ARUSYAK PETROSIAN κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ.882/2008, 14 Ιανουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ.882/2008) 14 Ιανουαρίου, 2010 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στης]
- ARUSYAK PETROSIAN
- VAGHINAK KACHATRYAN Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΔΙΑ
- ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
- ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ' ων η Αίτηση ----------------------- κ. Στ. Τσιγαρέλλης για Αλ. Αλεξάνδρου, για τους Αιτητές. κα Γρηγορίου, για τους Καθ' ων η αίτηση Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι Αιτητές είναι Αρμένιοι υπήκοοι και με την παρούσα προσφυγή ζητούν την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (στο εξής « η Αρχή»), ημερομηνίας 17.4.2008 με την οποία απορρίφθηκε η Ιεραρχική Προσφυγή τους κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Οι Αιτητές οι οποίοι είναι σύζυγοι, μαζί με τα δύο ενήλικα παιδιά τους, εισήλθαν νόμιμα στην Κύπρο με θεώρηση εισόδου στις 27.05.
- Στις 22.6.2004, αρχικά υπέβαλε αίτηση για απόκτηση της ιδιότητας του πολιτικού πρόσφυγα η Αιτήτρια αρ.1, συμπεριλαμβάνοντας και την ενήλικη κόρη της, ενώ αργότερα προστέθηκε στην αίτηση και ο σύζυγος της Αιτητής αρ.
- Στην αίτηση τους ανάφεραν ότι οι λόγοι που τους ώθησαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, ήταν γιατί μετά από σεισμό που έγινε το 1988, το σπίτι τους υπέστη τέτοιες ζημιές ώστε 10 χρόνια μετά αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Τότε κάποιος οικογενειακός τους φίλος τους παραχώρησε προσωρινά και δωρεάν ένα τεμάχιο γης και ένα τροχόσπιτο, μέχρι να αποκατασταθούν. Όμως ο συνιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου, δεν συμφώνησε με τον τρόπο παραχώρησης του, και ζήτησε από τους Αιτητές, πιέζοντας και απειλώντας τους, ότι αν δεν του πλήρωναν ενοίκιο θα έπρεπε να το εγκαταλείψουν. Όπως ισχυρίστηκε οι θυγατέρα των Αιτητών, επειδή δεν είχαν χρήματα εγκατέλειψαν την χώρα τους. Ταυτόχρονα δήλωσαν ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα τους, οι Αρχές δεν θα τους εμπόδιζαν. Στην συνέχεια η θυγατέρα των Αιτητών, η οποία περιλαμβάνετο στην απορριφθείσα αίτηση, στις 6.4.2007 δήλωσε στη Υπηρεσία Ασύλου ότι δεν έχει φόβο καταδίωξης της στην χώρα καταγωγής της και ότι δεν θέλει πλέον να είναι αιτητής ασύλου γιατί έχει παντρευτεί. Ακολούθησαν στις 19.4.2007 οι συνεντεύξεις των Αιτητών από αρμόδιο Λειτουργό, ο οποίος εισηγήθηκε στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, την απόρριψη της αίτησης. Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στις 26.4.2007 αποδεχόμενος την εισήγηση του λειτουργού, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης τους και οι Αιτητές ενημερώθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 15.5.
- Στις 12.7.2007 και 31.7.2007 αντίστοιχα οι Αιτητές καταχώρησαν διοικητική προσφυγή. Ο αρμόδιος λειτουργός της Αρχής στις 10.4.2008, πληροφόρησε τους συνηγόρους των Αιτητών ότι έγινε αποδεκτό το αίτημα τους για παράταση του χρόνου επιθεώρησης του φακέλου των πελατών τους και ότι αυτό μπορούσε να γίνει μέχρις τις 17.4.2008, διαφορετικά η Αρχή θα προχωρούσε στην εξέταση της προσφυγής τους με βάση τα ενώπιον της στοιχεία. Επειδή στην επιστολή του δικηγόρου τους, εκφράστηκε έντονα η επιθυμία των αιτητών να παραστούν στην ακρόαση της προσφυγής τους και ταυτόχρονα εξέφρασαν την πρόθεση τους να παρουσιάσουν νέα στοιχεία που δικαιολογούν το αίτημα τους για πολιτικό άσυλο. Η Αναθεωρητική Αρχή με επιστολή της ημερομηνίας 17.4.08 πληροφόρησε τον δικηγόρο των Αιτητών για την διακριτική της ευχέρεια σύμφωνα με το άρθρο 28Ζ
(1)και
(4)του περί Προσφύγων Νόμου 2000, να διεξάγει τη διαδικασία είτε γραπτώς είτε προφορικώς και να καλεί τον Αιτητή ή άλλους μάρτυρες ενώπιον της, μόνο αν η ίδια το κρίνει σκόπιμο. Επίσης υπέδειξε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, δεν έκρινε σκόπιμη την κλίση των Αιτητών σε συνέντευξη και ως εκ τούτου θα προχωρούσε τη διαδικασία εξέτασης της Προσφυγής με τα στοιχεία που είχε ενώπιον της. Παρά ταύτα ο δικηγόρος των Αιτητών δεν έκρινε σκόπιμο να αποστείλει γραπτώς τα οποία επιπρόσθετα στοιχεία είχε. Ακολούθως ο Λειτουργός της Αρχής, αφού εξέτασε τη διοικητική προσφυγή εισηγήθηκε την απόρριψη της. Στις 17.4.2008 η Αρχή, μετά από μελέτη της Έκθεσης του λειτουργού της δια του Προέδρου της απέρριψε τη διοικητική προσφυγή και οι Αιτητές ενημερώθηκαν γραπτώς στις 5.5.08. Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή τους στρέφονται εναντίον της εν λόγω απόφασης και προς ακύρωση της προβάλλουν ουσιαστικά δύο λόγους, οι οποίοι είναι συναφείς μεταξύ τους. Ο πρώτος αφορά στο δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και στην κατ' ισχυρισμό ευρύτερη παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και ο άλλος στις επιπτώσεις των πιο πάνω παραβιάσεων. Σύμφωνα με το συνήγορο των Αιτητών, η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί, γιατί παραβιάσθηκε το δικαίωμα των πελατών του να τύχουν προηγούμενης ακρόασης, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν κλήθηκαν κατά την ακρόαση της ιεραρχικής προσφυγής τους ενώπιον της Αρχής. Επίσης ισχυρίστηκε ότι με τη μη κλήση τους, ουσιαστικά παρεμποδίστηκαν οι Αιτητές στο να υποβάλουν νέα στοιχεία. Ο λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Κατά την άποψη μου η Αρχή δεν έχει τέτοια υποχρέωση. Σύμφωνα με το Άρθρο 28Ζ του Περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν.6
(1)/2000), στο εξής «ο Νόμος», όπως έχει τροποποιηθεί, είναι στην διακριτική ευχέρεια της Αρχής να καλέσει τους Αιτητές, εφόσον το κρίνει αναγκαίο. Αυτό ισχύει ακόμη και εάν ο εκάστοτε Αιτητής εκφράσει επιθυμία να παρουσιάσει νέα στοιχεία. Στην παρούσα περίπτωση μετά την απόρριψη του αιτήματος των Αιτητών να διεξαχθεί προφορική διαδικασία, οι Αιτητές όφειλαν αν είχαν οποιαδήποτε στοιχεία σημαντικά για την υπόθεση τους να τα αποστείλουν στην αρχή. Δεν το έπραξαν με αποτέλεσμα τώρα να κωλύονται από του να παραπονούνται ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα τους (βλ. Harpreet Singh v Δημοκρατίας 2006 3 Α.Α.Δ 393). Με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον της η Αναθεωρητική Αρχή και ενόψει του γεγονότος ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να καταθέσουν κάτι καινούργιο που να ενισχύει τους ισχυρισμούς τους ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις ώστε να υπαχθούν στο καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα, δεν διαπιστώνω να συνέτρεχε λόγος για τον οποίο οι Αιτητές θα έπρεπε να κληθούν ενώπιον της κατά την ακρόαση της προσφυγής τους. (Βλ. Harpreet Singh v. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Σε σχέση με την παράβαση των αρχών δικαιοσύνης, ο συνήγορος των Αιτητών προβάλλει κατ' αρχάς ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 28Θ
(1)του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο «..με την υποβολή της διοικητικής προσφυγής ο αιτητής ενημερώνεται γραπτώς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με τις διαδικασίες ενώπιον της Αρχής.». Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δεν δόθηκε στους Αιτητές η δυνατότητα να επιθεωρήσουν τους φακέλους της υπόθεσης και να παρευρίσκονται κατά την ακρόαση της ιεραρχικής τους προσφυγής για να υποβάλουν νέα στοιχεία ως προς το αίτημα τους για χορήγηση πολιτικού άσυλου. Επίσης προβάλλει ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 28Θ
(4)του ίδιου Νόμου, το οποίο προνοεί ότι «καθ' όλη την διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, ο αιτητής έχει δικαίωμα να εκπροσωπείται από τον Δικηγόρο του ή τον νομικό του σύμβουλο.», Εισηγήθηκε ότι με τη διεξαγωγή γραπτής διαδικασίας, δεν δόθηκε στους αιτητές το δικαίωμα να εκπροσωπηθούν από δικηγόρο με αποτέλεσμα την παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Ως προς τον ισχυρισμό για παραβίαση του το Άρθρο 28Θ
(1)του Νόμου, οι Αιτητές κατά την άποψη μου, ενημερώθηκαν ενόρκως ως προς το ποια είναι τα δικαιώματα τους και σε ποιες ενέργειες μπορούν να προβούν. Αυτή η ενημέρωση δόθηκε με την επιστολή ημ. 19.5.07 με την οποία τους κοινοποιήτο η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές εκπροσωπούνταν από δικηγόρο, καταχώρησαν ιεραρχική προσφυγή εγείροντας διάφορα νομικά σημεία για ακύρωση της απόφασης και επομένως δεν βλέπω πως επηρεάστηκαν τα δικαιώματα τους. Όπως υποδείχθηκε από την ολομέλεια στην υπόθεση Harpreet ανωτέρω, οι διαδικασίες για τις οποίες απαιτείται ειδική ενημέρωση του αιτητή είναι αυτές που αναφέρονται στα εδάφια
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 28Θ. Δηλαδή, η ακροαματική διαδικασία και η προσωπική συνέντευξη. Εφ΄ όσον η Αρχή στην προκειμένη περίπτωση έκρινε εύλογα κατά την άποψη μου ότι δεν ήταν αναγκαίο να διεξαχθεί κάποια από τις δύο διαδικασίες, τα περί παράλειψης ενημέρωσης των αιτητών για τυχόν δικαιώματά τους, δεν είναι δυνατόν να συσχετισθούν προς το κύρος της προσβαλλόμενης πράξης. Επίσης αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 28Θ
(4)του ίδιου Νόμου. Οι πρόνοιες αυτού του άρθρου εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που θα κληθούν οι Αιτητές ενώπιον της, αλλά όπως έχει ήδη αναφέρει η Αρχή εύλογα αποφάσισε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Επίσης σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ο συνήγορος των Αιτητών, ενώ δόθηκε παράταση στον ίδιο να επιθεωρήσει τους φακέλους της υπόθεσης, και ότι σε περίπτωση παράλειψης η διαδικασία θα προχωρούσε κανονικά, εντούτοις ο ίδιος και οι Αιτητές δεν το έπραξαν. Η απόφαση των καθ' ων η αίτηση κατά την άποψη μου ήταν απόλυτα αιτιολογημένη και η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν μέσα στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας. Η Αρχή ορθά έκρινε ότι με τα όσα κατέθεσαν δεν στοιχειοθετείτε η έννοια του δικαιολογημένου φόβου για δίωξη τους στην χώρα καταγωγής τους, όπως προβλέπει τα Άρθρα 3 και 19
(2)του Νόμου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου οι Αιτητές έφυγαν από την χώρα τους οικειοθελώς, ενώ θα μπορούσαν να επιστρέψουν χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Οι δε Αιτητές από πλευράς τους αν και προφασίζονται ότι κατείχαν νέα στοιχεία, ενώ είχαν τον χρόνο δεν τα προσκόμισαν, αποτυγχάνοντας να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης της αίτησης τους. Εν όψει των πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €700 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ. /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο