ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ-ΠΑΥΛΙΔΗ ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 877/2007, 7 Σεπτεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 877/2007) 7 Σεπτεμβρίου 2009 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ-ΠΑΥΛΙΔΗ, Αιτήτρια, - ΚΑΙ - ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ης η αίτηση. ----------------------------- Ι. Νικολάου, για την Αιτήτρια. Ρ.Πετρίδου (κα), - Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ ης η αίτηση. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Η αιτήτρια είναι κάτοχος του ακαδημαϊκού τίτλου Diploma of Teaching in Early Childhood Education που απέκτησε από το Sydney College of Advance Education της Αυστραλίας. Το 1998 υπέβαλε αίτηση και ενεγράφη στον πίνακα διοριστέων νηπιαγωγών. Το 2000 η αιτήτρια διορίστηκε στη θέση αντικαταστάτη, ως νηπιαγωγός. Από τις 9.1.2001 μέχρι τις 31.8.2007 διοριζόταν ως νηπιαγωγός πάνω σε έκτακτη βάση, τοποθετείτο δε στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α
- Η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (στο εξής η Επιτροπή) διαπίστωσε, μετά από έρευνα, ότι η αιτήτρια δεν κατείχε πτυχίο νηπιαγωγού πανεπιστημιακού επιπέδου και σε συνεδρία ημερ. 2.4.2007 αποφάσισε (α) τη δημιουργία ενός νέου καταλόγου διοριστέων για το 2008 «Πίνακας Διοριστέων Νηπιαγωγών κλίμακα Α5-Α7», στον οποία να συμπεριληφθούν όσοι υπέβαλαν αίτηση για εγγραφή από τις 2.10.1997 και κατέχουν τα απαιτούμενα προσόντα για εγγραφή στην κλίμακα Α5-Α
- (β) το Φεβρουάριο του 2008 να αφαιρεθούν τα ονόματα των υποψηφίων που θα περιληφθούν στον πίνακα της παραγράφου (α) και (γ) τη συνέχιση της εργοδότησης τεσσάρων από τις έντεκα νηπιαγωγούς των κλιμάκων Α5-Α7 που έχουν εργαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με επιστολή ημερ. 26.4.2007 η Επιτροπή γνωστοποίησε στην αιτήτρια ότι, μετά από μελέτη του προσωπικού της φακέλου είχε διαφανεί ότι τα ακαδημαϊκά προσόντα που κατείχε δεν επέτρεπαν την αμοιβή της με βάση τις συνδυασμένες κλίμακες Α8-Α10-Α11 στις οποίες, όπως αναφέρεται, εκ λάθους ή εξ αβλεψίας είχε τοποθετηθεί. Έπρεπε προσθέτει η επιστολή να αμείβεται με βάση τις συνδυασμένες μισθολογικές κλίμακες Α5-Α
- Σ΄ άλλο σημείο της επιστολής η Επιτροπή γνωστοποιεί στην αιτήτρια ότι αποφασίστηκε η αναπροσαρμογή του μισθού της, για να συνάδει με το μισθό της κλίμακας Α5-Α7, από τις 10.2.
- Τέλος, με την ίδια επιστολή η Επιτροπή αποφάσισε να διατηρήσει την εργοδότηση της αιτήτριας στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία με σύμβαση ή ως αντικαταστάτρια. Ταυτοχρόνως γνωστοποιείται στην αιτήτρια ότι δεν μπορεί να τύχει μόνιμου διορισμού ενόσω δεν κατέχει τα απαιτούμενα προσόντα του σχεδίου υπηρεσίας της θέσης Νηπιαγωγού. Προτρέπει δε η Επιτροπή την αιτήτρια να αποταθεί στο ΚΥΣΑΤΣ έτσι ώστε να κριθεί η ισοτιμία/αντιστοιχία του διπλώματος της με το πτυχίο Νηπιαγωγού του Τμήματος Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιστολής η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί «διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω πράξη της Επιτροπής είναι άκυρη, παράνομη και στερουμένη οποιουδήποτε αποτελέσματος.» Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση πρόβαλε προδικαστικώς ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι εκτελεστή αλλά είναι πληροφοριακού χαρακτήρα και ως τέτοια δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής προσφυγής. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από τη συνήγορο της Δημοκρατίας ότι η Επιτροπή, προέτρεψε και συμβούλευσε την αιτήτρια να αποταθεί στο ΚΥΣΑΤΣ έτσι ώστε να διαπιστωθεί η ισοτιμία του διπλώματος της και ως αποτέλεσμα τούτου να συμπεριληφθεί στον κατάλογο διοριστέων. Αντίθετη επί του προκειμένου η εισήγηση του συνήγορου της αιτήτριας τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη απόφαση παράγει αρνητικά αποτελέσματα για την αιτήτρια. Εκφράζεται, όπως είπε, η βούληση της διοίκησης, σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια δεν μπορεί να διοριστεί ως μόνιμο προσωπικά από τη μια και να μειώνεται η μισθολογική της κλίμακα από την άλλη. Βασική προϋπόθεση για να τεκμηριωθεί το παραδεχτό μιας προσφυγής είναι η φύση της πράξης ως διοικητικής, και μέσω αυτής άσκηση εξουσίας. Ο καθορισμός ατομικού κανόνος που να καθορίζει τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις ενός υποκειμένου δικαίου. Δεν καλύπτονται από τη δυνατότητα προσφυγής θέματα πληροφοριακού χαρακτήρα ή ακόμη απλή έκφραση γνώμης, έστω και αν απευθύνεται μόνο προς ένα συγκεκριμένο άτομο. Στην προκείμενη περίπτωση η εκφρασθείσα βούληση της Επιτροπής, με την επιστολή ημερ. 26.4.2007, καθορίζει, επηρεάζει και επιφέρει νέο εργασιακό καθεστώς στην αιτήτρια. Μειώνεται η μισθολογική της κλίμακα, έστω και αν ο διορισμός της ήταν αντικείμενο δικής της συγκατάθεσης. Από τη μσθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α11 υποβιβάζεται στην κλίμακα Α5-Α
- Περαιτέρω, ως συνέπεια της συγκεκριμένης απόφασης διαφοροποιείται το επίπεδο αποδοχής του πτυχίου της αιτήτριας, με συνέπεια, τη μισθολογική της υποβάθμιση από τη μια και από την άλλη ο αποκλεισμός της από τη διεκδίκηση μόνιμου διορισμού. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η προδικαστική ένσταση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Η συγκεκριμένη απόφαση της Επιτροπής αντίκειται, όπως υποστήριξε ο συνήγορος της αιτήτριας στο άρθρο 3Α του περί Αναγνώρισης Διπλωμάτων ή Τίτλων Αναγνωρισμένων Πανεπιστημίων και άλλων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων του Εξωτερικού Νόμου του 1993 Ν. 41(Ι)/
- Όπως τεκμηριώνεται από το φάκελο της υπόθεσης, η Επιτροπή είχε ζητήσει από την αιτήτρια στις 27.5.1996 την προσκόμιση βεβαίωσης κατοχής και γνώσης της ελληνικής γλώσσας. Τίποτε άλλο δεν αμφισβητήθηκε από το δίπλωμα της αιτήτριας όταν υπέβαλε αίτηση για διορισμό και ανανεωνόταν η σύμβαση της για 10 χρόνια, χωρίς να ζητηθεί ο,τιδήποτε άλλο. Η σημερινή αμφισβήτηση, κατέληξε επί του προκειμένου ο συνήγορος, έρχεται σε αντίθεση με το χρονικό περιορισμό που θέτει η πιο πάνω διάταξη η οποία θέτει ως καταληκτική ημερομηνία την 1.9.
- Η Επιτροπή δεν παραβίασε τη σχετική πιο πάνω πρόνοια, υποστήριξε η συνήγορος της Δημοκρατίας αλλά αντίθετα ενήργησε με βάση αυτή. Η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για να συμπεριληφθεί στον κατάλογο διοριστέων το 1988, στην κλίμακα Α5-Α
- Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ο τίτλος που απέκτησε, ούτε σταμάτησε, όπως χαρακτηριστικά είπε η αναγνώριση του ως διπλώματος που επιτρέπει το διορισμό της αιτήτριας ως νηπιαγωγού, απλώς, επιβλήθηκε μια αναπροσαρμογή στη μισθολογική κλίμακα της αιτήτριας. Η συγκεκριμένη απόφαση, υποστήριξε η αιτήτρια, λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί η δέουσα έρευνα. Από την ίδια την επιστολή καταδεικνύεται ότι δεν έγινε καμία έρευνα από την Επιτροπή προς την κατεύθυνση διαπίστωσης αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα που έκδωσε το δίπλωμα της αιτήτριας ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου. Η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί από ένα διοικητικό όργανο κατά το στάδιο διεξαγωγής μιας έρευνας, επαφίεται, είπε η συνήγορος της Δημοκρατίας, στη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού οργάνου. Η Επιτροπή είχε, όπως είπε, ενώπιον της το υλικό και όταν χρειαζόταν περισσότερα στοιχεία ζήτησε από την αιτήτρια να απευθυνθεί στο ΚΥΣΑΤΣ. Η απόφαση της Επιτροπής είναι άκυρη, υποστήριξε η αιτήτρια, γιατί ο τίτλος σπουδών της έγινε αρχικώς αποδεκτός ότι κάλυπτε τις πρόνοιες του τότε υπάρχοντος σχεδίου υπηρεσίας. Στις 24.9.1006 η Επιτροπή γνωστοποιεί στην αιτήτρια ότι για να συμπεριληφθεί στον Πίνακα Διοριστέων πρέπει να επιτύχει σε εξετάσεις των Νέων Ελληνικών και επίσης της ζήτησε να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης. Στις 26.5.1997 η αιτήτρια γνωστοποιεί στην Επιτροπή ότι είχε παρακολουθήσει τα ζητηθέντα επιμορφωτικ,ά σεμινάρια και παρακάθησε στις εξετάσεις των ελληνικών. Και μετά από τα πιο πάνω στις 10.6.1997 η Επιτροπή της γνωστοποιεί ότι η αίτηση της για την εγγραφή στον Πίνακα Διοριστέων για τη θέση του Νηπιαγωγού, γίνεται δεκτή. Η μεταγενέστερη αυτή ενέργεια της Επιτροπής να παραπέμψει την αιτήτρια στο ΚΥΣΑΤΣ για να κριθεί η ισοτιμία του διπλώματος της με τους νηπιαγωγούς του Πανεπιστημίου Κύπρου, δεν μπορούσε να γίνει γιατί η Επιτροπή παρανόμως δεν προέβη η ίδια στην αξιολόγηση του διπλώματος της αιτήτριας. Η συνήγορος της Δημοκρατίας αντιπρότεινε επί του προκειμένου ότι η αιτήτρια είχε αρχικώς εγγραφεί στον πίνακα διοριστέων στην κλίμακα Α5-Α7 και υποστήριξε ότι το μόνο αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει ως προς την ισοτιμία ενός διπλώματος είναι το ΚΥΣΑΤΣ. Και προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε η Επιτροπή. Η ανάκληση της μισθολογικής κλίμακας της αιτήτριας που έγινε με τη σχετική απόφαση της Επιτροπής, παραβιάζει την αρχή που τέθηκε με το άρθρο 54
(1)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 159(Ι)/99). Το συγκεκριμένο άρθρο, πρόσθεσε ο συνήγορος, έχει τελεολογική λειτουργία γιατ6ί διασφαλίζει το δίκαιο τη σταθερότητα και γενικώς τις ευνοϊκώς δημιουργηθείσες καταστάσεις για ένα διοικούμενο. Ενώ η αίτηση της αιτήτριας έγινε αποδεκτή για εγγραφή στον πίνακα διοριστεών νηπιαγωγών από τις 10.6.1997 αφού είχε συμπληρώσει πρόγραμμα επιμόρφωσης, διορίστηκε το 2000, συνέχισε να ανανεώνεται ετήσια η σύμβαση της, αποκομίζοτνας τα μισθολογικά οφέλη της κλίμακας Α8-Α10-Α11, ξαφνικά μετά από 10 χρόνια, όπως χαρακτηριστικά είπε ο συνήγορος, η Επιτροπή μιλά για λάθος. Η ενέργεια αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ούτε ευλόγως μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται περί ανακλήσεως μιας νόμιμης διοικητικής πράξης αφού για να συμβεί αυτό θα πρέπει να καταδειχθεί η ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος. Εν πάση περιπτώσει συνέχισε η συγκεκριμένη ανάκληση δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Απλώς οι καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν ότι έγινε μια επανεκτίμηση των γεγονότων και οδηγήθηκαν στην ανάκληση. Η Δημοκρατία αντιπροτείνει ότι η ανάκληση ήταν δικαιολογημένη εφόσο επρόκειτο περί παρανόμου πράξεως. Ισχύουν οι αρχές, είπε η συνήγορος, σύμφωνα με τις οποίες, υπάρχει νομιμοποίηση ανάκλησης παράνομων πράξεων εφόσον υπάρχει καλή πίστη και υπερέχει το δημόσιο συμφέρον έναντι του ιδιωτικού. Εν πάση περιπτώσει οι ειδικές συνθήκες, υποστήριξε, που σημειώνονται στην απόφαση και έχουν σχέση με τα δικαιώματα και τον ενδεχόμενο επηρεασμό τρίτων προσώπων (νηπιαγωγών), οι οποίες θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α11 δικαιολογούν το δημόσιο συμφέρον, ιδιαιτέρως όταν η ανάκληση έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη με αποτέλεσμα να παραβιάζονται, όπως υποστήριξε η αιτήτρια, τα άρθρα 26-32 του Νόμου 158(Ι)/99. Πουθενά, συνέχισε ο συνήγορος, δεν υπάρχει στο σώμα της απόφασης η αιτιολογία. Γίνεται απλώς επίκληση του γεγονός ότι η αρχική τοποθέτηση της αιτήτριας στην κλίμακα Α8-Α10-Α11 έγινε λόγω λάθους ή αβλεψίας. Στην περίπτωση δυσμενών αποφάσεων για το διοικούμενο, πρέπει, συνέχισε, να υπάρχει ειδική αιτιολογία, κάτι το οποίο στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει. Ούτε επίσης εξειδικεύονται οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος που απαιτείται να συμπεριλαμβάνονται σε μια τέτοια απόφαση με βάση το άρθρο 54
(1)
(2)του Ν. 158(Ι)/
- Αντιθέτως, η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η επιστολή ημερ. 26.4.2007 εφοδίασε επαρκώς το Δικαστήριο με τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία τα οποία θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να ασκήσει το δικαστικό του έλεγχο. Από το ίδιο το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης είναι σαφές ότι η Επιτροπή, αφού ζήτησε και έλαβε διαβεβαίωση ως προς τη γνώση της ελληνικής γλώσσας και την παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων από την αιτήτρια, προχώρησε και έκαμε αποδεκτή την αίτηση της για εγγραφή στον κατάλογο Διοριστέων Νηπιαγωγών, (επιστολή 10.6.1997). Η εργοδότηση της αιτήτριας ως αντικαταστάτριας νηπιαγωγού το 2000, και η ανανέωση κάθε χρόνο της σύμβασης της μέχρι το 2007, είναι επίσης αναντίλεκτο γεονός. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετηθεί στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α
- Με την επιστολή της ημερ. 26.4.2007, η Επιτροπή προβαίνει σε ανάκληση της ατομικής πράξης που αφορούσε τη μισθολογική κλίμακα της αιτήτριας. Οι κανόνες που ρυθμίζουν την ανάκληση διοικητικών πράξεων ενσωματώθηκαν στις πρόνοιες του άρθρου 54 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 1999 (158(Ι)/99). Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» Τόμος Ι (12η έκδοση) παρα.174, δίδει το εύρος της αναγκαίας ρύθμισης: «Με τους κανόνες αυτούς επιδιώκεται ασφάλεια δικαίου, δηλαδή η σταθερότητα των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που δημιουργούνται με τις διοικητικές πράξεις, προς χάρη της εύρυθμης και χρηστής διοίκησης και για τη προστασία των διοικουμένων και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.» Η εξαφάνιση μιας τελείως παράνομης πράξης με νεώτερη, δεν συνιστά ανάκληση. Αυτό ουσιαστικά υποστηρίζει η πλευρά της καθ΄ ης η αίτησης. Για να χαρακτηριστεί όμως μια διοικητική πράξη ως απολύτως άκυρη, είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί ότι εκδόθηκε κατά παράβαση νομοθετικής διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση η Επιτροπή επικαλείται «λάθος ή αβλεψία» για τη μεταβολή της μισθοδοσίας της αιτήτριας. Συνεπώς δεν υπάρχει το αναγκαίο προαπαιτούμενο για επίκληση απόλυτης παρανομίας. Η διάρκεια χρόνου ανάκληση της απόφασης, που έγινε μετά από επτά χρόνια γιατί ο σημαντικός σταθμός δεν είναι η συμπερίληψη της αιτήτριας στον κατάλογο διοριστέων που έγινε με την επιστολή 10.6.1997, αλλά με τον πρώτο διορισμό της στη θέση αντικαταστάτριας-νηπιαγωγού που έγινε, όπως είναι αποδεκτό το
- Το κριτήριο διαπίστωσης του ευλόγου, ως προς το διαρρεύσαντα χρόνο μεταξύ των δύο πράξεων είναι άρρηχτα συνδεδεμένο με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ήταν μια μεμονωμένη ενέργεια που απλώς έγινε και ξαφνικά σε μια επανεκτίμηση διαπιστώθηκε το λάθος και διορθώνεται. Εδώ η Επιτροπή ανανέωσε το διορισμό και επανέλαβε την τοποθέτηση της αιτήτριας στη μισθολογική κλίμακα Α8-Α10-Α11 για επτά συνεχόμενες φορές. Συνεπώς καταλήγω ότι οι αρχές προστασίας των διοικουμένων και η εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης παραβιάζονται, και βρίσκω ότι ο χρόνος που είχε διαρρεύσει είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, που εκφεύγει του «εύλογου χρόνου» (παρ. 2 άρθρο 54, Ν. 158(Ι)99). Αφήνω που στην εξεταζόμενη υπόθεση η απόφαση της Επιτροπής να τοποθετήσει την αιτήτρια στην κλίμακα Α8-Α10-Α11, είναι πράξη συστατική, με την έννοια ότι η θέσπιση της και η δημιουργία της υφιστάμενης νομικής κατάστασης επέφερε απ΄ ευθείας ατομικό δικαίωμα για την αιτήτρια. Η ανάκληση πράξεων επωφελών για το διοικούμενο δεν μπορούν να ανακληθούν λόγω μεταγενέστερης διαφορετικής εκτίμησης. (βλ. Ζίττης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2000)3 Α.Α.Δ. 198 και Κυνηγού κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(1998)3 Α.Α.Δ. 472. Το πιο πάνω ώθησε την Επιτροπή να λάβει την επίδικη απόφαση. Μετέβαλε την αντίληψη της ως προς τα προσόντα της αιτήτριας, χωρίς να καταδειχθεί λόγος δημοσίου συμφέροντος γι΄ αυτή την ενέργεια. Για το λόγο αυτό και μόνο θα αποδεχόμουν την ορθότητα της προσφυγής. Θα εξετάσω όμως και τον άλλο λόγο ακύρωσης που προβάλλει η αιτήτρια. Η απόφαση της Επιτροπής είχε δυσμενείς συνέπειες για την ίδια, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω. Είχε θεσμία υποχρέωση η Επιτροπή να αιτιολογήσει την απόφαση της. Η αιτιολογία ότι απλώς έγινε λάθος, οδηγεί στην αξιολόγηση του διπλώματος της αιτήτριας που δόθηκε όταν υποβλήθηκε η αίτηση της (ημερ. 23.5.1997). Η Επιτροπή είχε υποχρέωση να συμπεριλάβει στην απόφαση της τις ενέργειες που έγιναν ώστε να οδηγηθεί στο πιο πάνω συμπέρασμα, με τέτοιο τρόπο που να καθιστά δυνατό το δικαστικό έλεγχο. Η χρήση των λέξεων «από λάθος ή αβλεψία» σαφώς δεν ικανοποιεί την πιο πάνω υποχρέωση. (βλ. Δανίδης ν. Αρχής Λιμένων, Α.Ε. 60/06, ημερ. 22.9.2008 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ., 259). Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η απόφαση της Επιτροπής ημερ. 26.4.2007, δεν είναι αιτιολογημένη. Θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθώ με τους άλλους λόγους ακύρωσης. Η προσφυγή επιτυγχάνει. Η απόφαση της Επιτροπής ημερ. 26.4.2007 ακυρούται. Ποσό €1.700,00 έξοδα επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση. Κ.Παμπαλλής, Δ. /ΜΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο