← Κύπρος

MARK ANTOINE ABOU HAWBAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1507/2007, 8 Απριλίου 2009

MARK ANTOINE ABOU HAWBAR ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1507/2007, 8 Απριλίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ [Υπόθεση Αρ. 1507/2007] 8 Απριλίου, 2009 [Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ MARK ANTOINE ABOU HAWBAR Αιτητής v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ

  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ Καθ' ων η αίτηση Δ. Κακουλλής για τον αιτητή. Γ. Χατζηχάννα για τους καθ' ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ο αιτητής κατάγεται από το Λίβανο. Από το 1996, με κάποιες διακοπές, διέμενε στην Κύπρο δυνάμει αδειών προσωρινής διαμονής και εργασίας. Αντικείμενο της προσφυγής είναι απόφαση ημερομηνίας 9.8.07, για την απόρριψη του αιτήματός του για παραχώρηση της κυπριακής υπηκοότητας, με πολιτογράφηση. Ο αιτητής πληρούσε τα τυπικά προαπαιτούμενα και δεν ήταν με αναφορά σ' αυτή την πτυχή που απορρίφθηκε το αίτημά του. Αναγνωρίζει δε και ο ίδιος, ορθώς, πως το θέμα δεν εξαντλείται με τη διαπίστωση πως συνυπάρχουν τα τυπικά προαπαιτούμενα. Αυτά, όπως εξηγήθηκε πρόσφατα και στην απόφαση της Ολομέλειας στην Ήρωα ν. Δημοκρατίας

(2005)3 ΑΑΔ 307, δεν παρέχουν δικαίωμα για πολιτογράφηση αλλά μόνο δικαίωμα στον αλλοδαπό να αποταθεί για πολιτογράφηση. Από εκεί και πέρα το θέμα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Υπουργού και η συναφής κρίση του είναι απόλυτη εφόσον ασκείται με καλή πίστη. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας που εξέδωσε ο Νικολάου, Δ.: «Πρόκειται για κρατική εξουσία η οποία, σε αυτές τις περιπτώσεις, ασκείται νόμιμα εφόσον ασκείται καλόπιστα. Ο ασκών την εξουσία δεν παύει να ενεργεί καλόπιστα όπου η απόφαση του για τη μη πολιτογράφηση αλλοδαπού στηρίζεται μόνο σε λογική αμφιβολία και όχι σε ο,τιδήποτε πέραν αυτής. Εφόσον λοιπόν τηρείται η προϋπόθεση της καλής πίστης, η κρίση της διοίκησης αναγνωρίζεται ως προς τα άλλα να είναι απόλυτη.» Στο πλαίσιο της έρευνας που αναλήφθηκε διατυπώθηκαν οι απόψεις του Επάρχου Λεμεσού, της ΥΑΜ, της ΚΥΠ και της Διευθύντριας του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Δεν υπήρξαν αρνητικά σχόλια αναφορικά με το χαρακτήρα του αιτητή. Αντίθετα ο Έπαρχος σημείωσε πως φαινόταν να είναι καλού χαρακτήρα, με ευγενικούς τρόπους συμπεριφοράς. Δεν συστήθηκε, όμως, η έγκριση της αίτησης αυτής από τον Έπαρχο επειδή «η σχέση του αιτητή με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή και τίποτε το ιδιαίτερο δεν συνδέει τον αιτητή με αυτή». Με την προηγούμενη επισήμανση πως δεν μιλούσε Ελληνικά. Το ίδιο και από την ΥΑΜ η οποία, αιτιολογώντας την αρνητική σύστασή της, αναφέρθηκε στο γεγονός πως δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου την ελληνική γλώσσα και στην κρίση πως ήταν άτομο το οποίο δεν έχει ενταχθεί πλήρως στο κοινωνικό σύνολο, δεν διατηρεί οποιουσδήποτε ιδιαίτερους δεσμούς με τον τόπο μας και η σχέση του με την Κύπρο είναι καθαρά εργασιακή. Όπως και η Διευθύντρια, στο τέλος. Με αναφορά στα δεδομένα, εισηγήθηκε πως η συνύπαρξη των τυπικών προαπαιτουμένων δεν μπορεί αφ' εαυτής να οδηγεί σε έγκριση και πως αυτή, εν τέλει, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της στάθμισης όλων των δεδομένων με προεξάρχον εκείνο του δημοσίου συμφέροντος. Ο Υπουργός απέρριψε το αίτημα παραπέμποντας στο σχετικό κυρίαρχο δικαίωμα και σημειώνοντας πως ο αιτητής ήλθε στην Κύπρο για σκοπούς προσωρινής απασχόλησης και πως δεν υπάρχει ουσιώδης λόγος που να δικαιολογεί την έγκρισή του ώστε να καταστεί Κύπριος πολίτης. Ο αιτητής υποστηρίζει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, παραγνωρίζοντας όμως πως αυτή είναι αρρήκτως συνδεδεμένη προς τις ταυτόσημες επισημάνσεις ως προς την ελληνική γλώσσα και, συναφώς, ως προς τη σχέση του αιτητή με την Κύπρο, χρόνια μετά την εδώ άφιξή του, ως καθαρά εργασιακή και αυτό ανεξάρτητα από ορισμένες γενικότερης φύσης σκέψεις της Διευθύντριας που και εκείνες όμως στόχευαν ακριβώς στην υπόδειξη πως δεν θα πρέπει να είναι μηχανιστικός ο χειρισμός ώστε αυτός να εξαντλείται στο κατά πόσο «έχουν καταφέρει να παραμείνουν το χρονικό διάστημα που απαιτεί ο Νόμος». Όπως, επίσης, ανεξάρτητα από τις σκέψεις της Διευθύντριας αναφορικά με τη δυνατότητα διεκδίκησης από τον αιτητή του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος, στις οποίες ο αιτητής αφιέρωσε επιχειρήματα. Αλυσιτελώς, όμως, αφού δεν τίθεται τέτοιας φύσης ζήτημα ενώπιόν μου. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του αιτητή αφορούσαν στην έρευνα που διεξάχθηκε, ελλιπή κατά την εισήγησή του, και στο συνυπολογισμό στοιχείων που δεν καταγράφονται στο Νόμο ως σχετικά. Όπως, ακριβώς, η γνώση της ελληνικής γλώσσας, μάλιστα με το υπονοούμενο πως δεν ερευνήθηκε η γνώση άλλης επίσημης γλώσσας (χωρίς όμως και να επικαλείται τέτοια γνώση) και με την επίκληση πιστοποιητικού από κάποια φιλόλογο πως στο παρελθόν, είχε παρακολουθήσει «ιδιωτικά μαθήματα της ελληνικής γλώσσας» αλλά και η σχέση του με την Κύπρο ως απλώς εργασιακή. Δεν έχει αμφισβητηθεί πως ο αιτητής υποβλήθηκε σε προφορική συνέντευξη και αυτό προκύπτει και από το περιεχόμενο της Έκθεσης του Επάρχου που σημειώνει όσα ο αιτητής «ανέφερε». Ευλόγως συναρτώνται προς τις διαπιστώσεις από αυτή τα επισημανθέντα και η αναφορά του αιτητή, στην αγόρευσή του, σε πιστοποιητικό για μαθήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και σε ελλιπή συναφώς έρευνα, δεν συνυπολογίζει το γεγονός πως αυτό, το οποίο εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται σε απλά μαθήματα στην περίοδο Νοεμβρίου 2003 και Νοεμβρίου 2004 δεν τέθηκε ενώπιον της διοίκησης. Επίσης, ως προς τη γνώση άλλης επίσημης γλώσσας, το γεγονός πως ρητά εξειδικεύεται στην Έκθεση του Επάρχου πως «μιλά αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, όχι όμως ελληνικά». Ασφαλώς τα αναφερθέντα σε σχέση με τη γνώση της ελληνικής γλώσσας και συναφώς της σχέσης του αιτητή με την Κύπρο δεν καταγράφονται στο Νόμο ως προϋπόθεση. Δεν μπορώ όμως και να συμμεριστώ την άποψη πως είναι άσχετα, μη δυνάμενα να συνδεθούν προς τις παραμέτρους της ευρείας διακριτικής εξουσίας του Υπουργού. (Βλ. Αyotunde A. EDU κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 1439/06, ημερομηνίας 7.10.08). Στις Εκθέσεις καταγράφηκαν οι λεπτομέρειες των αφίξεων και αναχωρίσεων του αιτητή από την Κύπρο, οι εδώ εργοδοτήσεις του και διάφορες προσωπικές περιστάσεις του. Δεν τεκμηριώθηκε πλάνη σε σχέση με οτιδήποτε ούτε και ελλιπής έρευνα που θα άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο πλάνης. Στις Εκθέσεις περιλήφθηκαν και όσα θετικά για τον αιτητή διαπιστώθηκαν και, στο σύνολο, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι δεν ήταν καλόπιστος ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το αίτημά του. Να μη μας διαφεύγει πως εδώ υπό συζήτηση δεν είναι απλώς η παραμονή του αιτητή στην Κύπρο αλλά το ευρύτερης σημασίας ζήτημα της απόδοσης της Κυπριακής Υπηκοότητας. Και τα δυο ελέγχονται, βεβαίως, με αναφορά στην καλή πίστη, αλλά στη δεύτερη περίπτωση είναι αντιστοίχως ευρύτερες και οι παράμετροι. Η προσφυγή αποτυγχάνει με €1.200 έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Γ. Κωνσταντινίδης, Δ. /ΜΣι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.