JOHN ARABADJIAN ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Υπόθεση Αρ. 597/2005, 27 Ιανουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 597/2005) 27 Ιανουαρίου, 2009 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ JOHN ARABADJIAN, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Καθ΄ου η Αίτηση. Μ. Χατζηχριστοφής, για τον Αιτητή. Α. Μαππουρίδης, για τον Καθ΄ου η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος με αρ. εγγραφής 6140, Τεμάχιο 143, Φ/Σχ. XLI/19, έκτασης 5 σκαλών και 2 προσταθιών στο χωριό Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας. Στις 2.11.2001 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αριθμό 1070 της ακίνητης ιδιοκτησίας στην περιοχή του Κοινοτικού Συμβουλίου Πύλας για τη βελτίωση και αναβάθμιση του δρόμου που συνδέει το νέο ανισόπεδο κόμβο Πύλας με την παραλία ΚΟΤ. Μεταξύ των κτημάτων που απαλλοτριώθηκαν ήταν και αυτό του Αιτητή με αριθμό τεμαχίου 143, Φ/Σχ. XLI/19 στην Πύλα. Ο Αιτητής ενημερώθηκε σχετικά με επιστολή της διοίκησης ημερ. 27.11.
- Μετά τη λήψη της επιστολής ο Αιτητής, όπως τον προέτρεπε η επιστολή, επισκέφθηκε το γραφείο του Επάρχου Λάρνακας και αφού επιθεώρησε το σχέδιο απαλλοτρίωσης, διαπίστωσε ότι ο υπό μελέτη δρόμος απλώς εφαπτόταν του κτήματος του, χωρίς να το επηρεάζει σημαντικά. Ως εκ τούτου, παραιτήθηκε του δικαιώματος του να υποβάλει ένσταση κατά της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης με αρ.
- Τον Ιούνιο του 2002 ο Αιτητής ανακάλυψε ότι χωρίς ο ίδιος να έχει ειδοποιηθεί, τροποποιήθηκαν τα αρχικά σχέδια, με αποτέλεσμα ο υπό κατασκευή δρόμος να τέμνει το ακίνητο του σε δύο τμήματα τα οποία δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα ο Αιτητής στις 17.6.02 καταχώρησε αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας και εξασφάλισε παράλληλα προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στους λειτουργούς των καθ'ων η αίτηση, να συνεχίζουν τις εργασίες τους. Στις 8.7.02, εξεδόθη εκ συμφώνου τελικό διάταγμα στην αγωγή για παρεμπόδιση των καθ'ων η αίτηση από του να επεμβαίνουν στο κτήμα του Αιτητή, εκτός από το μέρος το οποίο καλυπτόταν από τη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αρ.
- Στις 22.8.2003 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δεύτερη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης, με αρ. ΔΠ772 και Διάταγμα Επίταξης με αριθμό ΔΠ
- Μεταξύ της ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεαζόταν ήταν και το κτήμα του Αιτητή (τεμάχιο 143). Οι σκοποί της νέας Γνωστοποίησης ήταν οι ίδιοι με αυτούς της προηγούμενης, δηλαδή η «βελτίωση και αναβάθμιση του δρόμου που συνδέει το νέο ανισόπεδο κόμβο Πύλας με την παραλία του ΚΟΤ.» Οι καθ'ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 1.9.2003 ενημέρωσαν τον Αιτητή για τη δημοσίευση της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης, όχι όμως και για το Διάταγμα Επίταξης. Στις 3.10.03 ο Αιτητής, αφού επιθεώρησε τα σχέδια απαλλοτρίωσης, επιβεβαίωσε ότι αυτά ήταν διαφορετικά από τα προηγούμενα και ότι όντως η νέα χάραξη του δρόμου δεν ήταν στην άκρη του κτήματος, όπως προσδιοριζόταν στο προηγούμενο διάταγμα, αλλά έτεμνε το κτήμα, περίπου στη μέση. Υπέβαλε μέσω των δικηγόρων του, ένσταση κατά της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης, η οποία στηριζόταν στους πιο κάτω λόγους:- «(α) Η απαλλοτρίωση επηρεάζει μεγάλο μέρος του κτήματος καταστρέφοντας ουσιαστικά τις πιθανότητες αξιοποίησης του αφού το διαιρεί σε τέσσερα τεμάχια. (β) Η απαλλοτρίωση έγινε με μεγάλη ανομοιομορφία διότι ορισμένα τεμάχια (συμπεριλαμβανομένου και του κτήματος του πελάτη μας) επηρεάζονται πολύ περισσότερο από άλλα γειτονικά κτήματα. (γ) Έχει ήδη εκδοθεί απόφαση ημερομηνίας 8.7.2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή αρ. 2169/02 με την οποία το Δικαστήριο διέταξε την Κυπριακή Δημοκρατία να παύσει να επεμβαίνει στο μέρος του εν λόγω κτήματος του πελάτη μας το οποίο έχει τώρα απαλλοτριωθεί με την άνω γνωστοποίηση απαλλοτριώσεως. (δ) Εξακολουθεί να υφίσταται, ως μη ανακληθείσα, η προηγούμενη απαλλοτρίωση αρ. 1070 τρίτο παράρτημα Μέρος ΙΙ Εφημερίδα αρ. 3541/2/11/01 για τους ίδιους σκοπούς και συνιστά κατάχρηση και παράβαση τουλάχιστο των αρχών της καλής πίστης να υπάρχουν δύο παράλληλες απαλλοτριώσεις για τον ίδιο σκοπό. (ε) Η άνω προηγούμενη απαλλοτρίωση περιλάμβανε μέρος του κτήματος του πελάτη μας στο σύνορο και διερχόταν επίσης από την πλευρά του γειτονικού κτήματος. Η παρούσα απαλλοτρίωση ελευθερώνει πλήρως το γειτονικό κτήμα και καταστρέφει ολικά το κτήμα του πελάτη μας. (στ) Η συμπεριφορά της απαλλοτριούσης αρχής να είχε εισέλθει και επέμβει παράνομα στο μέρος του κτήματος που τώρα επιχειρεί να απαλλοτριώσει, την εμποδίζει από του να αποπειράται, καταχρώμενη του νόμου, να νομιμοποιήσει την παράνομα επιβεβαιωθείσα με δικαστική απόφαση συμπεριφορά της. (ζ) Άλλοι λόγοι θα εκτεθούν αν απαιτηθεί.» Στις 9.10.2003, οι δικηγόροι του Αιτητή ενημερώθηκαν γραπτώς ότι η ένσταση θα εξεταστεί και θα διαβιβαστεί στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών για λήψη απόφασης και ανάλογης ενημέρωσης τους. Με επιστολή τους προς τον Έπαρχο Λάρνακας ημερομηνίας 13.11.03, οι δικηγόροι του Αιτητή ζήτησαν να πληροφορηθούν κατά πόσο εκδόθηκε διάταγμα Επίταξης, γιατί ο πελάτης τους διαπίστωσε ότι γίνονταν εργασίες μέσα στο κτήμα του. Στις 17.11.03 ο Έπαρχος Λάρνακας απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του Αιτητή, πληροφορώντας τους ότι σχετικά εκδόθηκε το Διάταγμα Επίταξης με αρ. ΔΠ 776, το οποίο δημοσιεύτηκε από τις 22.8.
- Στις 11 Φεβρουαρίου 2004 αφού έγιναν όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Τροποποιητικό Νόμο 135(Ι)/99 και η περίοδος υποβολής ενστάσεων έληξε, ο Έπαρχος Λάρνακας διαβίβασε στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, έκθεση για τις δύο υποβληθείσες ενστάσεις μαζί με προσχέδιο Διατάγματος Απαλλοτρίωσης και εισήγηση όπως οι ενστάσεις απορριφθούν και προχωρήσει η διαδικασία δημοσίευσης του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης. Στις 30.8.04, αφού το Υπουργείο Εσωτερικών συμπλήρωσε τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων και αφού αυτές απορρίφθηκαν από την αρμόδια Υπουργική Επιτροπή, προχώρησε, προτού ειδοποιηθεί ο Αιτητής, στη δημοσίευση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης με αριθμό ΔΠ
- Ο Αιτητής τελικά ενημερώθηκε 7 μήνες μετά τη δημοσίευση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης, για την απόρριψη της ένστασης του (βλ. επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 29.3.05). Με την Προσφυγή του ο Αιτητής ζητά δύο θεραπείες. Με την πρώτη προσβάλλει τη νομιμότητα της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης αρ. 772, ενώ με τη δεύτερη στο Διάταγμα Απαλλοτρίωσης αρ.
- Η ουσία των λόγων ακύρωσης όπως αυτοί προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Αιτητή, αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, επαρκούς αιτιολογίας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε παράνομα αφού δεν προηγήθηκε της έκδοσης της η απαραίτητη τεχνικοοικονομική μελέτη και τέλος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποσκοπούσε στην εκ των υστέρων νομιμοποίηση ήδη συντελεσθείσας παράνομης πράξης. Κατ' αρχάς η συνήγορος των καθ'ων η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση, ότι η Προσφυγή του Αιτητή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε παραπέρα πορεία ως προς το πρώτο αιτητικό, που αφορά στη νομιμότητα της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης, καθότι αυτό αφορά πράξη και/ή απόφαση που έχει χάσει την εκτελεστότητα της με την ενσωμάτωση της στην πράξη και/ή απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση με το δεύτερο αιτητικό. Προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης, την οποία έχω εξετάσει και καταλήξει ότι αυτή ευσταθεί. Νομολογιακά η Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης θεωρείται ως προπαρασκευαστική πράξη και μέρος σύνθετης διοικητικής ενέργειας, η οποία καταλήγει στην έκδοση του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης που είναι η τελική πράξη και η μόνη που μπορεί να προσβληθεί. Σχετική επί του θέματος είναι η Κεραυνού κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)3 ΑΑΔ
- Μετά την επιτυχία της προδικαστικής ένστασης αναφορικά με την πρώτη θεραπεία, θα προχωρήσω στην εξέταση των λόγων ακύρωσης που αφορούν στη δεύτερη θεραπεία και στη νομιμότητα Διατάγματος Απαλλοτρίωσης με αρ.
- Πρώτα όμως, θα εξετάσω τους ισχυρισμούς του Αιτητή που παρατίθενται στην παράγραφο 17 της αιτήσεως του «ότι η υπό κρίση διοικητική πράξη είναι παράνομη καθότι εξακολουθεί να υφίσταται ως μη ανακληθείσα η προηγούμενη απαλλοτρίωση με αριθμό 1070, η οποία δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Παράρτημα, Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας με αριθμό 3541 και ημερ. 2.11.2001 και η οποία αφορούσε την ικανοποίηση των ίδιων σκοπών. Ο Αιτητής θεωρεί ότι η ύπαρξη δύο παράλληλων απαλλοτριώσεων για τον ίδιο σκοπό συνιστά κατάχρηση των αρχών της καλής πίστης». Από την άλλη, οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η πρώτη διαδικασία απαλλοτρίωσης (αρ. ΔΠ 1070) ατόνησε, αφού όχι μόνο δεν δημοσιεύτηκε εντός 12 μηνών από τη δημοσίευση της Γνωστοποίησης το σχετικό Διάταγμα Απαλλοτρίωσης, αλλά ούτε και προσφέρθηκε μέσα σε 14 μήνες η υπολογισθείσα αποζημίωση. Συμφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ'ων η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962 (Ν. 15/62), η διαδικασία ατονεί και η σκοπούμενη απαλλοτρίωση λογίζεται ως εγκαταληφθείσα. Έρχομαι τώρα στην ουσία των λόγων ακύρωσης. Κατ' αρχάς ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα έλλειψης έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και παρανομίας, αφού αποσκοπούσε στην εκ των υστέρων νομιμοποίηση ήδη συντελεσθείσας παράνομης πράξης. Όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, ούτε ο Υπουργός, ούτε η Υπουργική Επιτροπή ερεύνησαν τους λόγους που ο Αιτητής επικαλείται στην ένσταση του. Περαιτέρω, ότι η διοίκηση δεν εξέτασε ως όφειλε, τα σχέδια του έργου που έδειχναν τη φύση, την έκταση και τις ανάγκες του έργου για το οποίο θα γινόταν η απαλλοτρίωση. Η διοίκηση όφειλε να ετοιμάσει ολοκληρωμένη μελέτη, για να διαφανούν οι δυνατότητες πραγμάτωσης του σκοπού της απαλλοτρίωσης. Όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, η μελέτη που ετοίμασε το Τμήμα Πολεοδομίας ήταν ανεπαρκής, ατεκμηρίωτη και αόριστη. Η διοίκηση παρέλειψε να αιτιολογήσει δεόντως την απόφαση της, ότι η διαδρομή μέσα από το επίδικο ακίνητο είναι η πλέον κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Ούτε εξηγήθηκαν οι λόγοι που ώθησαν τη διοίκηση να μετατοπίσει το δρόμο και να ελευθερώσει το κτήμα του γείτονα από την απαλλοτρίωση, με αποτέλεσμα να μην έχει αιτιολογήσει επαρκώς ότι η διαδρομή μέσα από το κτήμα του Αιτητή, ήταν η πλέον κατάλληλη για επίτευξη του σκοπού. Οι λόγοι ακύρωσης που αφορούν στην έρευνα και την αιτιολογία, ευσταθούν. Σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, η διοίκηση έχει υποχρέωση να προβεί σε δέουσα έρευνα ώστε να εξακριβώσει τα πραγματικά γεγονότα, προτού λάβει οποιαδήποτε απόφαση. Ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, ποικίλλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έρευνα θεωρείται επαρκής, εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που κρίνεται ως σχετικό με το θέμα που εξετάζεται. (Βλ. Σύγγραμμα «Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», Α.Ν. Λοΐζου, Έκδοση 2002 και Χ''Ευσταθίου ν. ΕΔΥ, Υπόθ. Αρ. 659/01, ημερ. 22.5.02). Στην προκειμένη περίπτωση, δε φαίνεται από το διοικητικό φάκελο να υπήρξε οποιαδήποτε έρευνα για τα σοβαρά θέματα που ήγειρε ο Αιτητής στην ένσταση του. Σε κανένα στάδιο της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, δεν φαίνεται η διοίκηση να έστρεψε την προσοχή της στο ενδεχόμενο να υπάρχει λιγότερος επαχθής τρόπος για τον Αιτητή, για τη διέλευση του δρόμου από το κτήμα του. Επίσης, καμιά έρευνα και αναπόφευκτα καμιά εξήγηση δε δόθηκε για την αλλαγή των σχεδίων για την διέλευση του δρόμου. Στα σχέδια που συνόδευαν την πρώτη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αρ. 1070, ο δρόμος ήταν χαραγμένος στην άκρη του κτήματος, ενώ στα σχέδια της δεύτερης Γνωστοποίησης, ο δρόμος χαράχθηκε στο μέσο του κτήματος. Κατά την άποψή μου, θα έπρεπε όχι μόνο να είχε γίνει δέουσα έρευνα για τις συνέπειες, αλλά θα έπρεπε να είχε δοθεί στον Αιτητή επαρκής αιτιολογία για την αλλαγή στη χάραξη του δρόμου, αφού τα συμφέροντα του επηρεάζονταν ουσιωδώς. Ο Αιτητής υπέβαλε ένσταση σύμφωνα με το Νόμο και η διοίκηση όφειλε να ερευνήσει όλα τα θέματα που έθιγε. Όπως ορθά επισημαίνει ο δικηγόρος του, η δικαιολογία που έδωσαν οι καθ'ων η αίτηση για την απόρριψη των ενστάσεων του Αιτητή, είναι γενική και αόριστη και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής. Η Υπουργική Επιτροπή στην ουσία υιοθέτησε την εισήγηση του Επάρχου, στην οποία ο Έπαρχος περιορίστηκε να αναφέρει ότι «το κτήμα του (Αιτητή) στην Πύλα επηρεάζεται σημαντικά από την απαλλοτρίωση, συγκεκριμένα χωρίζεται στα δύο, αλλά η ένσταση του (Αιτητή) δεν μπορεί αν γίνει αποδεχτή, γιατί η αναβάθμιση/βελτίωση της εν λόγω πράξης είναι σημαντική και αναγκαίο έργο για την ανάπτυξη της περιοχής Πύλας.». Με την εισήγηση του ο Έπαρχος αποφεύγει να εξετάσει την ουσία των ενστάσεων του Αιτητή και δεν στρέφει την προσοχή του στην εξεύρεση του λιγότερο επαχθούς τρόπου για τον Αιτητή. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν χρειάζεται να εξετάσω τον τρίτο λόγο ακύρωσης ο οποίος αφορά στην εκ των υστέρων νομιμοποίηση συντελεσθείσας πράξης, αφού στις 22.8.03 ταυτόχρονα με τη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης, δημοσιεύτηκε και το Διάταγμα Επίταξης, το οποίο επέτρεπε στους καθ' ων η αίτηση να επαναρχίσουν τις εργασίες οι οποίες είχαν σταματήσει μετά την έκδοση του τελικού διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο, για μη επέμβαση στο κτήμα του Αιτητή. Όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο συνήγορος του Αιτητή, στο στάδιο των διευκρινήσεων, μετά την απόπειρα έναρξης των εργασιών και τη μετέπειτα έκδοση του συντηρητικού διατάγματος, οι εργασίες σταμάτησαν «και τα πράγματα έμειναν μέχρι εκεί. Μετά ξεκίνησαν τις εργασίες με βάση το διάταγμα επίταξης.». Όμως μετά την επίταξη, τα δεδομένα αλλάζουν αφού δημιουργήθηκε νέο νομικό καθεστώς. Επομένως, δεν θα μπορούσε να γίνει δεχτή η εισήγηση του δικηγόρου του Αιτητή ότι η παράνομη επέμβαση που είχε γίνει προηγουμένως, στην ουσία μεταφέρεται και στη μετά τη δημοσίευση του διατάγματος επίταξης, περίοδο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή του δεν προσβάλλει το διάταγμα επίταξης και εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε οποιαδήποτε συζήτηση για τη νομιμότητα του. Δεν φαίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα είναι όμοια με εκείνα στην υπόθεση Ανδρούλλα Χαραλάμπους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1731/06, ημερ. 11.9.2008. Εκεί ο δρόμος κατασκευάστηκε πρώτα και μετά δημοσιεύθηκαν τα Διατάγματα Επίταξης και Απαλλοτρίωσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δημοσιεύτηκαν ταυτόχρονα, γεγονός που επέτρεπε στη διοίκηση να επαναρχίσει τις εργασίες. Ενόψει των πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και το επίδικο διάταγμα ακυρώνεται με €1300 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, υπέρ του Αιτητή. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο