← Κύπρος

ΔΡ. ΕΛΕΝΗ ΜΕΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 2243/2006, 2 Δεκεμβρίου 2009

ΔΡ. ΕΛΕΝΗ ΜΕΛΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 2243/2006, 2 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 2243/2006) 2 Δεκεμβρίου, 2009 [ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΡ. ΕΛΕΝΗ ΜΕΛΗ, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ου η αίτηση. _______________ Α. Ευσταθίου Νικολετοπούλου (κα) για Ε. Κ. Ευσταθίου, για την Αιτήτρια. Ρ. Παπαέτη-Χατζηκώστα (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. Γ. Σεραφείμ, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. ________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.: Η αιτήτρια αξιώνει ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (στο εξής «η Επιτροπή») ημερ. 16.6.2006, με την οποία προήγαγε το ενδιαφερόμενο μέρος στη θέση Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης στην Ανώτερη και Ανώτατη Εκπαίδευση από 1.9.1006. Η Συμβουλευτική Επιτροπή που συστάθηκε με πρόεδρο τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού στις συνεδρίες της ημερομηνίας 16.11.2005 και 14.12.2005, αφού έλαβε υπ΄ όψιν τις πρόνοιες του άρθρου 35 Β

(2)
(3)και 5(α) του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, Ν.10/69, διαπίστωσε ότι όλοι οι υποψήφιοι ήταν προσοντούχοι σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας. Οι υποψήφιοι υποβλήθηκαν σε προφορική συνέντευξη και η αιτήτρια αξιολογήθηκε ως «σχεδόν καλή», ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος ως «σχεδόν πάρα πολύ καλή». Στη συνέχεια η Συμβουλευτική Επιτροπή αξιολόγησε τους υποψήφιους κρίνοντας την αιτήτρια ως «καλή» και το ενδιαφερόμενο μέρος ως «σχεδόν πάρα πολύ καλή» και γι΄ αυτό σύστησε για προαγωγή τρεις υποψήφιους συμπεριλαμβανομένου του ενδιαφερόμενου μέρους, αλλά όχι την αιτήτρια. Η Επιτροπή στη συνεδρία της ημερομηνίας 7.6.2006, βάσει του άρθρου 35Β
(8)εξέτασε τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν, μεταξύ των οποίων και αυτή της αιτήτριας. Η ένσταση της αιτήτριας κρίθηκε από την Επιτροπή ως δικαιολογημένη. Η Επιτροπή επίσης αποδέχτηκε την ένσταση του ενδιαφερόμενου μέρους ως προς το μεταπτυχιακό της «Master of Education» που εξασφάλισε από το πανεπιστήμιο New Brunswick και σημείωσε ότι θα το λάμβανε υπ΄ όψιν. Κατά την ίδια συνεδρία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι όλοι οι προτεινόμενοι υποψήφιοι πληρούσαν τις πρόνοιες του σχεδίου υπηρεσίας της θέσης και κατάρτισε σύμφωνα με το άρθρο 35Β εδάφιο
(8)τον τελικό κατάλογο των υποψηφίων στον οποίο περιέλαβε και την αιτήτρια. Αποφάσισε επίσης να καλέσει τους υποψήφιους σε προφορική εξέταση. Στις προφορικές συνεντεύξεις που έγιναν στις 15.6.2006 παρίστατο και ο Διευθυντής Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ο οποίος και τελικά έκρινε την αιτήτρια ως «σχεδόν πολύ καλή» και το ενδιαφερόμενο μέρος ως «πάρα πολύ καλή». Η Επιτροπή στις 16.6.2006 αφού προέβη σε αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά τις συνεντεύξεις έκρινε ότι η αιτήτρια ήταν «σχεδόν πολύ καλή» και το ενδιαφερόμενο μέρος «σχεδόν εξαίρετη» και αφού έλαβε υπ΄ όψιν όλα τα ενώπιόν της στοιχεία, επέλεξε ως καταλληλότερο για προαγωγή το ενδιαφερόμενο μέρος. Η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η σύνθεση και συγκρότηση της Επιτροπής πάσχει καθότι το μέλος Σούλα Ζαβού η οποία συμμετείχε στη συνεδρία της Επιτροπής ημερομηνίας 7.6.2006 κατά την οποία εξετάστηκαν οι υποβληθείσες ενστάσεις για αναθεώρηση του καταλόγου της Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν συμμετείχε στις εξ ίσου ουσιαστικές συνεδρίες ημερομηνίας 15.6.2006 όπου η Επιτροπή δέχτηκε τις υποψήφιες σε προσωπική συνέντευξη και στις 16.6.2006 όπου έγινε η αξιολόγηση της απόδοσης και ελήφθη η επίδικη απόφαση. Στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 15.6.2006 αναγράφεται ότι η Ζαβού απουσίαζε λόγω άλλων υπηρεσιακών υποχρεώσεων, ενώ στο πρακτικό ημερομηνίας 16.6.2006 ότι απουσίαζε με άδεια ασθενείας. Υποστηρίζεται ότι διαπιστώνεται παράβαση του άρθρου 22 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν.158(Ι)/99, όπου προβλέπεται ότι η διαδικασία συζήτησης και λήψης απόφασης πρέπει να διεξάγεται από την αρχή μέχρι το τέλος από τα ίδια μέλη του συλλογικού οργάνου. Η αιτήτρια αμφισβητεί ωσαύτως τους λόγους απουσίας του συγκεκριμένου μέλους. Παραπέμπει επίσης στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής ημερομηνίας 7.6.2006 και 15.6.2006, όπου γίνεται αναφορά σε πρακτικά της συνεδρίας 74/06, ημερομηνίας 6.6.2005 και της συνεδρίας 80/06 ημερομηνίας 15.6.2006 αντιστοίχως και υποστηρίζει ότι ενώ γίνεται αναφορά, εν τούτοις δεν προσκομίστηκαν τα σχετικά πρακτικά. Πριν προχωρήσω παρατηρώ ότι τα πρακτικά αυτά δεν προσκομίστηκαν γιατί δεν είχαν σχέση με την παρούσα διαδικασία. Η αιτήτρια αμφισβητεί ακόμα τη δυνατότητα συμμετοχής του Ευστάθιου Μιχαήλ, Διευθυντή Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης ως εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού στη διαδικασία πλήρωσης της θέσης. Παραπονείται συγκεκριμένα ότι παρίστατο στις συνεντεύξεις και εξέφρασε τις κρίσεις του για την απόδοση των υποψηφίων. Το επιχείρημα βασίζεται στο ότι η θέση του αυτή ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 4.7.2008 στην προσφυγή υπ΄ αρ. 920/06, ακύρωση που άπτεται της ημερομηνίας προαγωγής του στη θέση, γεγονός που καθιστά τη σύστασή του παράνομη. Το επιχείρημα το οποίο αφορά τόσο την κα Ζαβού όσο και τον κ. Ευστάθιο Μιχαήλ θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι γεγονός ότι η κα Ζαβού δεν συμμετείχε στις δύο τελευταίες συνεδρίες της Επιτροπής. Το ότι και στα δύο πρακτικά καταγράφηκαν οι λόγοι απουσίας της δείχνει ότι κλήθηκε νόμιμα. Αφού λοιπόν κλήθηκε νόμιμα δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό στη σύνθεση της Επιτροπής και κατ΄ επέκταση ούτε και παραβίαση του άρθρου 22 του Ν.158(Ι)/99. Εξ ίσου απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός ότι παράνομα συμμετείχε στη διαδικασία και ο Διευθυντής Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης. Ο κ. Μιχαήλ συμμετείχε στη διαδικασία όπου εξέφρασε τις κρίσεις του για την απόδοση των υποψηφίων πολύ νωρίτερα από την ημερομηνία ακύρωσης της θέσης του από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 4.7.2008. Συνεπώς, νομίμως κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας διαδικασίας συμμετείχε στη συνεδρία της Επιτροπής στις 15.6.2006. Η αιτήτρια υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προέβηκαν στη δέουσα έρευνα αναφορικά με το απαιτούμενο προσόν της παραγράφου 3
(3)του σχεδίου υπηρεσίας σχετικά με το ενδιαφερόμενο μέρος και συνεπώς η απόφασή τους είναι προϊόν ενδεχόμενης πλάνης περί τα πράγματα. Το θέμα περιορίζεται στο κατά πόσο το ενδιαφερόμενο μέρος κατέχει το απαιτούμενο από το σχέδιο υπηρεσίας προσόν, δηλαδή αν κατέχει δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία δεκαπέντε τουλάχιστον ετών, από τα οποία τα δύο σε θέση με μισθοδοτική κλίμακα όχι κατώτερη από την Α13. Η δικηγόρος της αιτήτριας καταγράφοντας όλα τα σχετικά στοιχεία του ενδιαφερόμενου μέρους με τις ημερομηνίες διορισμού της στις διάφορες θέσεις στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία, και τις ημερομηνίες απόκτησης των διαφόρων πανεπιστημιακών της τίτλων, υποστηρίζει ότι εφ΄όσον η επίδικη θέση είναι η δεύτερη στην ιεραρχία της Διεύθυνσης Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και αφού σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969, Ν.10/1969, όπως τροποποιήθηκε, «η εκπαιδευτική υπηρεσία θα ερμηνεύεται αναλόγως», ο χρόνος υπολογισμού της «εκπαιδευτικής υπηρεσίας» του ενδιαφερόμενου μέρους όπως απαιτείται από την παράγραφο 3
(3)του σχεδίου υπηρεσίας θα πρέπει να αρχίσει από το 1981, ημερομηνία κατά την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος απέκτησε το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, όταν δηλαδή απέκτησε το απαιτούμενο πτυχίο για να διοριστεί καθηγήτρια, όπως απαιτείται από την παράγραφο 3
(1)του σχεδίου υπηρεσίας. Επιπροσθέτως υποστηρίζει ότι η περίοδος 1985-1986 κατά την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος βρισκόταν με εκπαιδευτική άδεια και απέκτησε το μεταπτυχιακό της τίτλο δεν μπορούσε να υπολογιστεί στην υπηρεσία της, γιατί σύμφωνα με τον κανονισμό 11, η περίοδος αυτή συνυπολογίζεται εφ΄ όσον το κτηθέν δίπλωμα ή τίτλος δεν θεωρείται απαραίτητο προσόν σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της αμέσως ανώτερης θέσης. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η περίοδος 1986-1987 κατά την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος βρισκόταν με άδεια χωρίς απολαβές, σύμφωνα με τον κανονισμό 10, δεν μπορεί να υπολογιστεί ως υπηρεσία. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ΄ αρχάς απορρίπτεται το σκέλος του ισχυρισμού ότι ο χρόνος υπολογισμού της εκπαιδευτικής υπηρεσίας του ενδιαφερόμενου μέρους θα έπρεπε να αρχίζει από το 1981, ημερομηνία κατά την οποία απέκτησε το πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Ν.10/69 «θέσις» σημαίνει «θέσιν εν τη δημοσία εκπαιδευτική υπηρεσία» ενώ «δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία» σημαίνει την υπηρεσία που περιλαμβάνει τις θέσεις επιθεωρητών, καθηγητών και διδασκάλων ως και οιεσδήποτε άλλες θέσεις ήθελε καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο ως εκπαιδευτική υπηρεσία. Σύμφωνα με τον κανονισμό 3
(2)της Κ.Δ.Π. 382/97 «εκπαιδευτική υπηρεσία» σημαίνει εκπαιδευτική υπηρεσία ή προϋπηρεσία εκπαιδευτικού λειτουργού μετά την απόκτηση των προσόντων που απαιτούνται για το διορισμό του σε οποιαδήποτε θέση στη δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία συνεχή ή διακεκομμένη, σε μόνιμη ή προσωρινή ή έκτακτη βάση, με πλήρη ή μερική απασχόληση, αλλά δεν περιλαμβάνει χρονική περίοδο διδασκαλίας σε διορθωτικά μαθήματα ή σε συστήματα μαθητείας. Με βάση τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι εφ΄ όσον το ενδιαφερόμενο μέρος διορίστηκε την 1.3.1978 ως δασκάλα σε μόνιμη θέση Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης, νομίμως η Επιτροπή θεώρησε, ως καταγράφεται στο πρακτικό, ότι η δημόσια εκπαιδευτική της υπηρεσία άρχιζε από το 1978 και όχι από το 1981, όπως υποστηρίζει η αιτήτρια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο όρος «δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία», όπως ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν.10/69, περιλαμβάνει και τον όρο «εκπαιδευτική υπηρεσία», ο οποίος και ερμηνεύεται αναλόγως, δηλαδή όπως ερμηνεύεται ο όρος «δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία». Το νόημα αυτό προκύπτει από την ερμηνεία του όρου αυτού και όχι ότι η «εκπαιδευτική υπηρεσία» ερμηνεύεται αναλόγως, δηλαδή ανάλογα με τη θέση που κατέχει ο υποψήφιος, δηλαδή δάσκαλος, καθηγητής κλπ όπως υποστηρίζει η αιτήτρια. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι δεν έπρεπε να υπολογιστεί ως υπηρεσία για το ενδιαφερόμενο μέρος η χρονική περίοδος 1985-1986, γιατί κατ΄ αυτήν απέκτησε το μεταπτυχιακό της τίτλο Master of Education, ο οποίος αποτελεί απαιτούμενο προσόν για την επίδικη θέση, αρκεί να λεχθεί ότι δεν ευσταθεί, εφ΄ όσον σύμφωνα με τον κανονισμό 11 η περίοδος αυτή λογίζεται ως υπηρεσία, αφού ο τίτλος που αποκτήθηκε δεν θεωρείται απαραίτητο προσόν, σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της αμέσως ανώτερης θέσης, κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο. Κατά την περίοδο 1985-1986 η αιτήτρια ήταν διορισμένη στη θέση δασκάλου από την οποία αφυπηρέτησε την 1.9.1987. Η αμέσως ανώτερη θέση που κατείχε, είναι η θέση Βοηθού Διευθυντή Δημοτικής Εκπαίδευσης, θέση για την οποία δεν απαιτείται μεταπτυχιακός τίτλος. Εν όψει των ανωτέρω στοιχείων, καταλήγω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί, αφού ορθά η Επιτροπή έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο μέρος κατέχει την απαιτούμενη από την παράγραφο 3
(3)του σχεδίου υπηρεσίας, δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία 15 ετών τουλάχιστον. Μάλιστα από τα στοιχεία που περιέχονται στον προσωπικό φάκελο του ενδιαφερόμενου μέρους προκύπτει ότι κατέχει «δημόσια εκπαιδευτική υπηρεσία» μεγαλύτερη των 15 ετών. Η αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Επιτροπή ενήργησε κάτω από πλάνη περί τα πράγματα σε σχέση με την αρχαιότητα, εφ΄ όσον αυτή υπερέχει στο σχετικό προσόν, ενώ η Επιτροπή έκρινε ότι είναι ισοδύναμες. Υποστηρίζει επίσης ότι, κατά παράβαση του Νόμου, δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στην προφορική εξέταση. Η Επιτροπή στο πρακτικό της ημερομηνίας 16.6.2006, ότε και ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αρχαιότητα των υποψηφίων θα κρινόταν με βάση την υπηρεσία τους στη θέση που κατέχουν ως εποπτικό προσωπικό, όπου οι δύο υποψήφιες ήταν ισοδύναμες, δηλαδή στη θέση Ανώτερου Λειτουργού Εκπαίδευσης. Αυτό συνέβη, όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια, κατά παράβαση του άρθρου 37 του Νόμου, το οποίο αναφέρεται στην αρχαιότητα με διαφορετικούς μισθοδοτικούς όρους. Υποστηρίζει ότι ενώ η δική της θέση, δηλαδή αυτή του Βοηθού Διευθυντή Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης είναι Α12, αυτή του ενδιαφερόμενου μέρους είναι Α11 επεκτεινόμενη κατά δύο προσαυξήσεις. Η θέση του ενδιαφερόμενου μέρους ως καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο είναι στη μισθολογική κλίμακα Α11 από 1.7.99, συνεπώς η αιτήτρια, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, υπερέχει σε αρχαιότητα, κατ΄ αντίθεση με τα όσα έκρινε η Επιτροπή. Φαίνεται, πράγματι, με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, ότι σε αρχαιότητα υπερέχει η αιτήτρια και λανθασμένα η Επιτροπή έκρινε ότι αυτή και το ενδιαφερόμενο μέρος είναι ίσες, αφού η αρχαιότητα κρίθηκε με βάση την υπηρεσία τους στη θέση που κατέχουν ως εποπτικό προσωπικό. Πρέπει όμως στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο η πλάνη αυτή είναι ουσιώδης ούτως ώστε να έχει επηρεάσει ουσιαστικά την Επιτροπή στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη κριθεί, η αρχαιότητα δεν είναι το αποφασιστικό κριτήριο στις προαγωγές και υπερισχύει μόνο αν στα άλλα δύο κριτήρια αξία και προσόντα οι υποψήφιοι είναι περίπου ίσοι. Στην παρούσα περίπτωση οι δύο υποψήφιες, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν το περιεχόμενο του προσωπικού φακέλου και του φακέλου των υπηρεσιακών τους εκθέσεων κρίνονται ως ίσες. Το ενδιαφερόμενο μέρος φαίνεται όμως ότι υπερέχει στην απόδοση κατά την προφορική συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής αφού κρίθηκε «σχεδόν εξαίρετα», ενώ η αιτήτρια «σχεδόν πολύ καλά». Όπως καταγράφεται και στο σχετικό πρακτικό η Επιτροπή προέβη στην επιλογή της λαμβάνοντας υπ΄ όψιν την έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων και των φακέλων των υπηρεσιακών εκθέσεων, την εντύπωση που αποκόμισε από τις προσωπικές συνεντεύξεις, ενώ σημειώνεται ότι η απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις λήφθηκε υπ΄ όψιν μόνο ως συμπληρωματικό στοιχείο κρίσης της αξίας τους. Επιπροσθέτως σημειώθηκε από την Επιτροπή ότι και οι δύο υποψήφιες έχουν επιπρόσθετα προσόντα τα οποία δεν αποτελούν πλεονέκτημα σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης, έκρινε όμως ότι είναι σχετικά με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης και ότι σε αυτά υπερέχει το ενδιαφερόμενο μέρος το οποίο κατέχει δύο μεταπτυχιακούς τίτλους πέραν των βασικών της προσόντων ήτοι M.A. in Classics and Ancient History, του Πανεπιστημίου του New Brunswick, Καναδά και Ph D in Classical Studies, του Πανεπιστημίου του Toronto, Καναδά. Από τα πιο πάνω στοιχεία είναι φανερό ότι αντικρούεται ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στην προφορική εξέταση από την Επιτροπή. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται περί δύο πολύ καλών υποψηφίων, αλλά το ενδιαφερόμενο μέρος φαίνεται ότι, έστω και οριακά, υπερείχε της αιτήτριας. Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής στερείται της δέουσας αιτιολογίας και αφίσταται από τα στοιχεία των φακέλων επίσης θα πρέπει να απορριφθεί. Η Επιτροπή αφού επιλήφθηκε της ένστασης που υπέβαλε η αιτήτρια έκρινε ότι η μη συμπερίληψή της στον κατάλογο της Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν ήταν αιτιολογημένη και γι΄αυτό κάνοντας δεκτή την ένσταση, την συμπεριέλαβε στον τελικό κατάλογο. Παρ΄ όλον ότι είναι γεγονός πως στο σχετικό πρακτικό της Συμβουλευτικής Επιτροπής δεν δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία για τη μη συμπερίληψη της αιτήτριας στον κατάλογο, εν τούτοις αφού η αιτήτρια περιλήφθηκε στον τελικό κατάλογο από την Επιτροπή, δεν υπάρχει περαιτέρω λόγος για παράπονο. Τέλος η αιτήτρια αμφισβητεί την αμεροληψία του κ. Μιχαήλ, Διευθυντή Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης, ως εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ο οποίος παρίστατο στις συνεντεύξεις. Ο κ. Μιχαήλ, σύμφωνα πάντα με την αιτήτρια, ήταν υποψήφιος για την παρούσα θέση και συστήθηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή για προαγωγή. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προήχθη στη θέση του Διευθυντή Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης. Εφ΄ όσον ήταν και οι δύο συνυποψήφιοι για τη θέση, συνεπώς είχαν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, υποστηρίζει, ο κ. Μιχαήλ ήταν δυνατόν να ήθελε να προωθηθούν άλλοι υποψήφιοι. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι ο κ. Μιχαήλ ενδεχομένως να μην ενεργούσε αμερόληπτα. Αρχικά θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό η κρίση που εξέφρασε ο κ. Μιχαήλ δεν απετέλεσε σύμφωνα με το άρθρο 35Β του Νόμου κριτήριο επιλογής, παρά μόνο παράγοντα για τη μόρφωση κρίσης από την Επιτροπή για την απόδοση των υποψηφίων. Δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται, εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός της αιτήτριας για προκατάληψη ούτε εκ μέρους του Διευθυντή, αλλά ούτε και εκ μέρους της Επιτροπής. Το γεγονός ότι ήταν συνυποψήφιος με την αιτήτρια στην ίδια θέση για κάποιο χρονικό διάστημα δεν αιτιολογεί συμπέρασμα για έλλειψη μεροληψίας του συγκεκριμένου λειτουργού. Η προσφυγή απορρίπτεται, με €1.300 έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Φρ. Νικολαΐδης, Δ. /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.