← Κύπρος

OLEKSIY NOVIKOV κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Υπόθεση Αρ. 681/2008, 23 Οκτωβρίου 2009

OLEKSIY NOVIKOV κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Υπόθεση Αρ. 681/2008, 23 Οκτωβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 681/2008) 23 Οκτωβρίου, 2009 [ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

  1. OLEKSIY NOVIKOV,
  2. VIVA CHABANYUK, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. - - - - - - Στ. Λεμονάρη, για τους Αιτητές. Τζ. Καρακάννα, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: Οι αιτητές, Ουκρανοί υπήκοοι, ήρθαν στην Κύπρο νόμιμα τον Μάρτιο του 2004 μέσω Ρωσίας. Υπέβαλαν αίτηση ασύλου στην οποία δήλωσαν ως λόγο φυγής από τη χώρα τους την καταδίωξη από τη μαφία και δήλωναν ότι δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν λόγω του ότι η ζωή τους και της οικογένειας τους κινδύνευε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αίτηση τους, δέχθηκαν απειλές για εξόντωση από κρατικά όργανα που εξυπηρετούν ομάδα της μαφίας, επειδή η οικογένεια τους κατέχει πληροφορία για επεξεργασία πετρελαίου χωρίς υπολείμματα, που δίνει 98% παραγωγής την οποία θέλουν να την πάρουν όπως πήραν και τη γη τους με τρία πηγάδια γκαζιού. Οι αιτητές κλήθηκαν σε συνέντευξη στις 17/10/05 όπου προσκόμισαν και σειρά εγγράφων υποστηρικτικών του αιτήματος τους. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι, διώχθηκε από άτομα της μαφίας και ειδικότερα από τον κύκλο του Petro Poroshenko, μέλους του ουκρανικού κοινοβουλίου. Ισχυρίζεται επίσης ότι είχε την άδεια εκμετάλλευσης γης, πλούσιας σε πηγές ενέργειας και άδειες για γεωτρήσεις για τον εντοπισμό πετρελαίου. Δήλωσε πως οδηγήθηκε βίαια στο γραφείο του ανακριτή (5/2001) και κατόπιν σε αστυνομικό τμήμα όπου του ανακοινώθηκε ότι η άδεια εκμετάλλευσης γης ανακλήθηκε και έπεσε θύμα κακομεταχείρισης. Επίσης κατέθεσε ότι το 2002 λειτούργησε μια νέα επιχείρηση και το φθινόπωρο του 2003 άρχισε να δέχεται απειλητικές και εκβιαστικές επισκέψεις στο σπίτι του που διήρκησαν μέχρι την αποχώρηση του από την Ουκρανία. Δήλωσε επίσης πως προσέφυγε στη δικαιοσύνη για τις ενοχλήσεις που δεχόταν στο σπίτι του χωρίς ένταλμα και πως δικαιώθηκε σε έφεση στο Κίεβο, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ενόσω βρισκόταν στην Κύπρο. Διατείνεται ότι καθώς έλειπε από το σπίτι, άτομα με αστυνομική στολή έκαναν έλεγχο στο σπίτι τους στην παρουσία της συζύγου του. Στις αρχές του 2004 επίσης αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό που η σύζυγος του ήταν στο νοσοκομείο όπου θα υποβαλλόταν σε εγχείρηση καρδιάς ενώ η διοίκηση του νοσοκομείου ετοίμαζε χαρτιά για την έξοδο της από το νοσοκομείο ως υγιούς ατόμου και ότι έφυγε από εκεί μυστικά με τη βοήθεια ενός φίλου τους αστυνομικού, προκειμένου να τη φυγαδέψει στην Ρωσία. Αφού έκλεισε τις εκκρεμότητες του εκεί, άλλαξε το επώνυμο του και τη διεύθυνση κατοικίας του, χώρισε από τη γυναίκα του και ξαναπαντρεύτηκαν προκειμένου να μην εντοπιστούν, πήρε τα παιδιά του στη Ρωσία όπου συνάντησε τη γυναίκα του εκεί και μαζί ήρθαν στην Κύπρο. Στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων κινήθηκε και η συνέντευξη της αιτήτριας. Ο λειτουργός που εξέτασε το αίτημα εισηγήθηκε απόρριψη του και δεν έδωσε στους αιτητές το ευεργέτημα της αμφιβολίας, αφού τους έκρινε αναξιόπιστους. Διαπίστωσε ορισμένες αντιφάσεις, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης για την οποία ενημέρωσε τους αιτητές με επιστολή ημερ. 23/11/
  3. Οι αιτητές κατέθεσαν διοικητική προσφυγή μέσω του δικηγόρου τους με την οποία υπέβαλαν και σωρεία διαφόρων εγγράφων και ένα dvd που σχετίζονταν με την υπόθεση τους. Ο λειτουργός της ΑΑΠ δεν κάλεσε τους αιτητές σε συνέντευξη σύμφωνα με το άρθρο 28Ζ του Νόμου, επειδή τους έκρινε αναξιόπιστους ενώ ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα αναφέρει: «Σημειώνεται ότι το ζεύγος με την διοικητική του προσφυγή επισύναψε και σωρεία εγγράφων σχετικά με την ίδρυση της εταιρείας που είχαν, το καταστατικό της, πρακτικά συνεδριάσεων, τραπεζικές αποδείξεις και άλλα σχετιζόμενα με την λειτουργία της εταιρείας καθώς και DVD στα οποία περιλαμβάνονται φωτογραφίες της εταιρείας (ερυθρά 150-254, 283-264). Τα εν λόγω έγγραφα σε καμία περίπτωση δεν ενισχύουν το αίτημα του ζεύγους, αφού πέραν του ότι δεν αποτελούν οποιοδήποτε νέο στοιχείο σχετικά με το αίτημα του, το ζεύγος τόσο κατά την πρωτοβάθμια όσο και κατά την δευτεροβάθμια εξέταση του αιτήματος του, έχει κριθεί αναξιόπιστο. Συγκεκριμένα, το ζεύγος, υποπίπτοντας σε σωρεία αντιφάσεων και προβαίνοντας σε γενικούς και μη αληθοφανείς ισχυρισμούς (ως αναφέρονται πιο πάνω), δεν στοιχειοθέτησε αξιόπιστα το αίτημά του.» Ως προς τους λόγους που υποστήριζαν τη διοικητική προσφυγή καταλήγει επιγραμματικά ότι: (α) σύμφωνα με το άρθρο 41 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων «Εξαιτίας της βαρύτητας την οποία ο ορισμός του πρόσφυγα προσδίδει στο υποκειμενικό στοιχείο, είναι απαραίτητη η εκτίμηση της αξιοπιστίας, όπου η υπόθεση δεν είναι επαρκώς ευκρινής από τα στοιχεία του φακέλου.», το ζεύγος δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε βάσιμο φόβο δίωξης αλλά ούτε και εξευτελιστική ή απάνθρωπη μεταχείριση ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του νόμου. (β) Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντα έρχονταν σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε η σύζυγός του και παρουσίασε αντιφάσεις που αφορούσαν στον πυρήνα του αιτήματός τους. Ο ισχυρισμός ότι υπήρχε πρόβλημα κατανόησης ή ότι η μετάφραση δεν ήταν ικανοποιητική δεν ευσταθεί, αφού οι ίδιοι υπέγραψαν όλες τις σελίδες της συνέντευξής τους επιβεβαιώνοντας ότι τα όσα καταγράφηκαν ανταποκρίνονταν στα λεγόμενά τους. Ετοιμάστηκε έκθεση από αρμόδιο λειτουργό προς την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με την οποία εισηγήθηκε απόρριψη. Η ΑΑΠ αποδέχθηκε την εισήγηση και εξέδωσε απορριπτική απόφαση που απεστάλη στους αιτητές στις 5/3/
  4. Με την παρούσα προσφυγή οι αιτητές ζητούν την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Ο δικηγόρος των αιτητών μεταξύ άλλων πρόβαλε, με κάποια γενικότητα και αοριστία θα πρέπει να πω, ως λόγο ακύρωσης την έλλειψη δέουσας έρευνας. Διατείνεται ότι εκεί οφείλεται η πλάνη των καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα καθώς και τη μαρτυρία των αιτητών που τεκμηρίωναν βάσιμο φόβο καταδίωξης. Εισηγείται επίσης, ότι οι καθ' ων η αίτηση χειρίστηκαν την περίπτωση με υπέρμετρη αυστηρότητα, απορρίπτοντας την μαρτυρία στο σύνολο της και ζητώντας απόδειξη όλων των λεπτομερειών, χωρίς να απαιτείται κάτι τέτοιο από το Νόμο. Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα για άσυλο έπρεπε να εξεταστεί στη βάση της αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000), αφού ο λόγος της δίωξης των αιτητών δεν συνδέεται με κανένα από τους λόγους του άρθρου 3 του Νόμου ώστε να θεωρηθούν πρόσφυγες. Το βάρος απόδειξης είναι στον αιτητή διεθνούς προστασίας, ενώ το καθήκον εξακρίβωσης και αξιολόγησης όλων των σχετικών μοιράζεται ανάμεσα στον αιτητή και τον εξεταστή. Δεν αναμένεται φυσικά από ένα αιτητή να «αποδείξει» όλα τα δεδομένα της υπόθεσης του. Αν η αφήγηση του αιτούντος φαίνεται αξιόπιστη, αφού έχουν προσκομισθεί και εξεταστεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα, η περίπτωση του πρέπει να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας (παρ.196 του Εγχειριδίου). Η τεκμηρίωση δεν πρέπει να τηρείται με μεγάλη αυστηρότητα ενόψει της δυσχέρειας της απόδειξης που είναι εγγενής στις ειδικές αυτές καταστάσεις. Πολύ σημαντικό στη διαπίστωση συνδρομής των γεγονότων είναι ότι η αξιολόγηση μεμονωμένων περιστατικών, εκτός του όλου περιγράμματος της υπόθεσης, μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των εμπειριών του αιτούντος και ο εξεταστής να εφαρμόσει τα κριτήρια με πνεύμα δικαιοσύνης και κατανόησης (παρ.201 και 202). Έχω μελετήσει το περιεχόμενο της συνέντευξης των αιτητών καθώς και το σύνολο των στοιχείων/εγγράφων που υπέβαλαν ως νέα ενώπιον της ΑΑΠ. Και οι δυο επικαλέστηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (συχνή παρακολούθηση και παραβίαση σπιτιού, επισκέψεις εκφοβισμού από «αστυνομικά όργανα» για 2 περίπου μήνες, θάνατοι μηχανικού και πελάτη της επιχείρησης τους ενώ οδηγούσαν, παράνομη κράτηση και βασανισμός στο αστυνομικό τμήμα, παράνομη ανάκληση άδειας εκμετάλλευσης γης, εκβιασμός προς υπογραφή εγγράφων, απειλές προς τα παιδιά τους, απειλητικά τηλεφωνήματα, ξυλοδαρμός και παράνομη εισβολή στο σπίτι της αιτήτριας, εκδίωξη της από το νοσοκομείο που νοσηλευόταν λόγω της μαφίας), ικανά να στοιχειοθετήσουν πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης (βλ. άρθρο 3Γ του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε) που εκ πρώτης όψεως δικαιολογούν κατά τρόπο αντικειμενικό, κίνδυνο να υποστούν σοβαρή βλάβη ή δικαιολογούν την απροθυμία τους να χρησιμοποιήσουν την προστασία της χώρας τους, με δεδομένο μάλιστα ότι αποτάθηκαν χωρίς αποτέλεσμα στις ουκρανικές αρχές για προστασία και για να καταγγείλουν τα εις βάρος τους γεγονότα. (Βλ. έννοια «όργανα δίωξης», παρ.65 του Εγχειριδίου). Η περαιτέρω εξακρίβωση του αν αυτά τα περιστατικά είναι ικανά να στοιχειοθετήσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής των αιτητών στο προστατευτικό καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, εμπίπτει στην ευθύνη των καθ΄ ων η αίτηση. Κάποια από τα συμπεράσματα των αρμοδίων λειτουργών που αφορούσαν στην αναξιοπιστία των αιτητών θεωρώ ότι είναι προϊόν πλάνης, όπως, ? το ότι το περιεχόμενο της επιστολής της δικηγόρου (ερυθρά 65-71) ερχόταν σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του ζεύγους. Και οι δυο αιτητές μίλησαν για την εκδίωξη της δικηγόρου εξαιτίας της γνωριμίας ιδιαίτερα με την αιτήτρια, όπως επίσης και το γεγονός της τηλεφωνικής απειλής εναντίον της κόρης τους για πορνεία (στη συνέντευξη της αιτήτριας). ? το ότι η περιοχή Poltava έχει ενεργειακά αποθέματα αλλά δεν είναι η περιοχή με τους περισσότερους πόρους πετρελαίου (το οποίο σημειωτέον διερευνήθηκε μέσω συγκεκριμένου ιστοτόπου χωρίς να διασταυρωθεί με άλλες πηγές), δεν αποτελεί βεβαίως ένδειξη αναξιοπιστίας. ? κάποια ελαφρά διαφοροποίηση σε μεμονωμένες λεπτομέρειες από περιστατικά και ημερομηνίες, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε γενική αναξιοπιστία ως προς τα γεγονότα χωρίς να κριθεί η γενικότερη συνοχή, ταύτιση και αληθοφάνεια των μαρτυριών των αιτητών για αυτά. ? σχετικά με την ανακολουθία της εκδοχής που έδωσε ο αιτητής αναφορικά με τα γεγονότα δίωξης και παραβίασης του σπιτιού τους σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε η αιτήτρια, το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού είναι λανθασμένο. Η αιτήτρια στη συνέχεια της συνέντευξής της επίσης αναφέρθηκε σε συχνές παρακολουθήσεις και παρόμοια περιστατικά με αυτά που περιέγραψε ο σύζυγος της, για τα οποία ενημερωνόταν από τους γείτονες. Μίλησε για δυο περιστατικά, το πρώτο όπου παραβίασαν το σπίτι της μητέρας της ενώ τη χτύπησαν και κάλεσε το δικηγόρο της και το δεύτερο όπου αποπειράθηκαν να εισβάλλουν στο σπίτι τους, ενώ οι ίδιοι απουσίαζαν και μόνο η κόρη τους ήταν μέσα. Δεν διαπιστώνεται λοιπόν αντίφαση μεταξύ των δυο συνεντεύξεων αναφορικά με τα πιο πάνω. Οι αιτητές πεπλανημένα θεωρήθηκαν αναξιόπιστοι ως προς την ουσία του αιτήματος τους εξαιτίας των υποδεικνυόμενων αντιφάσεων χωρίς ο λειτουργός της ΑΑΠ να διερευνήσει περαιτέρω τις όποιες ανακολουθίες, αφού αυτές αφορούσαν μεμονωμένα περιστατικά. Κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου οι αρμόδιοι λειτουργοί οφείλουν να ενεργούν στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου των προσφύγων (Οδηγίες 2004/83/ΕΚ και Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «για τη θέσπιση ελαχίστων απαιτήσεων για το χαρακτηρισμό και το καθεστώς υπηκόων τρίτωνχωρών ή ανιθαγενών ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους») και να έχουν υπόψη τους το Εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. Αποτελεί διεθνές κείμενο, μη δεσμευτικού χαρακτήρα, πλην όμως καθοδηγητικού αφού εμπεριέχει τις βέλτιστες πρακτικές και υποδεικνύει τον τρόπο διεξαγωγής των συνεντεύξεων και τις ελάχιστες διαδικαστικές εγγυήσεις αναφορικά με τη μεταχείριση των προσφύγων κατά την εξέταση αιτημάτων ασύλου. Θέτει συνεπώς, όχι εξαναγκαστό προς τήρηση δίκαιο, αλλά «ήπιο δίκαιο», με προτροπή προς εκούσια συμμόρφωση σε αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρει η παρ. 199 που ορίζει ότι: «
  5. Παρόλο που η πρώτη συνέντευξη θα έπρεπε κανονικά να επαρκεί για να φέρει στο φως την ιστορία του αιτούντος, είναι ενδεχόμενο να πρέπει ο εξεταστής να διευκρινίσει όποιες εμφανείς ανακολουθίες και να άρει όποιες αντιφάσεις σε μια επιπλέον συνέντευξη και, τέλος, να βρει μια εξήγηση για όποια παραποίηση ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Οι αναληθείς ισχυρισμοί καθαυτοί δεν συνιστούν λόγο για την άρνηση του καθεστώτος του πρόσφυγα και ανήκει στην ευθύνη του εξεταστή να αξιολογήσει αυτούς τους ισχυρισμούς ενόψει όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.» Ο λειτουργός της ΑΑΠ ωστόσο δεν προέβη σε δεύτερη συνέντευξη των αιτητών και επίσης παρά το ότι η κόρη των αιτητών βρέθηκε στην Κύπρο και οι αιτητές ζήτησαν να υποβληθεί σε συνέντευξη προκειμένου να επιβεβαιώσει ουσιώδη περιστατικά, ούτε αυτό έγινε. Ο λειτουργός επίσης απέρριψε το υλικό που είχαν προσκομίσει οι αιτητές, παρόλο που επρόκειτο για νέα έγγραφα, πολλά από τα οποία διαφώτιζαν πτυχές του ιστορικού, ιδιαίτερα αναφορικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες τους, τα επιχειρηματικά σχέδια του αιτητή 1 μέσω της εταιρείας Sovino και UKR Refinery Group σε σχέση με την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή, το φορολογικό τους καθεστώς και τις οικονομικές συναλλαγές της εταιρείας καθώς και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της αδιάκοπης μετακίνησης πετρελαίου και υγρής καύσιμης ύλης. Στην προκειμένη περίπτωση, φόβος διώξεως συνδεόταν με το νομικό καθεστώς της χώρας καταγωγής και αναγόταν ειδικότερα στην δράση της μαφίας. Ωστόσο οι λειτουργοί δεν διερεύνησαν καθόλου το θέμα παρά τις πρόνοιες της παρ.42 του Εγχειριδίου που ορίζει ότι, «
  6. Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο είναι αναγκαίο να αξιολογηθούν οι ισχυρισμοί του αιτούντος. Οι αρμόδιες αρχές που καλούνται να αναγνωρίσουν το καθεστώς του πρόσφυγα δεν είναι υποχρεωμένες να εκδώσουν απόφαση για τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης του αιτούντος. Οι ισχυρισμοί του δεν πρέπει ωστόσο να εκτιμώνται με τρόπο αφηρημένο, αλλά να εξετάζονται σε συσχετισμό με το όλο πλαίσιο της σχετικής κατάστασης. Η γνώση των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα προέλευσης του αιτούντος - αν και δεν συνιστά πρωταρχικό στόχο - είναι σημαντικό στοιχείο για την εκτίμηση της αξιοπιστίας του. Γενικά ο φόβος του αιτούντος πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένος, εάν μπορεί να θεμελιώσει κατά έναν εύλογο βαθμό, ότι η εξακολούθηση της παραμονής του στη χώρα προέλευσής του έχει γίνει αφόρητη γι΄ αυτόν για τους λόγους που αναφέρονται στον ορισμό ή θα μπορούσε να γίνει αφόρητη για τους ίδιους λόγους εάν επέστρεφε σ΄ αυτήν.» Ενόψει των πιο πάνω η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1200 έξοδα υπέρ των αιτητών. Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.