ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΑΣΥΝΕΚ) ΛΤΔ κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Υπόθεση Αρ. 675/2008, 19 Μαρτίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 675/2008) 19 Μαρτίου, 2010 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
- ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ (ΠΑΣΥΝΕΚ) ΛΤΔ.,
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΩΝ ΠΑΦΟΥ (ΣΥΝΕΚΤΗ) ΛΤΔ., Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. Σ. Θεμιστοκλέους (κα), για τους Αιτητές. Γ. Χατζηχάννα (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Ε. Σπυρής (κα) για Α. Νεοκλέους, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, ημερομηνίας 22.2.2008, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση κατά της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων Κύπρου για εγγραφή της ονομασίας «Χαλούμι» ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, στο εξής «ΠΟΠ», προς προώθηση της στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα γεγονότα της υπόθεσης Ο Κανονισμός (ΕΟΚ)2081/92, θεσπίστηκε για να καθορίζει τους κανόνες προστασίας των ονομασιών προέλευσης και γεωγραφικών ενδείξεων συγκεκριμένων γεωργικών προϊόντων. Ο συναφής Κανονισμός (ΕΟΚ)2082/92 καθορίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους μπορεί κάποιος να λαμβάνει κοινοτική «βεβαίωση ιδιοτυπίας» για τα συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα. Στα πλαίσια εναρμόνισης της Κύπρου με την πιο πάνω Ευρωπαϊκή νομοθεσία, θεσπίστηκε ο περί Ονομασιών Προέλευσης και Γεωγραφικών Ενδείξεων Γεωργικών Προϊόντων ή Τροφίμων Νόμου του 2002 (Ν. 7(Ι)/2002), στο εξής «ο Νόμος του 2002». Στις 11.5.2004 ο Σύνδεσμος Τυροκόμων Κύπρου, Ενδιαφερόμενο Μέρος, υπέβαλε, βάσει του Νόμου του 2002, αίτηση[1] στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, στο εξής «ο Έφορος», για την καταχώριση της ονομασίας χαλούμι ως «ΠΟΠ». Η αίτηση διαβιβάστηκε από τον Έφορο στο Τμήμα Γεωργίας με επιστολή ημερομηνίας 17.5.
- Στη συνέχεια η αίτηση τέθηκε ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής, η οποία εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του Νόμου. Η Επιτροπή κατά την εξέταση της, ζήτησε από τον Σύνδεσμο Τυροκόμων συμπληρωματικά στοιχεία και ειδικότερα όσον αφορά το δεσμό του προϊόντος με τη γεωγραφική περιοχή. Τα στοιχεία αυτά προσκομίστηκαν μετά από επανειλημμένες χρονικές παρατάσεις. Η εξέταση της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων ολοκληρώθηκε στις 11.4.2005 και η αρμόδια Επιτροπή αποφάσισε να την εγκρίνει. Ακολούθησε σχετική ενημέρωση του Συνδέσμου από το Τμήμα Γεωργίας με επιστολή ημερομηνίας 19.4.
- Έτσι ο Έφορος στις 28.6.2005 προχώρησε στην αποστολή του σχετικού φακέλου, στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να καταχωρηθεί η ονομασία χαλούμι ως «ΠΟΠ». Όμως, στις 26.8.2005 με βάση το Νόμο του 2002, παρόμοια αίτηση υποβλήθηκε στον Έφορο από την «Ομάδα Ποιμνιοτρόφων Από Διάφορες Περιοχές της Κύπρου», στο εξής «η Ομάδα Ποιμνιοτρόφων», ο οποίος τη διαβίβασε στο Τμήμα Γεωργίας. Ο Έφορος στις 1.11.2005, με επιστολή του ενημέρωσε το Τμήμα Γεωργίας σε σχέση με διόρθωση στον αριθμό της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων. Επίσης ζήτησε γνωμάτευση από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, κατά πόσο η δημοσίευση της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων Κύπρου θα έπρεπε να γίνει και στην Τουρκική γλώσσα. Ο Γενικός Εισαγγελέας, με γνωμάτευση του ημερομηνίας 2.11.2005, συμβούλευσε τον Έφορο ότι πριν από την προώθηση οποιασδήποτε άλλης αίτησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα έπρεπε να τροποποιηθεί η εθνική νομοθεσία, ειδικά ως προς τον καθορισμό της Αρμόδιας Αρχής. Ακολούθησε τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι αρμόδια Αρχή θα ήταν το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Όμως, στις 20.3.2006, ο Κανονισμός (ΕΟΚ) 2081/92, βάσει του οποίου θεσπίστηκε ο Νόμος, αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 510/2006 για την Προστασία Ονομασιών Προέλευσης και Γεωγραφικών Ενδείξεων Γεωργικών Προϊόντων και Τροφίμων, στο εξής «ο Κανονισμός (ΕΚ) 510/2006». Ο συγκεκριμένος Κανονισμός αποσκοπούσε στο να καθορίσει κανόνες με τους οποίους θα μπορούσαν να αναγνωρίζονται ως εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα γεωργικά και άλλα τρόφιμα. Ταυτόχρονα, θεσπίστηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) 509/06 για τον καθορισμό των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων που χαρακτηρίζονται ως εγγυημένα παραδοσιακά ιδιότυπα. Μετά από αυτή την εξέλιξη το Τμήμα Γεωργίας, με επιστολή του ημερομηνίας 29.5.2006, ζήτησε γνωμάτευση κατά πόσο θα πρέπει να γίνουν τροποποιήσεις του Νόμου ως αποτέλεσμα του νέου κοινοτικού Κανονισμού. Η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας ήταν ότι η τροποποίηση ήταν αναγκαία. Ως αποτέλεσμα θεσπίσθηκε ο περί της Προστασίας των Ονομασιών Προέλευσης και Γεωγραφικών Ενδείξεων Γεωργικών Προϊόντων και Τροφίμων Νόμος του 2006 (Ν. 139(Ι)/2006), στο εξής «ο Νόμος του 2006», ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στις 3.11.
- Έτσι με βάση το Άρθρο 5 του Νόμου του 2006, έγινε ο διορισμός των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής, στο εξής «η Επιτροπή», ενώ ακολούθως συγκλήθηκε η πρώτη σύσκεψη της. Με βάση τον Νόμο του 2006 και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 39, οποιεσδήποτε αιτήσεις εκκρεμούσαν και είχαν υποβληθεί με βάση τον αρχικό Νόμο του 2002, μεταξύ αυτών και του Συνδέσμου Τυροκόμων και της Ομάδας Ποιμνιοτρόφων, θα εξετάζονταν με βάση τις πρόνοιες του νέου Νόμου του
- Ακολούθησε η επανεξέταση των δύο αιτήσεων από τη Συμβουλευτική Επιτροπή. Όμως στη συνέχεια προέκυψε ζήτημα νομικής εκπροσώπησης της Ομάδας Ποιμνιοτρόφων, αφού ενώ ήταν οι αρχικοί αιτητές, με επιστολή τους ημερομηνίας 11.12.2006 δήλωσαν ότι πλέον η Συμβουλευτική Επιτροπή θα πρέπει να θεωρεί ότι η σχετική αίτηση τους είχε υποβληθεί από την «Συντονιστική Επιτροπή Οργανώσεων Ομάδων Αιγοπροβατοτρόφων», στο εξής «η Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών». Η Συμβουλευτική Επιτροπή, με επιστολή της ημερομηνίας 4.12.2006, τους ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με την αίτηση τους. Στη συνέχεια, αφού μελέτησε όλα τα στοιχεία στις 4.1.2007, πληροφόρησε τη Συντονιστική Επιτροπή ότι η αίτηση τους δεν μπορεί να προωθηθεί ως έχει, αφού αποκλείεται η πιθανότητα χρήσης αγελαδινού γάλακτος ως μέρος της πρώτης ύλης για την παρασκευή του επίδικου προϊόντος, αφού αυτό αντιβαίνει στο υφιστάμενο πρότυπο το οποίο αποτελεί την εθνική διάταξη. Η Συντονιστική Επιτροπή Ποιμνιοτρόφων, απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 12.1.2007 προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η Ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν απαγόρευε σε οποιανδήποτε ομάδα παραγωγών να υποβάλει τη δική της αίτηση. Η Συμβουλευτική Επιτροπή, με το Πόρισμα της ημερομηνίας 25.1.07, τελικά πρότεινε όπως η αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων, προωθηθεί στον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, με εισήγηση όπως η προδιαγραφή στην αίτηση του Συνδέσμου προωθηθεί για δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αφού πληρούσε τους όρους τόσο του Κανονισμού όσο και τις πρόνοιες του Εφαρμοστικού Κανονισμού 1898/06 και του τροποποιημένου Νόμου. Όσον αφορά την αρχική αίτηση της Ομάδας Ποιμνιοτρόφων, ημερομηνίας 26.8.2005, η Συμβουλευτική Επιτροπή στο Πόρισμα της αναφέρει ότι αυτή υποστηρίζεται[2] από τη Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών, η οποία αποτελείται από διάφορες ομάδες επαγγελματικών οργανώσεων αιγοπροβατοτροφών. Τελικά, η Συμβουλευτική Επιτροπή εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης, επειδή δεν πληρούσε τους όρους του Κανονισμού (ΕΚ) 510/2006, του Κανονισμού 1898/06 και τις πρόνοιες του Νόμου του
- Η εισήγηση έγινε αποδεκτή και η Ομάδα Ποιμνιοτρόφων ενημερώθηκε σχετικά στις 14.2.
- Η εισήγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για την αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων, έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό και ακολούθησε η δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 2.2.2007, ορίζοντας παράλληλα ένα μήνα ως περίοδο ενστάσεων. Κατά της αίτησης υποβλήθηκαν πέντε ενστάσεις, μια εκ των οποίων από τη Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών, δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου του 2006, για τον λόγο ότι αποκλείστηκε η χρήση αγελαδινού γάλακτος στην παρασκευή του χαλουμιού. Ως αποτέλεσμα συγκροτήθηκε εκ νέου η Συμβουλευτική Επιτροπή, βάσει του νέου Νόμου. Ο Υπουργός Γεωργίας, ως η αρμόδια Αρχή, εξουσιοδότησε το Τμήμα Γεωργίας να ασκεί εκ μέρους του τις αρμοδιότητες που του ανατέθηκαν δυνάμει του Νόμου του
- Αφού έγινε η ανάλογη αλλαγή στη σύνθεση της, με το διορισμό σ' αυτήν εκπρόσωπου του Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας, ως αρμόδιας αρχής, στα πλαίσια εξέτασης των ενστάσεων έγινε επανεξέταση τόσο της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων όσο και της αρχικής αίτησης της Ομάδας Ποιμνιοτρόφων. Στις 19.4.2007 έγινε προκαταρκτικός έλεγχος των αιτήσεων τους από την αρμόδια αρχή που ήταν το Τμήμα Γεωργίας. Η αίτηση της Συντονιστικής Επιτροπής Αιγοπροβατοτροφών, θεωρήθηκε απορριφθείσα κατά τον προκαταρκτικό έλεγχο.[3] Στις 19.4.2007 η εγκριθείσα αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής για επανεξέταση. Η Επιτροπή στις 20.4.2007 έστειλε εκ νέου το πόρισμα της στον Υπουργό, με την εισήγηση να εγκριθεί, εφόσον πληρούσε τους όρους του Κανονισμού (ΕΚ) 510/
- Ο Υπουργός, ασκώντας τις αρμοδιότητες του, ως αρμόδια αρχή, προχώρησε στην αποστολή της Αίτησης στο Διευθυντή του Κυβερνητικού Τυπογραφείου για δημοσίευση, η οποία και ακολούθησε. Η δημοσίευση περιλάμβανε επίσης την επισήμανση ότι οι ενστάσεις που υποβλήθηκαν κατά την προηγούμενη δημοσίευση της αίτησης θεωρούνται ως υποβληθείσες, ωστόσο οι ενιστάμενοι μπορούν να τις τροποποιήσουν ή να τις αποσύρουν. Η Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτρόφων προχώρησε στις 22.5.2007 σε επιβεβαίωση της ένστασης της ημερομηνίας 1.3.2007 κατά της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων που είχε δημοσιευθεί και ταυτόχρονα προέβη σε τροποποίηση της. Επειδή η ένσταση θεωρήθηκε ελλιπής, η αρμόδια Αρχή ζήτησε από την ενιστάμενη, συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία και υποβλήθηκαν. Στη συνέχεια, με βάση το άρθρο 15 του τροποποιημένου Νόμου, η ένσταση μαζί με τα συμπληρωματικά στοιχεία διαβιβάστηκαν στο Σύνδεσμο Τυροκόμων με σκοπό να υποβάλουν αντέκθεση σύμφωνα με το Νόμο του
- Ταυτόχρονα το Τμήμα Γεωργίας στις 2.6.2007 ζήτησε μεταξύ άλλων και αποδειχτικά στοιχεία ότι η Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών είναι νομικό πρόσωπο. Επίσης, ζήτησε λεπτομέρειες για το είδος και ποιότητα χαλουμιού που παράγουν και το είδος του γάλακτος που χρησιμοποιούσαν. Την 21.6.2007 ο δικηγόρος της Συντονιστικής Επιτροπής, κ. Αλ. Μαρκίδης, εφοδίασε το Τμήμα Γεωργίας με τα απαραίτητα στοιχεία, εξηγώντας ότι η Συντονιστική Επιτροπή είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να ενεργεί εκ μέρους των Οργανώσεων, Ομάδων και Συνεργατικών Εταιρειών που την αποτελούν. Για την κάθε μια επεσύναψε εξουσιοδοτήσεις. Εξήγησε επίσης ότι η παραγωγή τους συνίσταται από πρόβειο και αιγινό γάλα, το οποίο πωλείται στις τυροκομικές βιομηχανίες της Κύπρου. Επίσης, το Τμήμα Γεωργίας, σε σχέση με το ζήτημα της νομικής εκπροσώπησης των ενιστάμενων, στις 16.8.2007 ζήτησε και πήρε (από την Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών), γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία οι ομάδες «Παγκύπρια Συνεργατική Εταιρεία Κτηνοτρόφων (ΠΑΣΥΝΕΚ) Λτδ», Αιτητές 1 και η «Συνεργατική Εταιρεία Κτηνοτρόφων Πάφου (ΣΥΝΕΚΤΗ) Λτδ», Αιτητές 2, στην παρούσα διαδικασία που υπέγραψαν τη δήλωση ημερομηνίας 26.8.2005, είναι εγγεγραμμένες συνεργατικές εταιρείες. Ο Σύνδεσμος Τυροκόμων, στις 3.9.2007 υπέβαλε 5 αντεκθέσεις στις 5 ενστάσεις που καταχωρήθηκαν. Στη συνέχεια όλα τα στοιχεία διαβιβάστηκαν στη Συμβουλευτική Επιτροπή, για να τα εξετάσει στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων. Παράλληλα το Τμήμα Γεωργίας, στις 11.10.2007, ζήτησε εκ νέου από την ενιστάμενη Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών, όπως υποβάλει έγγραφα στα οποία να φαίνεται η απόφαση που λήφθηκε από κάθε μια από τις πέντε οργανώσεις που την απαρτίζουν, αναφορικά με την εξουσιοδότηση που παραχώρησαν στη Συντονιστική Επιτροπή. Επίσης ζητήθηκαν στοιχεία σε σχέση με τη δραστηριότητα των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής. Ο δικηγόρος της ενιστάμενης Συντονιστικής Επιτροπής, επανήλθε και σε απαντητική επιστολή του, επισύναψε χειρόγραφο σημείωμα το οποίο προέβαλε ως Πρακτικό Συνεδρίας της Επιτροπής που έγινε στις 23.2.2007 για να επικυρώσει ομόφωνη απόφαση που πάρθηκε κατά το Παγκύπριο Συνέδριο της, στις 21.2.2007, για υποβολή ένστασης. Όμως γνωμάτευση με ημερομηνία 10.12.2007 που δόθηκε από τη Νομική Υπηρεσία, κατόπιν ερωτήματος της αρμόδιας Αρχής, ως προς το κατά πόσο το ανυπόγραφο χειρόγραφο σημείωμα συνιστούσε έγκυρο πρακτικό, ανέφερε ότι το ανυπόγραφο χειρόγραφο σημείωμα, δεν συνιστούσε έγκυρο πρακτικό και θα έπρεπε να αναζητηθεί επιβεβαίωση της βούλησης των πέντε νομικών προσώπων που αποτελούσαν τη Συντονιστική Επιτροπή. Ο δικηγόρος της Συντονιστικής Επιτροπής, κ. Αλ. Μαρκίδης, με επιστολή του ημερομηνίας 10.12.2007, απέστειλε «Βεβαιώσεις» των Γενικών Γραμματέων των δύο οργανώσεων ΠΑΣΥΝΕΚ και ΣΥΝΕΚΤΗ, Αιτητών, με τις οποίες επιβεβαιωνόταν η απόφαση του Παγκύπριου Συνεδρίου της κάθε μιας, να υποστηρίξει την ένσταση της Συντονιστικής Επιτροπής Αιγοπροβατοτροφών, κατά της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων. Η Συμβουλευτική Επιτροπή με αυτά τα δεδομένα και με βάση τα ενώπιον της στοιχεία προχώρησε στην εξέταση των ενστάσεων, μεταξύ αυτών και της ένστασης της Συντονιστικής Επιτροπής Αιγοπροβατοτροφών. Στις 20.12.2007 κατέληξε να εισηγηθεί στον Υπουργό την απόρριψη των ενστάσεων και τη δημοσίευση της ευνοϊκής απόφασης του Υπουργού στην αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων και την προώθηση της αίτησης στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στη συνέχεια, η Αίτηση σύμφωνα με το Πόρισμα της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τροποποιήθηκε. Η Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών και άλλοι ενιστάμενοι, ενημερώθηκαν σχετικά με επιστολή του Υπουργείου Γεωργίας, ημερομηνίας 18.1.
- Η Συντονιστική Επιτροπή όμως, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 22.1.2008, δεν προχώρησε σε οποιανδήποτε τροποποίηση της ένστασης της, εφόσον η τροποποίηση της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων αφορούσε μόνο την εταιρεία Alpina Farm Ltd. Κατόπιν τούτου, το Τμήμα Γεωργίας ενημέρωσε σχετικά τον Υπουργό, ότι το πόρισμα της Επιτροπής ίσχυε ως έχει. Στη συνέχεια η αρμόδια Αρχή, στις 19.2.2008, ενημέρωσε και τους πέντε ενιστάμενους, μεταξύ των οποίων και τη Συντονιστική Επιτροπή Αιγοπροβατοτροφών και τους Αιτητές 1 και 2, τους οποίους θεώρησε ως ξεχωριστούς ενιστάμενους, ότι οι ενστάσεις τους απορρίπτονται. Κατά την ίδια ημερομηνία αποφάσισε εκ νέου να προωθήσει την αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στις 22.2.2008, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας η ευνοϊκή απόφαση του Υπουργού καθώς και οι προδιαγραφές πάνω στις οποίες βασίστηκε η απόφαση. Η νομική πτυχή Οι δύο Αιτητές ως ενιστάμενοι στην αίτηση του Συνδέσμου Τυροκόμων, προσβάλλουν την πιο πάνω απόφαση του Υπουργού. Στην Αίτηση τους διατυπώνουν διάφορους νομικούς λόγους, οι οποίοι όμως είναι τόσο γενικοί που καθίσταται δύσκολο να γίνει αντιληπτή η ουσία του καθ' ενός. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι Καθ'ων η αίτηση στην αγόρευση τους εγείρουν ένσταση ότι οι Αιτητές, τόσο στην Αίτηση τους όσο και στην αγόρευση του δικηγόρου τους, εγείρουν γενικούς και στερεότυπους ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι ατεκμηρίωτοι, αόριστοι και ασαφείς. Ζητούν από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την Αίτηση γι' αυτό και μόνο το λόγο. Ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, προβλέπει ότι:- «
- Έκαστος διάδικος δέον δια των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον.» Όπως αναφέρθηκε από τον αδελφό Δικαστή Κραμβή στην υπόθεση Παυλίδης ν. ΑΗΚ, Υπόθεση Αρ. 227/07, ημερομηνίας 20.3.08, όταν δεν εξειδικεύονται τα νομικά σημεία, ούτε η αρχή του διοικητικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι λόγοι που εισάγονται παραμένουν γενικοί και αόριστοι ως προς την πραγματική και νομική τους βάση. Είναι στην ουσία «αναιτιολόγητοι και έτσι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης». Επίσης, στην υπόθεση Μούστρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 70, τονίστηκε η πάγια θέση της νομολογίας ότι «δεν αρκεί να προβάλλονται και να αναπτύσσονται τέτοιοι ισχυρισμοί, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύονται με επαρκή βεβαιότητα από τον Αιτητή, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης τους.». Σχετικές επί του θέματος είναι και οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κουκκουρή
(1993)3 ΑΑΔ 598, Ανθούση ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 129/94, ημερομηνίας 11.9.1995, στις οποίες έκαμε αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ'ων η αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά τις προσπάθειες μου μέσα από τα δικόγραφα των Αιτητών, να εντοπίσω τεκμηριωμένους νομικούς λόγους ακύρωσης, απέτυχα. Κατά την άποψή μου, εκείνο που φαίνεται να γίνεται, είναι ότι προσβάλλεται η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ενώ τα όποια θέματα στα οποία γίνεται αναφορά από το δικηγόρο των Αιτητών, δεν θεμελιώνουν συγκεκριμένους νομικούς λόγους ακύρωσης. Για παράδειγμα, γίνεται αόριστη αναφορά σε λάθη και πλάνη περί το νόμο, χωρίς όμως να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη νομική πλάνη. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν σύμφωνη με το Νόμο του
- Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 39 του Νόμου του 2006, εξετάστηκαν οι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί δυνάμει του προηγούμενου Νόμου του
- Νομότυπη ήταν και η διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων μετά την τελευταία δημοσίευση που έγινε ώστε η διαδικασία να εναρμονιστεί με τα όσα απαιτούνται πλέον από το Νόμο του
- Ακόμη και ο Κανονισμός 509/09 στον οποίο γίνεται αναφορά, δεν είναι σχετικός με την παρούσα υπόθεση, αφού ο Κανονισμός ο οποίος εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, για την εγγραφή «ΠΟΠ», είναι ο Κανονισμός 510/
- Επομένως, ούτε εδώ διαπιστώνεται πλάνη. Επίσης, επί της ουσίας, τα ζητήματα που εγείρονται και συγκεκριμένα ο προσδιορισμός των συστατικών παρασκευής ενός χαλουμιού, συνιστούν τεχνικής φύσεως θέματα για τα οποία απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να επέμβει. Ανεξάρτητα της αποδοχής της διαδικαστικής φύσεως ένστασης των Καθ'ων η αίτηση, έχω εξετάσει ακροθιγώς τόσο τα στοιχεία του φακέλου όσο και την προσβαλλόμενη απόφαση και έχω διαπιστώσει ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν νόμιμα κατά τη διαδικασία εξέτασης της ένστασης των Αιτητών, αιτιολογώντας δεόντως την απόφαση τους να απορρίψουν την ένσταση τους. Επίσης, ενώ έκριναν, με βάση τα στοιχεία που τους παρουσίασαν οι Αιτητές, ότι η εκπροσώπηση τους έπασχε, αφού το νομικό πρόσωπο το οποίο δήλωναν ότι τους εκπροσωπούσε, δεν υφίστατο νομότυπα, οι Καθ' ων η αίτηση εξέτασαν την ένσταση τους, ωσάν να υποβλήθηκε από τέσσερα διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Όμως, τα στοιχεία τα οποία υπέβαλαν, δεν συνιστούσαν τις προϋποθέσεις που απαιτούσε ο Νόμος, για να θεωρηθούν ότι είναι παραγωγοί του επίδικου προϊόντος, ώστε να έχουν δικαίωμα να εγγράψουν οι ίδιοι το χαλούμι ως «ΠΟΠ», για προώθηση στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Αιτητών, ακροθιγώς εγείρει θέμα παράνομης σύστασης της αρμόδιας Αρχής. Καμιά τέτοια παρανομία δεν διαπιστώνεται. Μετά που διαπιστώθηκε η ανάγκη για καθορισμό αρμόδιας Αρχής ώστε να υπάρξει συμμόρφωση με τον Κανονισμό 2081/92, η εθνική νομοθεσία τροποποιήθηκε με τη θέσπιση του Νόμου του 2006 και ορίστηκε αρμόδια Αρχή. Στη συνέχεια προσαρμόστηκε η διαδικασία με τις πρόνοιες του Νόμου του 2006, με αποτέλεσμα να εξεταστούν δυνάμει του νέου Νόμου του 2006 οι εκκρεμούσες αιτήσεις και ενστάσεις. Ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού για προώθηση της αίτησης του Συνδέσμου Τυροκόμων στα αρμόδια σώματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απόρριψη της ένστασης των Αιτητών ήταν νόμιμη. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με €1500 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Καμιά διαταγή για τα έξοδα του ΕΜ. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. [1] Η αίτηση φέρει Κωδικό ΟΝΠΡ 04/
- [2] Βλ. επιστολή ημερομηνίας 12.12.
- [3] Βλ. επιστολή ημερομηνίας 19.4.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο