση αυτού στις 21.3.05 με την πληρωμή των σχετικών μεταβιβαστικών τελών (Παράρτημα ΙΙΙ). Την ίδια εκείνη ημέρα, δηλαδή, στις 21.3.05 ο Kelly είχε μεταβιβάσει ατελώς στην απόλυτη κυριότητα του το όχημα με προσυπογραφή της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ. Στις 29.5.06, όταν ο αιτητής αποτάθηκε με σχετική υπεύθυνη δήλωση του ότι είχε απωλέσει το πιστοποιητικό εγγραφής, ζητώντας την έκδοση αντιγράφου (Παράρτημα V), οι καθ΄ ων διαπίστωσαν από το μηχανογραφικό τους σύστημα ότι υπήρχαν περιορισμοί για κάθε πράξη που οφείλονταν στη μη καταβολή των αναλογούντων τελωνειακών δασμών για το όχημα. Ακολούθησαν επιστολές του δικηγόρου του αιτητή που καλούσαν τους καθ΄ ων να αποσύρουν τον περιορισμό, καθιστώντας αυτούς υπεύθυνους για τυχόν ζημία του αιτητή διότι προτίθετο να μεταβιβάσει το όχημα διά πωλήσεως, οπότε και οι καθ΄ ων απάντησαν με την επίδικη επιστολή. Αποτελεί τη θέση του αιτητή ότι η επίδικη απόφαση υποδηλώνει αντιφατική ενέργεια εκ μέρους της διοίκησης, είναι αντίθετη με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του διοικούμενου προς αυτή, στερείται αιτιολογίας, στηρίχθηκε σε πλάνη, λήφθηκε καθ΄ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας, παραβιάστηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης διότι δεν δόθηκε το δικαίωμα στον αιτητή να ακουστεί προηγουμένως, ενώ είναι και αντίθετη με το κατοχυρωμένο συνταγματικό δικαίωμα του αιτητή να απολαμβάνει και να διαθέτει οποιαδήποτε κινητή περιουσία. Ο αιτητής προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι όταν αγόρασε το όχημα από τον Kelly αυτός ενεργούσε με καλή πίστη θεωρώντας ότι οι τελωνειακοί δασμοί είχαν πληρωθεί όπως άλλωστε παρουσιαζόταν και στο πιστοποιητικό εγγραφής ημερ. 21.3.05, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Παράρτημα 2 στην αίτηση. Επομένως εξαναγκάζεται ο αιτητής προκειμένου να μεταβιβάσει το όχημα να καταβάλει εκ νέου τους τελωνειακούς δασμούς «πληρώνοντας» έτσι ο ίδιος το λάθος της διοίκησης, η οποία και είχε εκδώσει σε ανύποπτο χρόνο τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο φαινόταν η καταβολή και η πληρωμή των δασμών. Στη γραπτή του αγόρευση ο αιτητής προβάλλει σωρεία ερωτημάτων σε σχέση με την όλη λανθασμένη ενέργεια της διοίκησης και ότι οι καθ΄ ων δεν προέβηκαν σε δέουσα έρευνα πριν λάβουν την επίδικη απόφαση. Περαιτέρω, προβάλλει ερωτήματα σε σχέση με διάφορους αριθμούς που φαίνονται στα πιστοποιητικά διερωτούμενος κατά πόσο αυτοί οι αριθμοί αποτελούν απόδειξη της πληρωμής των δασμών, ενώ διερωτήθηκε ως προς τη σκοπιμότητα της χειρόγραφης σημείωσης που φαίνεται στην απορριπτική απάντηση του διευθυντή των καθ΄ ων προς την επιστολή του δικηγόρου του αιτητή, που, με βάση τα γεγονότα της ένστασης των καθ΄ ων, ανήκει στον Επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, Χρυσόστομο Μανώλη, ότι μίλησε τηλεφωνικά με κάποιο Μαυρουδή του Τμήματος Τελωνείων. Σειρά ερωτημάτων επίσης καταγράφηκαν και σε σχέση με τη χρονική στιγμή της ένθεσης των περιορισμών, πώς και γιατί ούτε ο Kelly, ούτε ο αιτητής ειδοποιήθηκαν σε οποιοδήποτε στάδιο γι΄ αυτούς τους περιορισμούς και αν όντως υπήρχε πρόβλημα, γιατί στις 21.3.05 κατά τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι του αιτητή, το σχετικό πιστοποιητικό ανέγραφε ότι οι δασμοί είχαν καταβληθεί. Εν πάση περιπτώσει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ο αιτητής ενεργούσε με καλή πίστη έχοντας στα χέρια του το μοναδικό επίσημο στοιχείο, δηλαδή, τον τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο φαινόταν ότι ο Kelly ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος και οι δασμοί είχαν καταβληθεί. Η δράση της διοίκησης προκαλεί απορίες, η απόφαση της είναι αναιτιολόγητη και υπάρχει στην ουσία ανάκληση διοικητικής πράξης αντίθετα προς τη δική της αρχική ενέργεια, με αποτέλεσμα να υπάρχει και πλάνη περί τα πράγματα. Οι καθ΄ ων αντίθετα εισηγούνται επί τη βάσει των πιο πάνω γεγονότων ότι οι καθ΄ ων ανακάλεσαν στην ουσία την αρχική τους πράξη καλόπιστα όμως, αποκαθιστώντας έτσι την πραγματική κατάσταση πραγμάτων εφόσον η επιβάρυνση του οχήματος με την υποχρέωση καταβολής των δασμών είναι νόμιμη, ιδιαίτερα εφόσον εδώ δεν έχει διαρρεύσει χρόνος που δεν ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις, έστω και αν πρόκειται για ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, που είχε όμως ευμενή αποτελέσματα για το διοικούμενο. Υπό το φως αυτών των δεδομένων δεν τίθεται ζήτημα ασυνέπειας ή αυθαιρεσίας της διοίκησης, ούτε και παραβιάζεται η αρχή της καλής πίστης εφόσον η διοίκηση δεν είναι δυνατό να αποδέχεται την μη καταβολή των νομίμων τελών για τη μεταβίβαση οχήματος. Με αποδοχή του γεγονότος ότι η έκδοση των πιστοποιητικών εκείνων στα οποία εμφαίνετο ότι οι δασμοί είχαν καταβληθεί ήταν συνεπεία λάθους, παραμένει αναντίλεκτο ότι δεν είχαν πληρωθεί οι δασμοί. Το λάθος διαπιστώθηκε όταν ο αιτητής αιτήθηκε να λάβει αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής οπότε και ενημερώθηκε αμέσως. Στο τέλος της ημέρας, κατά τη θέση των καθ΄ ων, η διαφορά του αιτητή είναι χρηματική και θα πρέπει να τη διευθετήσει με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του οχήματος δηλαδή, τον Kelly καταβάλλοντας όμως προς τη διοίκηση τους σχετικούς τελωνειακούς δασμούς. Υπό το φως της ολότητας των δεδομένων στην υπό κρίση περίπτωση, κρίνεται ότι η επίμαχος απόφαση δεν πάσχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Πρόκειται για απόφαση στη βάση της εκ των υστέρων διαπίστωσης λανθασμένης αντίληψης ως προς το πραγματικό γεγονός της καταβολής των οφειλομένων τελωνειακών δασμών. Η απόφαση μπορεί να αποτιμηθεί ως ανεξάρτητη απόφαση και αυτοτελής στη θεμελίωση της, εφόσον δεν αναφέρεται ευθέως και δεν ανακαλεί το ισχύον πιστοποιητικό εγγραφής προς όφελος του αιτητή. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Δαγτόγλου: «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» α΄ Έκδ., σελ. 179, πράξη αυτοτελής που περατώνει μια κατάσταση πραγμάτων δεν είναι ανάκληση, αλλά εντελώς νέα πράξη. Από την άλλη όμως (και έτσι θεωρήθηκε από τους διαδίκους και επ΄ αυτού επικεντρώθηκε η σχετική επιχειρηματολογία), η μη έκδοση του αντιγράφου του πιστοποιητικού εγγραφής, έμμεσα ανακαλεί τη νομική κατάσταση του αιτητή, εφόσον υπήρξε έμμεση ανάκληση της «αναγνώρισης» από τη διοίκηση, μέσω των εκδοθέντων πιστοποιητικών εγγραφής μετά τις 17.3.04, ότι είχαν πληρωθεί οι αναγκαίοι δασμοί. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτοπούλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» Τόμος 1, 12η Έκδ. σελ. 191, παρ. 174, υποσημείωση 16: «Το ανακλητικό αποτέλεσμα δεν είναι ανάγκη να διατυπώνεται ρητά στην ανακλητική πράξη, αλλά μπορεί να προκύπτει έμμεσα από αυτήν.» Είτε στη βάση αυτοτελούς πράξης, είτε στη βάση ανάκλησης, η προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν υπάρχει διαφορετική εκτίμηση των πραγμάτων επειδή απλώς η διοίκηση μετέβαλε αντίληψη των δεδομένων που υπήρχαν κατά την έκδοση της πράξης, οπότε και θα αποκλειόταν η ανάκληση της επωφελούς προς τον αιτητή διοικητικής πράξης. Αντίθετα, ουδέποτε υπήρξε νόμιμη ατομική διοικητική πράξη από την οποία ο αιτητής απέκτησε δικαιώματα. Δεν υπήρξε με άλλα λόγια αναγνώριση της ατέλειας του οχήματος κατά τη μεταβίβαση του στον αιτητή, ως αποτέλεσμα διερεύνησης και απόφασης της αρμόδιας αρχής, οπότε και θα υπήρχε πράγματι προκύψαν όφελος προς τον αιτητή. (Σπηλιωτόπουλου - ανωτέρω - σελ. 192 παρ. 175). Τα όσα ερωτήματα προβάλλει ο συνήγορος του αιτητή προς επισήμανση των πράξεων ή παραλείψεων των καθ΄ ων δεν έχουν θέση στη διαδικασία του αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ούτε και υποβλήθηκε αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας ή διευκρίνισης στοιχείων, ώστε να εξεταστεί κατά πόσον μια τέτοια οδός θα ήταν επιτρεπτή προς τυχόν διαπίστωση πρωτογενών γεγονότων. Όπως είναι γνωστό το Δικαστήριο στην αναθεωρητική του διαδικασία ελέγχει τη νομιμότητα της πράξης και δεν διαπιστώνει το ίδιο τα γεγονότα, ούτε και προβαίνει σε κρίση επί τυχόν αντικρουόμενων θέσεων. Κριτήριο πάντοτε είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. (Yiannakis Bros Hotels ν. Δήμου Παραλιμνίου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.