← Κύπρος

S HADJICHRISTOFI CONSTRUCTION LTD ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1325/2008, 14 Μαΐου 2010

S HADJICHRISTOFI CONSTRUCTION LTD ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1325/2008, 14 Μαΐου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1325/2008) 14 Μαΐου, 2010 [K. ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ S. HADJICHRISTOFI CONSTRUCTION LTD., Αιτήτρια, - ν - ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΜΕΣΩ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, Καθ΄ων η αίτηση. - - - - - - Γ. Παναγίδης για Χρ. Ιωάννου, για την Αιτήτρια. Α. Καλησπέρα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ων η Αίτηση. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ.: Την απόρριψη της αίτησής της για επανεγγραφή του φορτηγού οχήματός της με αρ. εγγραφής UP753, μετά που αυτό υπέστη αλλαγές μηχανής και καμπίνας, προσβάλλει με την παρούσα προσφυγή της η αιτήτρια εταιρεία. Όπως διαπιστώνεται από το αδιαμφισβήτητο ιστορικό της υπόθεσης, όταν η αιτήτρια εταιρεία απέκτησε το ως άνω όχημα, υπέβαλε αίτηση στις 29.10.2007 στο Τ.Ο.Μ. για έκδοση άδειας για αλλαγή μηχανής και καμπίνας, η οποία αίτηση εγκρίθηκε υπό όρους. Μετά που το όχημα υπέστη τις αλλαγές, παρουσιάστηκε, όπως ήταν ένας από τους τεθέντες όρους της χορηγηθείσας άδειας, για επιθεώρηση και επαναζύγιση και αφού ελέγχθηκε, εκδόθηκε γι΄ αυτό πιστοποιητικό καταλληλότητας, ενώ ακολούθως μετατράπηκε από ιδιωτικό, σε δημόσιας χρήσης μεταφορέα Α. Κατά τον Οκτώβριο 1998, κατόπιν διενέργειας τυχαίου δειγματοληπτικού ελέγχου, το όχημα επιθεωρήθηκε στο Επαρχιακό Κέντρο Επιθεώρησης Λευκωσίας και, επειδή ηγέρθηκε υποψία περί πλαστογράφησης του αριθμού πλαισίου του, με οδηγίες της Αστυνομίας επιθεωρήθηκε περαιτέρω από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών. Η υποψία περί πιθανής πλαστογράφησης του αριθμού πλαισίου δεν επιβεβαιώθηκε, πλην όμως από τον λεπτομερή έλεγχο προέκυψαν τα ακόλουθα άλλα στοιχεία: (α) Το πλάτος του πλαισίου που καθορίζουν οι δυο κύριοι δοκοί αυτού του τύπου οχημάτων είναι 85 εκ. Στο εξεταζόμενο όχημα φαίνεται ότι το πλαίσιο ανοίχτηκε με πρέσα στο μπροστινό μέρος και έγινε από 85 εκ. σε 98 εκ. (β) Ο αριθμός που είναι χτυπημένος στον κινητήρα του οχήματος είναι 26L

  1. Ο αριθμός αυτός φαίνεται άθικτος και εργοστασιακός. (γ) Αρκετά εξαρτήματα του οχήματος αναγράφουν τη λέξη "SCAMMEL". Δεν υπήρχε επαρκής συσχετισμός μεταξύ των κατασκευαστών "SCAMMEL" και "LEYLAND". (δ) Οι εμπρόσθιοι άξονες φαίνεται ότι έχουν αντικατασταθεί με άλλους, για να μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο πλάτος του πλαισίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το όχημα, ενώ διατήρησε την ταυτότητά του, έγιναν σ΄ αυτό επεμβάσεις και μετατροπές που επηρέαζαν την αντοχή του και που μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλειά του. Για τούτο, ο διευθυντής των αιτητών κατηγορήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου με την κατηγορία της αλλαγής αμαξώματος κατά παράβαση των Κανονισμών, πλην όμως, κατόπιν ακρόασης, αθωώθηκε. Οι καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν αργότερα και διόρισαν κατά τον Οκτώβριο 2003 ειδική προς τούτο τριμελή Επιτροπή, αποτελούμενη από Ανώτερους Τεχνικούς του Τ.Ο.Μ., η οποία κατόπιν επιθεώρησης, επιβεβαίωσε ότι πράγματι είχε διαπλατυνθεί το μπροστινό μέρος του πλαισίου για να μπορεί να δεχθεί νέο κουβούκλιο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το όχημα να μη μπορούσε να δεχθεί τους υφιστάμενους άξονες και για τούτο είχαν τοποθετηθεί νέοι μπροστινοί άξονες. Αυτές οι αλλαγές, σύμφωνα με τους καθ΄ων η αίτηση, είχαν γίνει χωρίς την έγκριση του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων, κατά παράβαση του Κανονισμού 55 των Κανονισμών του 1984 και ζητήθηκε από τους αιτητές ενόψει τούτου όπως, για να καταστεί δυνατή η επανεγγραφή του οχήματός τους μετά τις ως άνω μετατροπές, προσκομίσουν πιστοποιητικό από τον κατασκευαστή του οχήματος ως προς τα ακόλουθα: (α) Ότι οι προσαρμογές που έγιναν στον όχημα δεν ξεφεύγουν από τη σειρά των προτύπων του εργοστασίου που φαίνονται στο εγχειρίδιο κατασκευής αμαξώματος συντήρησης (Body Builders Manual/Service Manual). Η πιστοποίηση για τις προσαρμογές να περιλαμβάνει και την εφαρμογή της νέας καμπίνας, σύστημα διεύθυνσης, σύστημα αναρτήσεως, καθώς και την εφαρμογή της νέας μηχανής και νέων αξόνων, τόσο μπροστά όσο και πίσω. (β) Εάν επιδέχεται το πλαίσιο το άνοιγμα που έγινε σ΄ αυτό. (γ) Για το (α) και (β) πιο πάνω να υποβληθούν αντίγραφα των σχετικών σελίδων από το εγχειρίδιο κατασκευής αμαξώματος/συντήρησης (Body Builders Manual Service Manual) και τις προδιαγραφές του οχήματος αντίστοιχα. (δ) Ή να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Οι αιτητές, αντί στον κατασκευαστή, αποτάθηκαν στον εν Κύπρω αντιπρόσωπό του, ζητώντας τις πιο πάνω πιστοποιήσεις, ο οποίος όμως εξέφρασε την αδυναμία του να δώσει απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Ακολούθησε, η περαιτέρω εξέταση του θέματος από τριμελή Επιτροπή Λειτουργών Οδικών Μεταφορών η οποία, αφού παρέθεσε τα τεχνικής φύσεως στοιχεία που έλαβε υπόψη, συμπέρανε ότι η κατασκευαστική αντοχή του πλαισίου δυνατόν να έχει υποστεί τέτοια μεταβολή, για τους λόγους που εξήγησε, ώστε το όχημα να μην παρέχει επαρκή ασφάλεια κατά τη χρήση. Μετά και από αυτή την εξέλιξη, οι καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης για απόρριψη του αιτήματος για επανεγγραφή του οχήματος. Με την προσφυγή τους οι αιτητές προβάλλουν διάφορους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι θα εξετασθούν στη συνέχεια ένας προς ένα.
  2. Η μη ενημέρωση των αιτητών για τις προσφερόμενες θεραπείες για προσβολή της απόφασης. Επικαλούμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 5 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999), οι αιτητές εισηγούνται ότι οι καθ΄ων η αίτηση όφειλαν στην απορριπτική του αιτήματος επιστολή τους να είχαν ενημερώσει τους αιτητές ως προς τις θεραπείες οι οποίες τους προσφέρονταν για προσβολή της νομιμότητας ή ορθότητας της ληφθείσας απόφασης και ότι η παράλειψή τους για ενημέρωση παρασύρει την απόφαση σε ακύρωση. Παρέπεμψαν προς τούτο οι αιτητές στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκίτσας & Παρασκευάς Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 654/2002, ημερομηνίας 31.12.
  3. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 5 του Νόμου 158(Ι)/1999 προνοεί ότι η διοίκηση οφείλει στο έγγραφο με το οποίο κοινοποιείται μια πράξη να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για τις θεραπείες που έχει για να προσβάλει την πράξη και συναφείς πληροφορίες. Είναι επίσης γεγονός ότι στην υπόθεση Σκίτσας (ανωτέρω) ακυρώθηκε πράξη βεβαίωσης οφειλής ΦΠΑ, λόγω της παράλειψης ενημέρωσης στη σχετική προς τον αιτητή επιστολή ως προς τις διαθέσιμες θεραπείες τις οποίες είχε. Όμως η υπόθεση εκείνη διαφοροποιείται από την παρούσα επειδή, πέραν του δικαιώματος για προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ο αιτητής, στην περίπτωση επιβολής ΦΠΑ, είχε πρώτιστα και δικαίωμα υποβολής ένστασης στον Υπουργό δυνάμει του Νόμου αρ. 246/1990 και ήταν το βασικό παράπονό του ότι δεν άσκησε το δικαίωμα ένστασης, επειδή δεν το γνώριζε, και δεν ενημερώθηκε όπως ήταν η υποχρέωση της αρμόδιας αρχής. Και, πράγματι, το Δικαστήριο συμφώνησε πως, παρά το ότι τελικά ο αιτητής καταχώρησε εμπρόθεσμα την προσφυγή του στο Ανώτατο Δικαστήριο, εν τούτοις, θα μπορούσε, αν γνώριζε, να είχε υποβάλει ένσταση κατά την εξέταση της οποίας ο αρμόδιος Υπουργός, δυνάμει του Νόμου, είχε εξουσίες ευρύτερες από εκείνες που παρέχει το Άρθρο 146 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο, περιλαμβανομένης της εξέτασης και του ελέγχου της ουσίας της υπόθεσης. Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση των εδώ αιτητών, δεν έχει τεθεί τέτοιο θέμα και, δεδομένου ότι είχαν το δικαίωμα άσκησης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο και το άσκησαν εμπρόθεσμα, η παραβίαση τύπου που προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 5 του Νόμου 158(Ι)/1999 δεν ήταν ουσιώδης, ούτε επηρέασε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο δικαιώματα των αιτητών.
  4. Η καθυστέρηση στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Επικαλούμενοι τις πρόνοιες των άρθρων 10 και/ή 48 του Νόμου 158(Ι)/1999 και σχετική νομοθεσία, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησής τους συνιστά κατάχρηση εξουσίας και/ή διαδικασίας. Αυτός ο λόγος ακύρωσης δεν έχει έρεισμα. Από τη σύνοψη των γεγονότων που είχαν παρατεθεί προηγουμένως καθαρά εξάγεται το συμπέρασμα ότι κατά τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος των αιτητών παρεισέφρησαν στοιχεία και δεδομένα τα οποία διαφοροποιούσαν την περίπτωση και καθιστούσαν τη διενέργεια περαιτέρω ελέγχων και διαδικασιών αναγκαία. Αναπόφευκτα, επομένως, θα επροκαλείτο καθυστέρηση λόγω των πιο πάνω παραγόντων, στη δημιουργία κάποιων από τους οποίους οι αιτητές δεν ήσαν αμέτοχοι.
  5. Το αναιτιολόγητο της απόφασης Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρέχει τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητάς της, αφού δεν καθορίζονται ούτε αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους το όχημα δεν μπορεί να επανεγγραφεί. Ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης που προβάλλουν οι αιτητές μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Τόσο με βάση την επιστολή με την οποία διαβιβάστηκε η απορριπτική απάντηση των καθ΄ων η αίτηση, όσο και από την ανταλλαγή επιστολών που είχαν προηγηθεί και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, καθίστατο γνωστός κάθε επί μέρους λόγος καθώς επίσης και το τελικό συμπέρασμα για το οποίο δεν ήταν δυνατή η επανεγγραφή του οχήματος μετά τις διενεργηθείσες σ΄ αυτό μετατροπές.
  6. Η κατ΄ ισχυρισμό μη αιτιολογημένη μεταβολή στη στάση της διοίκησης Κύριο έρεισμα για την προβολή αυτού του λόγου ακύρωσης από τους αιτητές, αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ αρχικά είχε εγκριθεί η επανεγγραφή του οχήματος μετά τις γενόμενες μετατροπές, αργότερα η αρμόδια Αρχή παρενέβαλε άλλα θέματα και άλλαξε στάση χωρίς επαρκή αιτιολογία και χωρίς να δικαιολογήσει τη μεταστροφή στην απόφασή της. Ούτε και αυτός ο λόγος ακύρωσης μπορεί να ευσταθήσει, εξεταζόμενος κάτω από το πρίσμα των διαθέσιμων στοιχείων. Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά την προηγηθείσα επιθεώρηση του οχήματος δεν είχαν εντοπισθεί οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις στο πλαίσιό του. Όμως αυτές εντοπίστηκαν αργότερα στο πλαίσιο ενδελεχέστερου ελέγχου και παρουσιάζονται να επιβεβαιώθηκαν από λεπτομερείς εξετάσεις πεπειραμένων λειτουργών, οι οποίοι ετοίμασαν και υπέβαλαν λεπτομερή στοιχεία που προέκυψαν από τις εξετάσεις τους. Αυτά ήσαν δε, που προκάλεσαν την αλλαγή στάσης της αρμόδιας Αρχής. Και καθηκόντως άλλαξε στάση η αρμόδια Αρχή μπροστά στα νέα στοιχεία που προέκυψαν και τα οποία παρουσιάζονταν να προκαλούσαν σοβαρές αμφιβολίες στην ασφαλή χρήση ενός μεγάλου οχήματος δημόσιας χρήσης που κυκλοφορούσε στους δρόμους. Και δικαιολογημένη και πλήρως αιτιολογημένη ήταν αυτή η αλλαγή στάσης, ενώ αντίθετα αποδοχή της θέσης των αιτητών θα ήθελε τους καθ΄ων η αίτηση να εθελοτυφλούσαν μπροστά στις σοβαρές νέες διαπιστώσεις που είχαν γίνει και που έθεταν σε αμφιβολία την ασφαλή κυκλοφορία του οχήματος.
  7. Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση της Αρχής της Ισότητας Βάση αυτού του προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης είναι κάποια αναφορά που είχε γίνει στη μαρτυρία λειτουργού των καθ΄ων η αίτηση στο πλαίσιο εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης εναντίον του διευθυντή των αιτητών, ο οποίος μάρτυρας είχε κληθεί από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, στη δακτυλογραφημένη απόφαση του Δικαστηρίου και κατά την παράθεση σύνοψης της μαρτυρίας του ΜΥ1, καταγράφεται ότι: "Τέλος ανέφερε ότι υπάρχουν και άλλα φορτηγά με τις ίδιες μετατροπές και κυκλοφορούν με πιστοποιητικά καταλληλότητας." Παρόλον ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας των πολιτών, η οποία διασφαλίζεται και από το Σύνταγμα και από το Νόμο 158(Ι)/1999, άρθρο 38 είναι δεδομένη, θα ήταν πραγματικά αδύνατο να αποδοθεί στην πιο πάνω περικοπή από τη μαρτυρία του μάρτυρα, η σημασία την οποία της αποδίδεται από τους αιτητές. Πρόκειται για μια τελείως γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά σε άλλα οχήματα, χωρίς να διευκρινίζεται εάν αυτά έτυχαν ενδελεχούς ελέγχου και επιθεωρήσεως, αν είχαν επιβληθεί όροι στους ιδιοκτήτες τους και αν οι όροι αυτοί ικανοποιήθηκαν, εάν κλήθηκαν να προσκομίσουν βεβαιώσεις από τους κατασκευαστές και συμμορφώθηκαν ή όχι, κλπ. Με δεδομένο δε ότι εδώ οι διαπιστωθείσες μετατροπές και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο έγιναν, θεωρήθηκαν παράνομες από την αρμόδια Αρχή καθότι έγιναν κατά παράβαση της εγκριθείσας άδειας, η θέση των αιτητών ως προς άλλα οχήματα που τελούσαν στην ίδια κατάσταση με το υπό εξέταση, ισοδυναμεί με θέση ότι παράνομα θα πρέπει να είχε εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας σε σχέση με εκείνα τα οχήματα. Οπότε και η αρχή την οποία επικαλούνται οι αιτητές δεν θα ισοδυναμεί με τίποτε άλλο παρά απαίτηση για ισότητα εν τη παρανομία, αρχή απαράδεκτη κατά το διοικητικό δίκαιο. (Α. Αναστασίου ν. Δημοκρατίας

(1992)4 ΑΑΔ 3750, Charalambos Proestou v. Republic
(1981)3 CLR 314, και άλλες). Επομένως, ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί.
  1. Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση της Αρχής της Αμεροληψίας Σύμφωνα με τους αιτητές, η αρχή της αμεροληψίας παραβιάστηκε εδώ από τους καθ΄ων η αίτηση καθότι το διοικητικό όργανο που έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του πορίσματα και εκθέσεις λειτουργών του Τμήματος που παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση εναντίον του διευθυντή των αιτητών, ως μάρτυρα κατηγορίας. Αυτό το γεγονός, κατά τους αιτητές, καταδεικνύει ότι η κρίση των μελών της τριμελούς Επιτροπής που επανεξέτασε το θέμα, επηρεάστηκε από πρόσωπα που δεν διέθεταν τα εχέγγυα της αμεροληψίας και καθίσταται έτσι η κρίση τους ακροσφαλής. Κατ΄ αρχάς, όπως διαπιστώνεται από το κείμενο της ποινικής υπόθεσης, κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν κατέθεσε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ενώ όλα τα βασικά στοιχεία των μετατροπών που διαπιστώθηκαν κατά τους διενεργηθέντες ελέγχους, δηλώθηκαν ως αμοιβαία παραδεκτά γεγονότα. Εξάλλου, η επανεξέταση του οχήματος που ακολούθησε, έγινε από δύο τριμελείς Επιτροπές διαφορετικής σύνθεσης με εξειδικευμένες γνώσεις, χωρίς να προκύπτει από οποιαδήποτε αιτία πιθανότητα ή ένδειξη έλλειψης μεροληψίας. Εξάλλου, τα αντικειμενικά διαπιστώσιμα ευρήματα τους πουθενά δεν φαίνεται να αμφισβητούνται στην ουσία τους κατά την παρούσα διαδικασία ή και προηγουμένως.
  2. Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης Επικαλούμενοι τις γενικές αρχές φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και τις ειδικές πρόνοιες του άρθρου 43 του Νόμου 158(Ι)/1999, οι αιτητές παραπονούνται κάτω από αυτό το λόγο ακύρωσης ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν και να εκθέσουν τις απόψεις τους προτού ληφθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ιδιαίτερα ότι το αποτέλεσμα αυτής της απόφασης ήταν γι΄ αυτούς δυσμενές. Σε σχέση με το λόγο τούτο ακύρωσης, διαπιστώνεται ότι εδώ η περίπτωση περιστρεφόταν γύρω από τεχνικής φύσεως θέματα τα οποία ανέκυψαν κατά τη διενέργεια νόμιμων ελέγχων και επιθεωρήσεων και οδήγησαν στην εξαγωγή ευρημάτων από τεχνικά καταρτισμένους λειτουργούς. Τα στοιχεία αυτά τέθηκαν σε γνώση των αιτητών και, όπως διαπιστώνεται από τη σχετική αλληλογραφία, εξέφρασαν τις απόψεις τους και τόσο αυτές όσο και το αίτημά τους για επανεγγραφή επανεξετάσθηκε και τους γνωστοποιήθηκε το αποτέλεσμα. Επανειλημμένα δε τους δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουν δικά τους στοιχεία, βεβαιώσεις κατασκευστών κλπ, ώστε να ληφθούν υπόψη. Υπ΄ αυτές τις συνθήκες δεν νομίζω να παραβιάστηκε το δικαίωμά τους να ακουστούν.
  3. Η κατ΄ ισχυρισμό μη τήρηση πρακτικών Παραπέμποντας σε συγγράμματα διοικητικού δικαίου, σε νομολογία και στις πρόνοιες του άρθρου 24
(1)του Νόμου 158(Ι)/1999, οι αιτητές εισηγούνται ότι κατά τη διαδικασία λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν τηρήθηκαν πρακτικά και αυτό το γεγονός επάγεται ακυρότητα της απόφασης. Σε σχέση με το θέμα τούτο, όπως ορθά παρατηρεί και η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση, λεπτομερή πρακτικά σύμφωνα με το Νόμο πρέπει να τηρούνται μόνο σε σχέση με συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από το Διευθυντή του Τμήματος και όχι από συλλογικό όργανο, και ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του τα πορίσματα των εμπειρογνωμόνων που είχαν περιληφθεί στη σχετική έκθεσή τους, τόσο σε σχέση με την πρώτη, όσο και με τη δεύτερη Επιτροπή που διενήργησαν λεπτομερείς εξετάσεις. Όλα δε αυτά τα στοιχεία και άλλα, που λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης, τέθηκαν με διαφάνεια ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε προσβαλλόμενη απόφαση ήταν αρκούντως αιτιολογημένη αφ΄ εαυτής έτσι ώστε, και αν ακόμα απαιτείτο η τήρηση πρακτικών, να μην ήταν αναγκαίο να ανατρέξει κάποιος σ΄ αυτά για συμπλήρωση της αιτιολογίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κανένας από τους προβληθέντες λόγους ακύρωσης φαίνεται να ευσταθεί. Αναπόφευκτα, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.200 έξοδα εναντίον των αιτητών. Κ. Κληρίδης, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.