SALIM AHMED ΚΑΙ SADIA NOOR ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Υπόθεση Αρ. 112/2008, 29 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 112/2008) 29 Μαΐου, 2009 [Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ SALIM AHMED ΚΑΙ SADIA NOOR, Αιτητές, ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ' ης η Αίτηση. ________________________ ΄Αντρη Ιωάννου (κα), για τους Αιτητές. Λουΐζα Γρηγορίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για την Καθ' ης η Αίτηση. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο όπως κηρύξει άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, (η «Αναθεωρητική Αρχή»), με την οποία διοικητική προσφυγή τους εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίφθηκε. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου αφορούσε αίτημά τους για επανάνοιγμα της υπόθεσής τους, για παραχώρηση σ' αυτούς του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα, σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο του 2000, (Ν. 6(Ι)/2000), (όπως τροποποιήθηκε), (ο «Νόμος»). Ο αιτητής και η σύζυγός του, πακιστανικής καταγωγής, υπέβαλαν, ο πρώτος στις 18/3/2004 και η δεύτερη στις 11/3/2005, αίτηση για παραχώρηση σ' αυτούς του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα. Ο πρώτος ισχυρίστηκε ότι ήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία νόμιμα στις 10/1/2003, αφού προηγουμένως εξασφάλισε άδεια εργασίας, ενώ η σύζυγός του εισήλθε με φοιτητική βίζα στις 14/2/
- Ο λόγος που ο σύζυγος εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του είναι θρησκευτικός - ανήκει στο θρήσκευμα των Αχματί. Εάν επιστρέψει, ισχυρίστηκε, στη χώρα του, η οποία είναι μουσουλμανική, αντιμετωπίζει κίνδυνο να τον σκοτώσουν. Τους ίδιους φόβους αντιμετωπίζει και η σύζυγός του, η οποία, επίσης, είναι Αχματί. Οι αιτητές, σε συνέντευξη που είχαν στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου με λειτουργό της, επανέλαβαν, ουσιαστικά, όσα στην αίτησή τους παρέθεσαν σε σχέση με τους λόγους που τους ώθησαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, δίδοντας περαιτέρω λεπτομέρειες για τα διάφορα περιστατικά που συνέβησαν ενώ αυτοί βρίσκονταν στο Πακιστάν. Ο σύζυγος ισχυρίστηκε ότι εισήλθε νόμιμα στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να επιδείξει το διαβατήριό του, βοηθούμενος από τον πράκτορά του, ενώ η σύζυγός του, καθώς ανέφερε, αντιμετώπιζε πρόβλημα στη χώρα της, όχι επειδή η ίδια ανήκει στους Αχματί, αλλά επειδή ο σύζυγός της ανήκει σ' αυτούς. Προς υποστήριξη του αιτήματός τους, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής τους, παρουσίασαν διάφορα έγγραφα. Το αίτημά τους εξετάστηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, αποδεχόμενος εισήγηση λειτουργού που είχε συνέντευξη μαζί τους, το απέρριψε. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, οι αιτητές καταχώρισαν ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής διοικητική προσφυγή, προβάλλοντας διάφορους λόγους για το εσφαλμένο της. Παρουσίασαν, επίσης, διάφορα έγγραφα. Στις 18/1/2007, αρμόδιος λειτουργός τα εξέτασε και εισηγήθηκε απόρριψη της διοικητικής προσφυγής. Ακολούθως, στις 19/1/2007, η Αναθεωρητική Αρχή, αποδεχόμενη την εισήγηση και αφού σχολίασε όλα τα έγγραφα και τους λόγους που πρόβαλε η συνήγορος των αιτητών, απέρριψε τη διοικητική προσφυγή και τους ειδοποίησε σχετικά. Η νομιμότητα της απόφασης αυτής δεν αμφισβητήθηκε από τους αιτητές, ζητήθηκε, όμως, ένα μήνα μετά, δηλαδή στις 19/2/2007, από την Υπηρεσία Ασύλου, με επιστολή της συνηγόρου τους, επανεξέταση του αιτήματος, στη βάση νέων υποστηρικτικών εγγράφων. Μετά την πιο πάνω επιστολή, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, αποδέχτηκε εισήγηση αρμόδιου λειτουργού να κληθούν οι αιτητές σε συνέντευξη, με σκοπό να εξηγήσουν το λόγο που αυτοί δεν παρουσίασαν τα νέα στοιχεία κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εξέταση του αιτήματός τους. Διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς το λόγο που οι αιτητές δεν προσκόμισαν προηγουμένως τα διάφορα έγγραφα και ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος εξέτασε την υπόθεση, αποδεχόμενος την εισήγηση λειτουργού, αποφάσισε ότι δεν εδικαιολογείτο επανάνοιγμα της υπόθεσής τους. Οι αιτητές ειδοποιήθηκαν, με επιστολή ημερομηνίας 26/4/
- Εναντίον της απορριπτικής απόφασης, οι αιτητές άσκησαν διοικητικές προσφυγές, τόσο μέσω της συνηγόρου τους στην παρούσα προσφυγή όσο και μέσω της οργάνωσης Future World Centre. Η Αναθεωρητική Αρχή μετέφρασε τα υποστηρικτικά έγγραφα, που η συνήγορος των αιτητών υπέβαλε με την επιστολή της ημερομηνίας 19/2/2007, τα οποία, καθώς έκρινε, εσφαλμένα δεν είχαν μεταφραστεί από την Υπηρεσία Ασύλου, με σκοπό να διαπιστώσει εάν αυτά αποτελούν νέα στοιχεία, που δικαιολογούν επανάνοιγμα του φακέλου. Μετά από εξέταση του περιεχομένου τους και τη διαπίστωση σημαντικών αντιφάσεων μεταξύ αυτού και των όσων οι αιτητές ισχυρίστηκαν στη συνέντευξη που είχαν με τη λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου στις 11/3/2005, απέρριψε τη διοικητική προσφυγή. Σε σχέση με τα όσα η συνήγορος των αιτητών ισχυρίστηκε στη διοικητική προσφυγή τους, διαπίστωσε τα εξής:- «
- Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να μην εξετάσει κατά ουσία το περιεχόμενο των εγγράφων και να μην επανανοίξει το φάκελο καλώντας τους σε συνέντευξη είναι λανθασμένη. Επίσης οι νομικοί εκπρόσωποι ισχυρίζονται ότι μέσω των εγγράφων εξακριβώνεται ότι κινδυνεύει η ζωή των προσφευγόντων στη χώρα τους. Η Υπηρεσία Ασύλου όφειλε να μεταφράσει τα έγγραφα για να διαπιστωθεί αν πραγματικά αποτελούσαν νέα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι κινδυνεύει η ζωή των προσφευγόντων στη χώρα τους. Αυτό έγινε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων και διαπιστώθηκε ότι υπήρξαν αντιφάσεις μεταξύ του περιεχομένου των εγγράφων και των ισχυρισμών τους στη συνέντευξη κατά την πρωτοβάθμια εξέταση και γι' αυτό τα έγγραφα δεν έγιναν δεκτά για να στηρίξουν το αίτημα τους.
- Επί πλέον, η παράλειψη στην επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 26/4/2007 να ενημερώσει τους προσφεύγοντες ότι μπορούσαν να υποβάλουν ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, εντός είκοσι εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που έλαβαν γνώση της απόφασης του Προϊσταμένου, δεν προκάλεσε ουδεμία ζημιά στους προσφεύγοντες αφού η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων έκανε αποδεκτή την προσφυγή τους.
- Ο εκπρόσωπος των προσφευγόντων ισχυρίζεται ότι εφόσον εκδόθηκε απόφαση χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στους προσφεύγοντες σε συνέντευξη επί της ουσίας του αιτήματος, η απόφαση πάσχει από έλλειψη δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολόγησης επί της ουσίας και του πυρήνα του αιτήματος. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν αιτιολογημένη ως προς το ότι όφειλαν να προσκομίσουν τα έγγραφα στη συνέντευξη όταν τους ζητήθηκε. Παρόλα ταύτα η καθυστέρηση προσκόμισης των εγγράφων από μόνη της δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου. Εντούτοις αυτά τα έγγραφα εξετάστηκαν και δεν δικαιολογούν το επανάνοιγμα του φακέλου.
- Ο εκπρόσωπος των προσφευγόντων ζητεί όπως διερευνηθούν τα νέα στοιχεία και αν κριθεί σκόπιμο να του παραχωρηθεί το προσφυγικό καθεστώς. Σε περίπτωση μη αναγνώρισης ζητεί όπως εξεταστεί το κατά πόσο θα πρέπει να του παραχωρηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά την εξέταση του φακέλου δεν εκρίθηκε σκόπιμο να επανανοίξει ο φάκελος των προσφευγόντων.» Για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης, οι αιτητές προβάλλουν διάφορους λόγους, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δικαιολογούν επέμβαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι η απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, λόγω πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο, είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς έρευνας και στερείται αιτιολογίας. Επίσης, ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της χρηστής διοίκησης και οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, αφού η υπόθεση αποφασίστηκε, χωρίς προηγουμένως να τους δοθεί η ευκαιρία να εξηγήσουν τις διάφορες αντιφάσεις, που, κατά την Αναθεωρητική Αρχή, υπήρχαν, δεδομένης, μάλιστα, της διαπίστωσης της παράλειψης της Υπηρεσίας Ασύλου να μεταφράσει τα διάφορα έγγραφα. ΄Εχω εξετάσει με προσοχή όλα όσα οι αιτητές επικαλούνται. Δε διαπιστώνω ο,τιδήποτε, που να δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου στην απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής. Οι διατάξεις του Νόμου εφαρμόστηκαν ορθά, όσο και αν η διαδικασία που ακολουθήθηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ως προς τα υποστηρικτικά έγγραφα δεν ήταν η ορθή, όπως άλλωστε διαπίστωσε και η Αναθεωρητική Αρχή, η οποία τα μετέφρασε και εξέτασε το περιεχόμενό τους. Το γεγονός ότι οι αιτητές δεν κλήθηκαν ενώπιόν της σε νέα συνέντευξη δε συνιστά στέρηση του δικαιώματός τους να ακουστούν, ούτε και παράβαση του Νόμου. Παρόμοιο ζήτημα ηγέρθη και εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Singh ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 393. Τα εκεί αποφασισθέντα, τα οποία παραθέτω στη συνέχεια, απαντούν τους ισχυρισμούς των αιτητών:- (σελ. 398) «Σύμφωνα με το άρθρο 28 Ζ η διαδικασία ενώπιον της Αρχής μπορεί να είναι τόσο γραπτή, όσο και ακροαματική. Η Αρχή εξετάζει κάθε διοικητική προσφυγή, ύστερα από διερεύνηση της υπόθεσης από αρμόδιο λειτουργό, ο οποίος και υποβάλλει σχετική έκθεση. Η δυνατότητα κλήσης του αιτητή σε προσωπική συνέντευξη είναι, σύμφωνα με το άρθρο 28 Ζ
(3), στην ευχέρεια τόσο της Αρχής, όσο και του αρμόδιου λειτουργού. Εξ ίσου θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας είναι και η απόφαση της Αρχής να διεξάγει ή όχι ακροαματική διαδικασία, στην οποία έχει την εξουσία να καλεί ενώπιόν της, όχι μόνο τον αιτητή, αλλά και οποιουσδήποτε εμπειρογνώμονες ήθελε αποφασίσει ή τον αρμόδιο λειτουργό της Αρχής ή ακόμα και εκπρόσωπο της Υπηρεσίας Ασύλου. Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Αρχής γίνεται σε κλειστή συνεδρία. Η Αρχή, ακόμα και στην περίπτωση που ο αιτητής υποβάλλει νέα στοιχεία, έχει την απόλυτη ευχέρεια είτε να τον καλέσει σε προσωπική συνέντευξη, είτε σε ακροαματική διαδικασία. Κατά πόσο τα στοιχεία που υποβάλλονται από τον αιτητή είναι νέα, κρίνεται από την Αρχή. Στις παρούσες περιπτώσεις δεν βλέπουμε να έχει παραβιαστεί οποιαδήποτε πρόνοια του άρθρου 28 Ζ, αφού η Αρχή διεξήγαγε τη διαδικασία μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Είναι φανερό από τη νομοθετική ρύθμιση ότι η άμεση συμμετοχή των αιτητών δεν είναι απαραίτητη. Είχαν την ευκαιρία να εκθέσουν στη διοικητική προσφυγή που καταχώρησαν τις απόψεις τους, αλλά και τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι λανθασμένη. Σχετική μάλιστα ειδοποίηση για το δικαίωμά τους αυτό, παρέχεται και στην απόφαση με την οποία τους γνωστοποιείται η απόρριψη του αιτήματός τους για παροχή ασύλου, από την Υπηρεσία Ασύλου (βλέπε παράρτημα Ε της ένστασης στην προσφυγή υπ' αρ. 761/2005).» Ούτε οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας ευσταθούν. Η Αναθεωρητική Αρχή εξέτασε με μεγάλη λεπτομέρεια όλα όσα είχε ενώπιόν της και έδωσε πειστικούς λόγους γιατί δε δικαιολογείται επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η απόφασή της είναι πλήρως αιτιολογημένη. Τα περί πλάνης κατά τη λήψη της απόφασης δεν έχουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τεκμηριωθεί. ΄Ολα τα στοιχεία, τα οποία οι αιτητές αλλά και η συνήγορός τους και η οργάνωση Future World Centre έθεσαν με τις διοικητικές προσφυγές τους, εξετάστηκαν με προσοχή και αιτιολογήθηκε η απόρριψη τους αιτήματός τους. Ουσιαστικά, οι αιτητές ζητούν επανεκτίμηση των γεγονότων, με σκοπό την υποκατάσταση της απόφασης της αρμόδιας Αρχής με απόφαση του Δικαστηρίου, πράγμα, όμως, ανεπίτρεπτο, με βάση το δίκαιο που διέπει τον αναθεωρητικό έλεγχο. ΄Οπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στη Latif v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων
(2006)3 Α.Α.Δ. 533:- (σελ. 535-536) «Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε επανεκτίμηση των γεγονότων ούτε και υποκαθιστά την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής με τη δική του. Το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου που διέπουν το θέμα.» Η προσφυγή απορρίπτεται, με €800,00 έξοδα, υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με βάση το ΄Αρθρο 146.4(α) του Συντάγματος. Ε. Παπαδοπούλου, Δ. /ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο