← Κύπρος

ΑΝΝΑ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗ ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 810/2008, 16 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΝΑ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗ ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 810/2008, 16 Νοεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 810/2008) 16 Νοεμβρίου, 2009 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στης] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΝΑ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ ου η αίτηση. ____________________ Αλ. Ιωαννίδης με Χρ. Χριστάκη, για την Αιτήτρια. Χ. Αρτέμης, για τον Καθ΄ ου η αίτηση. _____________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Η αιτήτρια είχε διορισθεί την 16/6/1999 για περίοδο δύο ετών στη θέση Λειτουργού στον Οργανισμό Νεολαίας Κύπρου, σύμφωνα με τους «Βασικούς Όρους Υπηρεσίας Λειτουργού Νεολαίας με Συμβόλαιο». Με βάση την προκήρυξη της θέσης ο διορισμός της μπορούσε να ανανεωθεί για άλλες 2 διετίες. Τον Απρίλιο του 2000 υπέβαλε αίτημα για παραχώρηση εκπαιδευτικής άδειας άνευ απολαβών για μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμιο στις Η.Π.Α. για την περίοδο 13/8/2000 μέχρι 31/07/2002, μετά από εξασφάλιση υποτροφίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο του καθ' ου η αίτηση Οργανισμού αποφάσισε σε συνεδρία του στις 29/5/2000 να ικανοποιήσει το αίτημα της αιτήτριας παραχωρώντας της άδεια υπό μορφή διακοπής του συμβολαίου εργοδότησής της για τη περίοδο που θα διαρκούσαν οι σπουδές της και επανέναρξης του συμβολαίου της με την επιστροφή της στην Κύπρο, σε περίπτωση που το επιθυμούσε. Με την περάτωση των μεταπτυχιακών της σπουδών η αιτήτρια επέστρεψε στην υπηρεσία της στον Οργανισμό Νεολαίας από την 1/8/

  1. Εκ παραδρομής συνέχισε ωστόσο να παίρνει τις προσαυξήσεις που θα δικαιούτο αν δεν διέκοπτε το συμβόλαιο εργοδότησής της για σκοπούς μεταπτυχιακής εκπαίδευσής της στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα λανθασμένα να θεωρείτο ημερομηνία προσαύξησης της ο Ιούλιος του
  2. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά το 2007, διαπιστώθηκε το λάθος διορθώθηκε η ημερομηνία προσαύξησης της και του ετήσιου βασικού μισθού της. Το μηχανογραφημένο σύστημα μισθοδοσίας του γενικού λογιστηρίου διόρθωσε τη μισθοδοσία της αιτήτριας και αφαίρεσε το συνολικό ποσό των 1,013.51 λιρών για τακτοποίηση της διαφοράς. Έγιναν επίσης διευθετήσεις ώστε το οφειλόμενο ποσό να της αποκόπτεται σε 10 μηνιαίες δόσεις των 101,35 λιρών . Στις 15/03/2007 υποβλήθηκε παράπονο της αιτήτριας για την μισθολογική της κατάσταση και το καθορισμό του χρόνου προσαύξησης της. Στις 17/04/2007 απεστάλη τηλεομοιότυπο από το δικηγορικό γραφείο Ίκαρος Κ. Τυπογράφος και Σια προς το διοικητικό συμβούλιο του καθ΄ ου η αίτηση Οργανισμού αναφορικά με τη μισθολογική κατάσταση της αιτήτριας και στο οποίο αναφέρονταν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Αναφερόμαστε στο Fax σας ημερ. 16-4-2007 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και παρατηρούμε ακόλουθα:
  3. Με βάση τα νέα στοιχεία και γεγονότα που προκύπτουν από τον ισχυρισμό της Λειτουργού στην επιστολή της ημερ. 15-3-2007, ότι δεν της γνωστοποιήθηκε γραπτώς και επισήμως η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου Α/Α 11/2000, ημερ. 29-5-2000, ισχυρισμός που θα πρέπει πρώτα να διερευνηθεί δεόντως, δημιουργούνται νέα δεδομένα.
  4. Εάν πράγματι ευσταθεί ο εν λόγω ισχυρισμός, τότε ενδεχομένως να έχει εφαρμογή το άρθρο 53 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158

(1)/1999, καθότι η Λεπτουργός έλαβε τις προσαυξήσεις καλόπιστα. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα ακόλουθα: 'Αντίκειται προς τις αρχές της χρηστής και της εύρυθμης δ/οίκησης ή μετά πάροδο εύλογου χρόνου αναδρομική αναζήτηση χρημάτων που η διοίκηση κατέβαλε παράνομα και που έλαβαν καλόπιστα οι πολίτες, όπως αποδοχές ή συντάξεις'.
  1. Στη προκειμένη περίπτωση από τη 1-8-2002 που επανήλθε στην υπηρεσία η εν λόγω Λειτουργός , η καταβολή του μισθού της γινόταν ως να μην είχε διακοπεί το συμβόλαιο εργοδότησής της μαζί με τις ανάλογες προσαυξήσεις. Οι προσαυξήσεις που κατέβαλλε ο Οργανισμός αποτελούν αποδοχές που ο Οργανισμός κατέβαλε αχρεωστήτως και που η Λειτουργός , εάν δεν έχει ειδοποιηθεί ως ισχυρίζεται, έλαβε καλόπιστα.
  2. Το Συμβούλιο θα πρέπει να ερευνήσει τον ισχυρισμό της εν λόγω Λειτουργού. Στην περίπτωση που ευσταθεί , έχει τη δυνατότητα να μην αποκόψει το καταβληθέν αχρεωστήτως στην εν λόγω Λειτουργό ποσό , η οποία το έλαβε καλόπιστα. Η εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου θα συνάδει με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158
(1)/1999.» Ο Οργανισμός στη συνέχεια με επιστολή του ημερ. 22/11/2007 καθόρισε τη θέση του. Το περιεχόμενο της επιστολής εκείνης του Οργανισμού παρατίθεται αυτούσιο: «Αναφερόμαστε στην ταυτάριθμη επιστολή σας ημερ.15.3.2007 σχετικά με το θέμα της διόρθωσης της ημερομηνίας προσαύξησης του ετήσιου βασικού μισθού σας, ενόψει της εκ παραδρομής παραχώρησης προσαυξήσεων κατά τη διάρκεια της διακοπής του συμβολαίου σας και σας πληροφορούμε ότι το όλο θέμα προέκυψε μέσα στα γενικότερα πλαίσια έλεγχου των λογαριασμών του Οργανισμού από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, το οποίο και εισηγήθηκε τη διόρθωση της ημερομηνίας προσαύξησης και την αποκοπή του εκ παραδρομής πληρωθέντος ποσού.» Έγινε προσπάθεια παράδοσης της πιο πάνω επιστολής από τον Εκτελεστικό Γραμματέα του Οργανισμού Νεολαίας στην αιτήτρια αλλά η τελευταία αρνήθηκε να την παραλάβει εφόσον θεώρησε ότι δεν απαντούσε στα ερωτήματα της όπως τα είχε παραθέσει στην επιστολή της ημερ. 15 Μαρτίου
  1. Ο Εκτελεστικός Γραμματέας στη συνέχεια κράτησε την εν λόγω επιστολή και ανέφερε ότι θα προέβαινε σε περαιτέρω διερεύνηση του όλου θέματος. Στις 4.12.2007 παραδόθηκε τελικά στην αιτήτρια η πιο πάνω επιστολή. Στις 20/12/2007, με επιστολή του, ο Οργανισμός Νεολαίας προσέφερε στην αιτήτρια μόνιμο διορισμό στη θέση Λειτουργού Νεολαίας με σχετική διευκρίνιση ότι η αιτήτρια επρόκειτο να τοποθετηθεί στην έκτη βαθμίδα της κλίμακας Α
  2. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής εκείνης: «Το Διοικητικό Συμβούλιο στη Συνεδρία του με Α/Α 46/07 και ημερ. 19 Δεκεμβρίου 2007, αποφάσισε να σας προσφέρει μόνιμο διορισμό στη μόνιμη θέση Λειτουργού Νεολαίας Γενικών Καθηκόντων (εγκεκριμένη μισθοδοτική κλίμακα Α8-10-11) από τις 21 Δεκεμβρίου
  3. Ταυτόχρονα αποφάσισε όπως σας τοποθετήσει στην 6η βαθμίδα της κλίμακας Α
  4. Σημειώστε ότι, το Συμβούλιο στην ίδια Συνεδρία αποφάσισε να σας απαλλάξει της υποχρέωσης να υπηρετήσετε με δοκιμασία. Η τοποθέτηση σας και τα καθήκοντα τα οποία θα σας ανατεθούν θα γίνει από τον Εκτελεστικό Γραμματέα μετά από εισήγηση του προς το Διοικητικό Συμβούλιο. Αναφορικά με το ωφελήματα τα οποία είχατε μέχρι σήμερα και συγκεκριμένα το Ταμείο φιλοδωρήματος σας, αυτό συνεχίζει να ισχύει ωσότου αποφασιστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο τι είδους Ταμείο θα δημιουργηθεί από τη νέα χρονιά. Παρακαλώ όπως επιβεβαιώσετε την αποδοχή του προσφερόμενου διορισμού ενυπογράφως, το συντομότερο.» Η αιτήτρια με επιστολή της αποδέχθηκε την πιο πάνω προσφορά, αναφέροντας συγκεκριμένα τα εξής: «... με την παρούσα επιστολή υποβάλλω εγγράφως την αποδοχή του προσφερόμενου διορισμού, αντιλαμβανόμενη πλήρως τόσο τα όσα σχετίζονται με τα ωφελήματα περιλαμβανομένου και του Ταμείου φιλοδωρήματος όσο και όσων σχετίζονται με την αναμενόμενη τοποθέτηση και τα καθήκοντα που θα μου ανατεθούν μετά την υποβολή εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα προς το Διοικητικό Συμβούλιο». Στη συνέχεια η αιτήτρια, με μετέπειτα επιστολές της, επανήλθε με το αίτημα της αναφορικά με το χρόνο έναρξης υπολογισμού της προσαύξησης της και την αποκοπή χρημάτων από το μισθό της. Στις 8/4/2008, ο Καθ' ου η αίτηση Οργανισμός Νεολαίας με επιστολή του, θεώρησε ότι καλόπιστα είχε λάβει η αιτήτρια τα καταβληθέντα ποσά. Ανέφερε συγκεκριμένα επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Στηριζόμενο στις πρόνοιες του Άρθρου 53 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158
(1)/1999 θεωρεί ότι καλόπιστα έχετε λάβει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα και δια ταύτα αποφάσισε να σας καταβληθούν.» Σχετικά με το αίτημα της για την αλλαγή του χρόνου έναρξης υπολογισμού της προσαύξησης αναφέρθηκαν κατά λέξη τα πιο κάτω: «Σε συνέχεια της επιστολής σας με αρ. φακ. ΠΦ 72 και με ημερ. 12 Μαρτίου 2008, σας πληροφορώ ότι το Διοικητικό Συμβούλιο στη Συνεδρία του με Α/Α 2/08, 12 Μαρτίου 2008, αποφάσισε τα ακόλουθα: Αναφορικά με το αίτημά σας για την αλλαγή του χρόνου προσαύξησης, αυτό δεν γίνεται αποδεκτό δεδομένου ότι υπάρχει διακοπή του Συμβολαίου σας από την 1/8/2000 μέχρι την 31/7/
  1. Ως προς τα υπόλοιπα ερωτήματα σας ήδη έχουν απαντηθεί με προηγούμενες επιστολές μας και δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτε.» Η αιτήτρια με την προσφυγή της προσβάλλει την απόφαση που περιέχεται στην πιο πάνω επιστολή και ζητά συγκεκριμένα την ακόλουθη θεραπεία: "Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 8/4/2008 και με την οποία τροποποιήθηκαν υφιστάμενα κεκτημένα δημόσια δικαιώματα της Αιτήτριας, καθορίζοντας ως ημερομηνία προσαύξησης της τον Αύγουστο του 2002 αντί τον Ιούλιο του 1999, είναι άκυρη, παράνομη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος". Είναι η θέση της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη , στερείται δέουσας έρευνας και παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστης. Από την άλλη πλευρά, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του καθ΄ ου η αίτηση Οργανισμού εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις υποβάλλοντας ότι το περιεχόμενο της επιστολής 8/4/2008 είναι βεβαιωτικό της απόφασης που περιλαμβανόταν στην επιστολή του ημερομηνίας 20/12/2007 και με την οποία πληροφορείτο η αιτήτρια ότι τοποθετείτο στην έκτη (6η) βαθμίδα της κλίμακας Α
  2. Περαιτέρω διατείνονται ότι με την ανεπιφύλακτη αποδοχή της αιτήτριας του διορισμού της στη μόνιμη θέση του Λειτουργού, αυτό συνεπαγόταν και τελική διευθέτηση της ημερομηνίας προσαύξησης του μισθού της. Εφόσον η αιτήτρια αποδέκτηκε ανεπιφύλακτα τους όρους εργοδότησης της στη μόνιμη θέση Λειτουργού έχει πλέον απωλέσει το έννομο συμφέρον της να ασκήσει την παρούσα προσφυγή καθώς κωλύεται να επανέρχεται και να ζητά και πάλι αλλαγή της ημερομηνίας προσαύξησης του μισθού της. Ενόψει του ιστορικού της όλης υπόθεσης, της αλληλουχίας των γεγονότων και το περιεχόμενο των επιστολών που ανταλλάγησαν μεταξύ της αιτήτριας και του καθού η αίτηση Οργανισμού, δεν θεωρώ βάσιμες τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να αποτελεί επιβεβαιωτική της προηγούμενης εφόσον οι δύο αποφάσεις αφορούσαν ξεχωριστά θέματα και αναφέρονταν σε διαφορετικά ζητήματα. Η απόφαση που κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 20/12/2007 αφορούσε στην προσφορά του μόνιμου διορισμού της αιτήτριας στη συγκεκριμένη κλίμακα. Η προσβαλλόμενη απόφαση που κοινοποιήθηκε με την επιστολή ημερ. 8/4/2008 αφορούσε στην απόρριψη του αιτήματος της αιτήτριας για καθορισμό του χρόνου έναρξης υπολογισμού της προσαύξησης της. Το διοικητικό συμβούλιο, στη συνεδρία του στις 12/3/08, αποφάσισε ότι η ημερομηνία έναρξης υπολογισμού της προσαύξησης είναι ο Αύγουστος του 2002 καθορίζοντας πλέον κατά τρόπο τελεσίδικο το επίδικο ζήτημα και παρέχοντας συνάμα την αιτιολογία για την εν λόγω απόφασή του. Ούτε η προδικαστική ένσταση ότι η αιτήτρια στερείται έννομου συμφέροντος στην έγερση της παρούσας προσφυγής αναφορικά με το επίδικο θέμα, με βρίσκει σύμφωνο. Αποδοχή εκ μέρους της αιτήτριας, του διορισμού της στη μόνιμη θέση λειτουργού και στην 6η βαθμίδα της κλίμακας A8 στον Οργανισμό Νεολαίας, δεν σήμαινε κατανάγκην τη σιωπηρή ή και έμμεση εγκατάλειψη του αιτήματός της αναφορικά με το θέμα των προσαυξήσεων κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα ότι αποδέχετο ότι ο χρόνος προσαύξησης της διαφοροποιείτο και άρχιζε από τον Ιούλιο του
  3. Αντίθετα, διαπιστώνω ότι η αιτήτρια, με μετέπειτα επιστολές της τόσο προς το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού Νεολαίας όσο και προς το Γενικό Λογιστήριο, εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται και να ζητά επεξηγήσεις για τη διαφοροποίηση στην ημερομηνία έναρξης υπολογισμού της προσαύξησης της. Προχωρώ επομένως στην εξέταση της ουσίας της προσφυγής. H αιτήτρια διατείνεται ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε πρακτικά συνεδριάσεων και/ή σχετικές αποφάσεις του ίδιου του διοικητικού συμβουλίου του καθ΄ου η αίτηση Οργανισμού σε συνάρτηση με την απόρριψη του αιτήματός της, με αποτέλεσμα η άσκηση δικαστικού ελέγχου να καθίσταται αδύνατη. Είναι σωστή η πιο πάνω θέση καθώς διαπιστώνω ότι πράγματι ελλείπουν από το διοικητικό φάκελο τα πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου ημερομηνίας 12/3/08 κατά την οποία λήφθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και στην οποία αναφέρεται η επιστολή ημερομηνίας 8/4/
  4. Δεν υπάρχει επομένως οποιαδήποτε ένδειξη ότι επιλήφθηκε του επίδικου ζητήματος, ήτοι της ημερομηνίας έναρξης υπολογισμού των προσαυξήσεων σε σχέση με την την αιτήτρια, το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο του οργανισμού. Είναι καλά γνωστό ότι η νομολογία αλλά και το ΄Αρθρο 24
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, (Ν. 158(Ι)/99) απαιτούν, σε περιπτώσεις συνεδρίας διοικητικών οργάνων, τη τήρηση πρακτικών. Η τήρηση πρακτικών και η καταγραφή των διοικητικών απόφασεων αποτελούν υποχρέωση της Διοίκησης που επιβάλλουν οι κανόνες της χρηστής διοίκησης. Η σημασία τήρησης πρακτικών και έγγραφων καταχωρίσεων των αποφάσεων των αρμοδίων διοικητικών οργάνων σχολιάστηκε επίσης στην Ροζάννα -Αμφιτρίτη Κούτσιου ν. Δημοκρατίας
(2001)3(Β) Α.Α.Δ. 987, στη σελ. 994, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Έχει νομολογηθεί ότι τα διοικητικά όργανα πρέπει να τηρούν έγγραφες καταχωρίσεις (written records) των αποφάσεων τους. Αυτό επιβάλλεται από τις αρχές της χρηστής διοίκησης (Georghiades v. Republic
(1966)3 C.L.R. 252, 283, Medcon Construction and Others v. Republic
(1968)3 C.L.R. 535, 543, Kyprianou and Others (No. 2) v. Republic
(1975)3 C.L.R. 187). Στην απουσία έγγραφης καταχώρισης που να επιβεβαιώνει ότι η απόφαση για τη μετάθεση έχει ληφθεί από το όργανο στο οποίο ο Νόμος έχει εναποθέσει την σχετική αρμοδιότητα θεωρούμε ότι το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων δεν διαθέτει την εμβέλεια να ενδύει με τον μανδύα της νομιμότητας τα όσα χρειάζονται να συντελεσθούν για να διενεργηθεί νόμιμα μια μετάθεση - καταγράφονται στις παραγ.
(1)-
(3), πιο πάνω. Αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση των αρχών της χρηστής διοίκησης οι οποίες υπαγορεύουν την τήρηση έγγραφων καταχωρίσεων το δε τεκμήριο της κανονικότητας θα προσέφερε ασυλία σε πράξεις αναρμοδίων οργάνων με τη δικαιολογία ότι είχαν ενεργήσει ύστερα από οδηγίες των αρμοδίων οργάνων.» Στην προκείμενη περίπτωση, η παράλειψη τήρησης πρακτικών και καταγραμμένης απόφασης, από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, σε σχέση με το αίτημα της αιτήτριας, οδηγούν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προσφυγή επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με βάση το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Έξοδα €1.200.-, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της αιτήτριας. Μ.Μ. ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ. /ΕΑΠ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.