VALENTINA BONDAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 2210/2006, 27 Φεβρουαρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 2210/2006) 27 Φεβρουαρίου, 2009 [Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 146, 8, 9, 11, 15, 28, 29 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ VALENTINA BONDAR, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ Καθ' ων η Αίτηση. ________________________ Ιωάννης Ερωτοκρίτου, για την Αιτήτρια. Μικαέλα Πασιαρδή (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ' ων η Αίτηση. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Η αιτήτρια, ρωσικής καταγωγής, υπέβαλε, στις 12/5/2003, αίτηση για πολιτογράφηση και, στις 21/7/2005, αίτηση για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της. Και οι δύο αιτήσεις απορρίφθηκαν. Η αιτήτρια ειδοποιήθηκε με επιστολή των καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 6/7/
- Το αίτημά της για πολιτογράφηση απορρίφθηκε, αφού αυτή δεν πληρούσε την προϋπόθεση (γ) της παραγράφου 1 του Τρίτου Πίνακα - (΄Αρθρο 111) - του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου του 2002, (Ν. 141(Ι)/2002), (όπως τροποποιήθηκε), (ο «Νόμος»), ενώ το αίτημά της για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της απορρίφθηκε, επειδή ο σύζυγός της, ΄Ελληνας υπήκοος, ζούσε στο εξωτερικό. Η αιτήτρια, με την προσφυγή της, αμφισβητεί τη νομιμότητα της πιο πάνω απόφασης. Ισχυρίζεται ότι αυτή λήφθηκε χωρίς έρευνα, κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, κατά κατάχρηση εξουσίας, σε αντίθεση με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης και, τέλος, ότι είναι προϊόν πραγματικής και νομικής πλάνης, αναιτιολόγητη και αντίθετη προς τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα γεγονότα, τα οποία δόθηκαν με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση και δεν αντικρούστηκαν με άλλη μαρτυρία, η αιτήτρια, η οποία ήρθε στην Κύπρο, για πρώτη φορά, στις 28/4/1996, εξασφάλισε άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτρια μέχρι 5/5/
- Με τη λήξη της άδειάς της, παρέμεινε παράνομα μέχρι 17/7/1997, που έφυγε για τη χώρα της. Επανήλθε στις 29/10/1997 και, στις 27/11/1997, ενώ διέμενε παράνομα, τέλεσε θρησκευτικό γάμο με το Rafik Toursiev από τη Γεωργία, κάτοχο ελληνικού διαβατηρίου. Προηγουμένως, ήταν παντρεμένη και έχει δύο ενήλικα παιδιά - ένα γιο, ο οποίος ζει στη Ρωσία, και μία θυγατέρα, η οποία, για κάποιο διάστημα, διέμενε στην Κύπρο και αργότερα απελάθηκε. Στις 16/3/1998, η αιτήτρια έφυγε στο εξωτερικό, για να επανέλθει στις 3/4/
- Αργότερα και, συγκεκριμένα στις 15/2/1999, αποτάθηκε για διευθέτηση της παραμονής της. Της παραχωρήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτρια μέχρι 30/9/
- Στις 26/10/2000, αποτάθηκε εκ νέου και εξασφάλισε προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας, αρχικά, μέχρι 18/3/2001 και, στη συνέχεια, με διάφορες ανανεώσεις, μέχρι 31/12/
- Ακολούθως, διέμενε παράνομα. Για σκοπούς εξέτασης της αίτησής της για πολιτογράφηση (υποβλήθηκε 12/5/2003) - η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, (η «Διευθύντρια»), αφού έλαβε τις απόψεις διαφόρων Τμημάτων, ετοίμασε ΄Εκθεση, την οποία υπέβαλε στον Υπουργό Εσωτερικών, (ο «Υπουργός»). Σ' αυτή, μετά που παρατίθεται το ιστορικό της εδώ παραμονής της αιτήτριας, αναφέρονται τα εξής:- «
- Μένει στην Κύπρο από το 1996 (Ερ. 125) με προσωρινή άδεια παραμονής και εργασίας σαν μαγείρισσα με τα 'Constantinou Bros Hotels Ltd' στην Πάφο. Η άδεια παραμονής της έχει λήξει από τις 31.12.2003 (Ερ. 85). ΄Εκτοτε παρέμεινε παράνομα μέχρι 21.07.2005 όπου αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή της ως εξαρτώμενο πρόσωπο Ευρωπαίου πολίτη (Ερ. 140-127). Ο Υπεύθυνος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου δε συστήνει την αίτηση για παραχώρηση άδειας προσωρινής παραμονής καθότι ο σύζυγος της βρίσκεται στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα και εισηγείται όπως κληθεί να αναχωρήσει από την Κύπρο. Αναφέρει επίσης ότι η κόρη της Elena BONDAR με αρ. φακ. AQ2-14435 έχει απελαθεί από την Κύπρο. (Είχε επίσης υποβάλει αίτηση για άσυλο - η κόρη της)
- Ο ΄Επαρχος Πάφου συστήνει την αίτηση γιατί η αιτήτρια μιλά καλά Ελληνικά και έχει συνηθίσει τον τρόπο ζωής της Κύπρου (Ερ. 103).
- Ο Αρχηγός της Αστυνομίας δεν συστήνει την αίτηση γιατί η αιτήτρια δεν μπορεί να διαβάσει και να γράψει Ελληνικά. Δεν έχει καμία σχέση με την Κύπρο και δεν φαίνεται να έχει προσαρμοσθεί και αφομοιωθεί με τον Ελληνικό και κατ' επέκταση Κυπριακό τρόπο ζωής (Σημ.
(18)-
(17)). 6. Ο Διοικητής της ΚΥΠ μας πληροφορεί ότι δεν εντοπίστηκε τίποτα σε βάρος της αιτήτριας από πλευράς ασφάλειας του Κράτους (Σημ.
(20)).
- Η αιτήτρια κατέχει τα τυπικά προσόντα παραμονής που απαιτούνται από το Νόμο για Πολιτογράφηση (Ερ. 125).
- ΄Ομως αυτή από τις 31.12.2003 όπου έληξε η άδεια προσωρινής παραμονής της μέχρι 21.07.2005, όπου αποτάθηκε για να διευθετήσει την παραμονή της παρέμεινε παράνομα παραβιάζοντας έτσι τους Νόμους της Δημοκρατίας.
- Η παραμονή της αιτήτριας στην Κύπρο οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι τέλεσε γάμο με ΄Ελληνα υπήκοο. Τα τελευταία 3 χρόνια ο σύζυγος της βρίσκεται στο εξωτερικό, ενώ αυτή εξακολουθεί να παραμένει στη Δημοκρατία και να εργάζεται παράνομα.
- Με βάση τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη ότι τίθεται σε ισχύ στη Δημοκρατία η οδηγία της Ε.Ε. για το καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων θεωρώ ότι η ύπαρξη απλά των τυπικών προσόντων παραμονής δεν πρέπει να εξυπακούει αυτόματα και την έγκριση αίτησης για πολιτογράφηση όπως έχει καταντήσει να εκλαμβάνεται από τους αλλοδαπούς ιδιαίτερα όταν δεν εξυπηρετείται αλλά μάλλον πλήττεται το συμφέρον της Δημοκρατίας.
- Με βάση τα ανωτέρω, εισηγούμαι απόρριψη της αίτηση της κας BONDAR για πολιτογράφηση της ως πολίτιδα της Κυπριακής Δημοκρατίας γιατί θεωρώ ότι αυτή δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση (γ) του Τρίτου Πίνακα του Ν. 141(Ι)/2002 σε σχέση με το χαρακτήρα.» Ο Υπουργός συμφώνησε με την εισήγηση της Διευθύντριας και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, με τη γραπτή του αγόρευση, υποστηρίζει ότι ο λόγος που αυτή παρέμεινε στην Κύπρο, ενώ ο σύζυγός της έφυγε για τη Ρωσία, ήταν για να εργάζεται και να τον βοηθά οικονομικά. Αναγκάστηκε να φύγει, επειδή τα έξοδα της θεραπείας που εδώ χρειαζόταν, ως καρκινοπαθής, ήταν μεγάλα και δεν εδικαιούτο δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Τα γεγονότα, εισηγείται, και οι περιστάσεις της αιτήτριας δε διερευνήθηκαν με προσοχή και/ή αντικρίστηκαν με προκατάληψη και κακή πίστη από τους καθ' ων η αίτηση. Στηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό στην αναφορά, στην ΄Εκθεση της Διευθύντριας, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία σε σχέση με το καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων στη Δημοκρατία και σε γεγονότα που δεν την αφορούν, όπως ότι η θυγατέρα της απελάθηκε. Η αίτηση για πολιτογράφηση προβλέπεται στο ΄Αρθρο 111 του Νόμου, το οποίο έχει ως εξής:- «
- Ο Υπουργός, όταν υποβληθεί σ' αυτόν αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο και τρόπο από οποιοδήποτε αλλοδαπό ενήλικα και με πλήρη ικανότητα, ο οποίος ικανοποιεί τον Υπουργό ότι κατέχει τα προσόντα για πολιτογράφηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα, δύναται να χορηγήσει σ' αυτόν πιστοποιητικό πολιτογράφησης. Το πρόσωπο αυτό, στο οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό πολιτογράφησης, μόλις δώσει επίσημη διαβεβαίωση πίστεως στη Δημοκρατία, στον τύπο που καθορίζεται στο Δεύτερο Πίνακα, καθίσταται πολίτης της Δημοκρατίας κατόπιν πολιτογράφησης, από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγείται σ' αυτόν το πιο πάνω πιστοποιητικό:» Στην παράγραφο 1 του Τρίτου Πίνακα - (΄Αρθρο 111) - του Νόμου - (Προσόντα για Πολιτογράφηση) - προβλέπονται τα εξής:- «
- Με την τήρηση των διατάξεων της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα προσόντα για πολιτογράφηση αλλοδαπού που αιτείται τέτοια πολιτογράφηση, είναι τα ακόλουθα: .................................................................................................................. (γ) είναι καλού χαρακτήρα, και ...» Στην ΄Ηρωα ν. Δημοκρατίας
(2005)3 Α.Α.Δ. 307, σε σχέση με το ζήτημα των πολιτογραφήσεων, παρά το γεγονός ότι αυτή αποφασίστηκε στη βάση του προηγούμενου νομικού καθεστώτος, δηλαδή του ΄Αρθρου 5
(2)του περί Πολίτου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νόμου του 1967, (Ν. 43/67), (όπως τροποποιήθηκε), ο οποίος καταργήθηκε από το Ν. 141(Ι)/2002, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 315-316) «Το αναφερθέν άρθρο 5
(2)του Νόμου δεν παρέχει στον αλλοδαπό δικαίωμα πολιτογράφησης. Του παρέχει το δικαίωμα να αποταθεί για πολιτογράφηση όπου θεωρεί ότι συντρέχουν οι τιθέμενες σ' αυτό προϋποθέσεις. Και παρέχει στον Υπουργό την εξουσία να αποδεχθεί το αίτημα. Οπότε ο Υπουργός 'μπορεί να μεριμνήσει' για την πολιτογράφηση αλλοδαπού. Πρόκειται για κρατική εξουσία η οποία, σε αυτές τις περιπτώσεις, ασκείται νόμιμα εφόσον ασκείται καλόπιστα. Ο ασκών την εξουσία δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα όπου η απόφαση του για τη μη πολιτογράφηση αλλοδαπού στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε ο,τιδήποτε πέραν αυτής. Εφόσον λοιπόν τηρείται η προϋπόθεση της καλής πίστης, η κρίση της διοίκησης αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη. Το ίδιο όπως και στην περίπτωση εφαρμογής του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (όπως τροποποιήθηκε). Ισχύουν κατ' αναλογίαν και εδώ τα όσα ανέφερε ο Πικής, Δ., (όπως ήταν τότε) στην Amanda Marga v. Republic
(1985)3(D) C.L.R. 2583, στη σελ. 2587, τα οποία επικροτήθηκαν από την Ολομέλεια στη Moyo & Another v. Republic
(1988)3(B) C.L.R. 1203, και σε μεταγενέστερη νομολογία:» Στην παρούσα περίπτωση, τα όσα ανέφερε ο συνήγορος της αιτήτριας δεν αποκαλύπτουν η αίτηση να εξετάστηκε με κακή πίστη. Είναι φανερό ότι, κατά κύριο λόγο, λήφθηκε υπόψη από τους καθ' ων η αίτηση ο χαρακτήρας της αιτήτριας, η οποία, για ένα μεγάλο διάστημα - από 31/12/2003 έως 21/7/2005, ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε αίτηση για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της - διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Το γεγονός ότι δύο από τα Τμήματα που εξέφρασαν απόψεις, συγκεκριμένα ο ΄Επαρχος Πάφου και ο Διοικητής της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών, τοποθετήθηκαν θετικά, δεν επιδρά και ούτε επηρεάζει. Προκύπτει, από τις εισηγήσεις των Τμημάτων, ότι το κάθε ένα από αυτά εξέτασε ορισμένες πτυχές της εδώ δραστηριότητας της αιτήτριας, σε αντίθεση με τη Διευθύντρια, η οποία συνυπολόγισε, κατά τη διατύπωση της εισήγησής της, το σύνολο των ενώπιόν της στοιχείων και εισηγήσεων. Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια περί απόρριψης της αίτησής της, παρά τις θετικές απόψεις των Τμημάτων, δεν ευσταθούν. Τόσο οι θετικές όσο και οι αρνητικές απόψεις ήταν ενώπιον του Υπουργού, του κατά νόμο αρμόδιου οργάνου, και συνυπολογίστηκαν πριν από την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Η παράνομη παραμονή της αιτήτριας εύλογα δημιούργησε αμφιβολίες ως προς το χαρακτήρα της. Αυτή είναι ενδεικτική της έλλειψης σεβασμού των νόμων και των κανονισμών του Κράτους, του οποίου η αιτήτρια ζήτησε να γίνει πολίτης, και καταδεικνύει, ταυτόχρονα, πρόσωπο το οποίο δικαιολογημένα κρίθηκε ότι δεν πληροί την προϋπόθεση του καλού χαρακτήρα. Η θέση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι δεν υπάρχει απόφαση του Υπουργού, επίσης, δεν ευσταθεί. Το γεγονός ότι η απόφασή του, ουσιαστικά, ενσωματώθηκε στην ΄Εκθεση της Διευθύντριας, με το σημείωμά του επ' αυτής «Εγκρίνεται» δεν ισοδυναμεί με ό,τι ο συνήγορος εισηγείται. Ο Υπουργός συμφώνησε με την εισήγηση της Διευθύντριας και την μετέτρεψε σε δική του απόφαση. Οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιολογίας και πάλι δε βρίσκω να ευσταθούν. Είναι καλά γνωστό ότι η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας είναι ζήτημα βαθμού, το οποίο εξαρτάται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η μορφή και οι λεπτομέρειες της απαιτούμενης αιτιολογίας ποικίλλουν, ανάλογα με το θέμα που πραγματεύεται η απόφαση και τις συνθήκες που την περιβάλλουν. Η αιτιολογία είναι σαφής, έστω και αν είναι περιληπτική, εφόσον τα επί μέρους στοιχεία υπάρχουν αναλυτικά στο φάκελο. Κατά την αιτιολόγηση μιας απόφασης, δεν αναμένεται να μεταφέρεται στο πρακτικό το περιεχόμενο των φακέλων. Θα πρέπει, όμως, τα απαιτούμενα στοιχεία να προκύπτουν από αυτούς κατά τρόπο βέβαιο και αναντίλεκτο - (βλ. Φράγκου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 270). Εδώ, το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, παρά το γεγονός ότι η αιτιολογία στην αποσταλείσα στην αιτήτρια επιστολή είναι λακωνική, συνιστά επαρκή αιτιολογία. Ούτε τα περί πλάνης κατά τη λήψη της απόφασης βρίσκω να ευσταθούν. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 46
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, (Ν. 158(Ι)/99), η διοίκηση ενεργεί με πλάνη περί τα πράγματα, αν, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα, ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. Στην παρούσα περίπτωση, τέτοια πλάνη δε διαπιστώνω να υπάρχει. Ο Υπουργός, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δεν έλαβε υπόψη του οποιοδήποτε στοιχείο εξ αντικειμένου ανύπαρκτο. Ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη του ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. ΄Ολα όσα περιλαμβάνονται στην ΄Εκθεση της Διευθύντριας, με την οποία συμφώνησε, είναι απόλυτα σχετικά με την αιτήτρια, αφορούν την εδώ παραμονή της και το περιβάλλον της και ορθά λήφθηκαν υπόψη, αφού προέκυψαν από την έρευνα της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου. Πλάνη περί τα πράγματα δεν υπάρχει, όταν η διοίκηση σταθμίζει και αξιολογεί στοιχεία και γεγονότα που τίθενται ενώπιόν της για κρίση, εκτιμά στην ουσία διάφορα και αντιφατικά στοιχεία και προτιμά ορισμένα από αυτά, εφόσον η επιλογή στην οποία καταλήγει είναι λογικά επιτρεπτή. Με την προσφυγή της, η αιτήτρια αμφισβητεί, περαιτέρω, τη νομιμότητα της απόρριψης του αιτήματός της για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της. Στην ουσία, με την ίδια προσφυγή, προσβάλλει δύο διοικητικές πράξεις, χωρίς συνάφεια μεταξύ τους, πράγμα που δεν είναι επιτρεπτό. Στη Χριστοφίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 766, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 770-771) «Η νομολογία του Ελληνικού Συμβουλίου Επικρατείας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 274) έχει διαμορφώσει τους πιο κάτω κανόνες: 'Συγχωρείται η διά του αυτού δικογράφου προσβολή επί ακυρώσει πλειόνων της μιας πράξεων, οσάκις άπασαι αι προσβαλλόμεναι πράξεις είναι συναφείς διότι λ.χ. η μια πράξις αποτελεί προϋπόθεσιν της άλλης: 1821
(53), ή οσάκις διά του αυτού δικογράφου προσβάλλονται πλείονες πράξεις αίτινες αφορώσιν άπασαι τον αιτούντα, ερείδονται εις τας αυτάς διατάξεις του νόμου, φέρουσι ταυτόσημον αιτιολογίαν και εξεδόθησαν παρά του αυτού οργάνου και κατά την ίδιαν διοικητικήν διαδικασίαν: 1419
(53)(βλ. έλλειψιν συνάφειας εν 1817
(56), 497, 2097
(56)). Οσάκις δεν συντρέχουσιν αι προϋποθέσεις της συνάφειας η αίτησις ακυρώσεως θεωρείται ως παραδεκτώς ασκουμένη μόνο ως προς την πρώτην των προσβαλλομένων πράξεων: 1654
(56), 858
(54), χωρεί όμως πάντοτε χωρισμός δικογράφου, οπότε το εμπρόθεσμον των ύστερον κατατεθεισών αιτήσεων κρίνεται εκ της αρχικής: 1629
(53).' Σύμφωνα με τον Τσάτσο, 'Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας', ΄Εκδοση Τρίτη, σελ. 357-58: '175.- Νομίμως σωρεύεται εν τη αυτή αιτήσει η προσβολή πράξεων δύο διαφόρων αρχών ή προσώπων ασκούντων διοίκησιν, εκπροσωπουμένων διά του αυτού Υπουργού, εφ' όσον είναι συναφείς, ως επί παραδείγματι εάν η μία τυγχάνη προϋπόθεσις της άλλης. Προσβολή εξ άλλου δι' ενός δικογράφου δύο αυτοτελών διοικητικών πράξεων μη εχουσών την ως ανωτέρω σχέσιν μηδέ συναποτελουσών σύνθετον διοικητικήν ενέργειαν είναι απαράδεκτος, αλλά δεν επάγεται ολοσχερή του δικογράφου της αιτήσεως ακυρότητα. Τούτο παραμένει μόνον ως προς την πρώτην των προσβαλλομένων πράξεων ισχυρόν. Εάν δε η δευτέρα πράξις προσβληθή μεταγενεστέρως δι' ιδίου δικογράφου προ της εκδόσεως αποφάσεως επί της αρχικής αιτήσεως, το εμπρόθεσμον λογίζεται από της υποβολής της αρχικής αιτήσεως.' .............................................................................................................. ΄Εχει, επίσης, νομολογηθεί ότι δεν υφίσταται συνάφεια επί προσβολής 'πράξεως εκδοθείσας κατά διαδικασίαν άσχετον προς την διαδικασίαν καθ' ην εξεδόθησαν αι λοιπαί συμπροβαλλόμεναι πράξεις, 199/69'. Πράξεις 'είναι συναφείς εφόσον περιέχουν την αυτήν αιτιολογίαν, 1339/61, 2081/61, 1083/62, 1205/62 και 1444/64 ή εφ' όσον η μια ερείδεται επί της ετέρας, 2158/66, 3036/66 ή 'εξ ων η μια εξεδόθη κατ' εφαρμογήν της άλλης, 2315/66, ή ων η μια αποτελεί προϋπόθεσιν της ετέρας, 3094/68, 292/70, 2255/70 ην και συμπληροί, 411/67'. Η Νομολογία μας έχει τροχιοδρομηθεί πάνω στις γραμμές της Ελληνικής Νομολογίας (Βλ. Συμεωνίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 258, στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από τα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Βλ. επίσης Μισιρλής ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 379 και Καραγιώργη κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 325/95 και 479/95/5.3.98).» ΄Εχω την άποψη ότι οι δύο πράξεις που προσβάλλονται όχι μόνο δεν είναι συναφείς, αλλά ούτε η μια αποτελεί προϋπόθεση της άλλης. Περαιτέρω, αυτές δεν περιέχουν την ίδια αιτιολογία, ούτε η μια εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της άλλης, ή συμπληρώνει την άλλη. Αποτελούν ανεξάρτητες και αυτοτελείς πράξεις, έτσι ώστε η προσφυγή ως προς τη θεραπεία υπό στοιχείο 2, δηλαδή την αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόρριψης της αίτησης για ανανέωση της προσωρινής άδειας παραμονής της αιτήτριας ασκήθηκε απαράδεκτα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το συγκεκριμένο αίτημα δε φαίνεται να απασχόλησε τη Διευθύντρια κατά την ετοιμασία της ΄Εκθεσή της, η οποία υιοθετήθηκε από τον Υπουργό και οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας για πολιτογράφησή της. Εξετάστηκε, καθώς προκύπτει από το διοικητικό φάκελο, αποφασίστηκε και απαντήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο - (Ερυθρό 22 - Επιστολή ημερομηνίας 27/8/2007). Η προσφυγή απορρίπτεται, με €700,00 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με βάση το ΄Αρθρο 146.4(α) του Συντάγματος. Ε. Παπαδοπούλου, Δ. /ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο