← Κύπρος

NANDAWATHIE MAMA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 704/2008, 22 Ιουλίου 2010

NANDAWATHIE MAMA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 704/2008, 22 Ιουλίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 704/2008) 22 Ιουλίου, 2010 [ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ NANDAWATHIE MAMA, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ,
  2. ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΕΡΙΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ, Καθ'ων η αίτηση. Γ. Ερωτοκρίτου, για την Αιτήτρια. Α. Ζερβού, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ.: Γεγονότα Στις 8/6/1983 εγκρίθηκε στεγαστικό αίτημα του εκτοπισθέντα Μάμα Μάμα, το οποίο αφορούσε στην παραχώρηση κυβερνητικού οικοπέδου στο Δάσος Άχνας και οικονομικής βοήθειας ύψους ΛΚ4.600, προκειμένου να αυτοστεγαστεί μαζί με την οικογένεια του. Τότε, ήταν παντρεμένος με την Άννα Σάββα και πατέρας δύο θυγατέρων, οι οποίες έχουν στο μεταξύ ενηλικιωθεί και δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες. Το εν λόγω ποσό χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς συμπλήρωσης της κατοικίας αυτοστέγασης, η οποία ανηγέρθη στο κυβερνητικό οικόπεδο που του παραχωρήθηκε στο συνοικισμό αυτοστέγασης και το οποίο φέρει τον αριθμό εγγραφής 0/3838 και βρίσκεται στην οδό Γιασουμή Θεοδοσίου 301 και σ' αυτήν στεγάστηκε ο ίδιος και η οικογένειά του. Στις 13/7/2000 η αιτήτρια, η οποία κατάγεται από τη Σρι Λάνκα, παντρεύτηκε το Μάμα Μάμα, του οποίου στο μεταξύ ο γάμος με την Άννα Σάββα είχε διαλυθεί με απόφαση Δικαστηρίου. Με τη σύμφωνη γνώμη της πρώην συζύγου του ο Μάμας Μάμα κράτησε την κατοικία της αυτοστέγασης, καθότι η πρώην σύζυγος του και τα παιδιά του επωφελήθηκαν άλλης στεγαστικής βοήθειας. Ο Μάμα απεβίωσε στις 26/10/
  3. Στην κατοικία αυτοστέγασης, σήμερα συνεχίζει να διαμένει δικαιωματικά η αιτήτρια ως σύζυγος του αποβιώσαντος, μαζί με το παιδί που η αιτήτρια απέκτησε στις 17/9/
  4. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 9/11/2007 η αιτήτρια ζητούσε να πληροφορηθεί πότε θα μεταβιβαστεί στο όνομα της η κατοικία αυτοστέγασης, στην οποία διέμενε μαζί με το παιδί της. Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής οι καθ'ων η αίτηση απέστειλαν στους δικηγόρους της αιτήτριας επιστολή ημερομηνίας 4/3/2008, με την οποία πληροφορούσαν τους τελευταίους τα πιο κάτω: "Βασική προϋπόθεση για την παραχώρηση οποιασδήποτε στεγαστικής βοήθειας μέσω των προσφυγικών στεγαστικών σχεδίων του Κράτους, τα οποία διαχειρίζεται η Υπηρεσία Μερίμνης και Αποκαταστάσεως Εκτοπισθέντων, είναι η προσφυγική ιδιότητα ή η ιδιότητα παθόντος, που πρέπει να έχουν οι αιτητές. Επίσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας, τίτλος ιδιοκτησίας παραχωρείται στα άτομα με τις πιο πάνω ιδιότητες, στα οποία παραχωρήθηκε έγκριση δικαιώματος χρήσης μιας οικιστικής μονάδας ή ενός κυβερνητικού οικοπέδου για ανέγερση κατοικίας και τα οποία έχουν ως μόνιμη διαμονή τους τα πιο πάνω υποστατικά. Η αλλοδαπή κα. Μάμα, δεν έχει την ιδιότητα της εκτοπισθείσας ή της παθούσης και παρόλον ότι διαμένει μόνιμα στην κατοικία που ο δικαιούχος σύζυγός της έκτισε σε κυβερνητικό οικόπεδο, δεν δικαιούται οποιασδήποτε προσφυγικής στεγαστικής βοήθειας. Ως εκ τούτου η άδεια χρήσης της υπό αναφορά κατοικίας δεν είναι δυνατό να μεταβιβαστεί στο όνομά της και ακολούθως να της δοθεί και ο αντίστοιχος τίτλος ιδιοκτησίας. Ο τίτλος ιδιοκτησίας της εν λόγω κατοικίας θα μπορούσε να εγγραφεί απ' ευθείας στο παιδί της, το οποίο εκ πατρογονίας θα είχε την προσφυγική ιδιότητα αν ο πατέρας του ήταν ο θανών Μάμας Μάμα. Το παιδί της όμως γεννήθηκε στις 17/9/2005 ενώ ο σύζυγός της απεβίωσε στις 26/10/
  5. Όπως αντιλαμβάνεστε, το μόνο δικαίωμα που έχει σήμερα η πιο πάνω ως σύζυγος του θανόντος, είναι να διαμένει στην κατοικία της αυτοστέγασης, εγκεκριμένος δικαιούχος της οποίας ήταν ο θανών." Εναντίον της εν λόγω απάντησης στρέφεται η παρούσα προσφυγή. Λόγοι ακύρωσης Αναφορικά με τους λόγους ακύρωσης, τους παραθέτω αυτούσιους όπως εκτίθενται στο σώμα της προσφυγής: "
  6. Η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη των καθ'ων η αίτηση είναι παράνομος, αντίθετη με τις πρόνοιες του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Νόμων Περί Κληρονομιάς και διαδοχής του, των Περί Γάμων Νόμου 158

(1)/99 των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου.
  1. Η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη ελήφθη κατά παράβαση του Συντάγματος, των Νόμων, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου και/ή καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση της εις αυτούς εμπιστευθείσης εξουσίας των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
  2. Η προσβαλλόμενη πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη των καθ'ων η αίτηση ελήφθη κατά παράβαση του Συντάγματος, των Νόμων, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου και/ή καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση της εις αυτούς εμπιστευθείσης εξουσίας και/ή δια αλλοτρίους σκοπούς και/ή εκδικητικούς σκοπούς.
  3. Οι καθ'ων η αίτηση δεν ήσκησαν καλώς το εκ των Νόμων και της Νομολογίας απορρέον καθήκον των και/ή δεν ήσκησαν ορθώς την εις αυτούς εμπιστευθείσαν διακριτική ευχέρειαν.
  4. Η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή πράξη και/ή παράλειψη λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα, είναι δε αποτέλεσμα δυσμενούς διακρίσεως και/ή άνευ αιτιολογίας και/ή κατόπιν ελλειπούς και/ή εσφαλμένης αιτιολογίας και/ή παραβιάσεως βασικών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή των άρθρων 13, 14, 15, 16, 18, 23 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  5. Η προσβαλλόμενη απόφαση και/ή πράξη και/ή παράλειψη πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμον καθότι οι καθ'ων η αίτηση έλαβαν υπόψην γεγονότα άσχετα και/ή ψευδή και/ή αλλότρια και/ή παραπλανητικά." Στην αντίπερα όχθη η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ'ων η αίτηση, απορρίπτει τις θέσεις και τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Στις εισηγήσεις, επιχειρήματα και θέσεις της κας Ζερβού θα αναφερθώ πιο κάτω στα πλαίσια συζήτησης των λόγων ακύρωσης. Η φύση των εκ διαμέτρου αντίθετων νομικών θέσεων, επιχειρημάτων και εισηγήσεων, φέρνει στο προσκήνιο, όπως πολύ ορθά εξάλλου υπέδειξαν και οι δύο συνήγοροι, το άρθρο 18
(3)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και τους δυνάμει του εν λόγω άρθρου εκδοθέντες ειδικούς κανονισμούς του 2006 και 2007 (Κ.Δ.Π. 163/2006). Παραθέτω τις σχετικές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όπως και τις πρόνοιες των Κανονισμών 2 και 3 της Κ.Δ.Π. 163/2006: Άρθρο 18
(3)"Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)το Υπουργικό Συμβούλιο δεν παραχωρεί και ούτε προβαίνει σε αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας ή ακίνητης ιδιοκτησίας που έχει περιέλθει στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου για οικιστικούς σκοπούς, εκτός μόνο για περιπτώσεις στέγασης προσώπων που θεωρούνται δικαιούχοι με βάση τις διατάξεις του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Νόμου και των κληρονόμων των δικαιούχων που απεβίωσαν, κατά ή μετά την 7η Απριλίου 2006, ή των άλλων συγγενικών προσώπων που διαβιούσαν ή συγκατοικούσαν στην ίδια οικιστική μονάδα με τους εν λόγω αποβιώσαντες, και σύμφωνα με τέτοιους όρους, περιορισμούς, προϋποθέσεις και κριτήρια που καθορίζονται με ειδικούς, για το σκοπό αυτό, κανονισμούς." (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Κανονισμός 2 της Κ.Δ.Π. 163/2006 " 'δικαιούχος' σημαίνει εκτοπισθέντα ή παθόντα ή τουρκόπληκτο, ο οποίος κατά ή μετά την 7/4/2006, είναι νόμιμος κάτοχος οικιστικής μονάδας και τη χρησιμοποιεί ως μόνιμη κατοικία του, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόσωπο στο οποίο έχει επιτραπεί από τον Υπουργό Εσωτερικών να διαμένει προσωρινά σ' αυτή, είτε με την καταβολή ενοικίου είτε μη." (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Κανονισμός 3 της Κ.Δ.Π. 163/2006 "
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων
(2)και
(3), οικιστική μονάδα που βρίσκεται σε ακίνητη ιδιοκτησία της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένης ιδιοκτησίας που περιέχεται στην ιδιοκτησία της Δημοκρατίας, δυνάμει των διατάξεων του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, για σκοπούς στέγασης εκτοπισθέντων, μπορεί να παραχωρηθεί μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και να εγγραφεί από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στο όνομα δικαιούχου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρόντων Κανονισμών.
(2)Η οικιστική μονάδα που θα παραχωρηθεί σύμφωνα με την παράγραφο
(1), είναι η οικιστική μονάδα την οποία ο δικαιούχος - (α) κατέχει νόμιμα με βάση συμφωνία, συμβόλαιο ή άδεια χρήσης που ο ίδιος ή ο σύζυγος ή η σύζυγος του υπέγραψε με τη Δημοκρατία, είτε μέσω του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, είτε μέσω του Επάρχου, ανάλογα με την περίπτωση και (β) χρησιμοποιεί ως μόνιμη κατοικία." Στην περίπτωση μας, συνιστά κοινό έδαφος ότι η ίδια η αιτήτρια δεν είναι «εκτοπισθείσα» ή «παθούσα» ή «τουρκόπληκτη» εντός της εννοίας των συγκεκριμένων όρων, όπως αυτοί χρησιμοποιούνται στις πιο πάνω πρόνοιες. Συνεπώς η ίδια η αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί «δικαιούχος» με βάση οποιοδήποτε από τους εν λόγω όρους. Επομένως το ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η αιτήτρια μπορεί να θεωρηθεί «δικαιούχος» λόγω της ιδιότητας της ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της, Μάμα Μάμα. Σημειώνεται ότι η αιτήτρια από το γάμο της μέχρι το θάνατο του συζύγου της το 2003 συζούσε με το σύζυγό της στην προσφυγική κατοικία της οποίας διεκδικεί τον τίτλο ιδιοκτησίας και από το θάνατο του συζύγου της και εντεύθεν συνεχίζει να διαμένει στην ίδια κατοικία με το παιδί της. Ο σύζυγος της αιτήτριας είναι «εκτοπισθείς» και στη βάση της εν λόγω ιδιότητας του θα μπορούσε να θεωρηθεί «δικαιούχος» αν κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή στις 7/4/2006, ήταν εν ζωή και είχε στη νόμιμη κατοχή του την προσφυγική κατοικία. Ο σύζυγος όμως της αιτήτριας απεβίωσε το
  1. Επομένως η θέση της κας Ζερβού ότι «ο Μ. Μάμας δεν καθίσταται δικαιούχος του αντίστοιχου τίτλου ιδιοκτησίας, παρόλον ότι υπήρξε ο εγκεκριμένος δικαιούχος χρήσης του κυβερνητικού οικοπέδου» με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, όπως απόλυτα σύμφωνο με βρίσκει και η κατάληξη της ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, «ούτε οι κληρονόμοι του Μ. Μάμα καθίστανται δικαιούχοι του τίτλου ιδιοκτησίας αφού δεν νοείται κληρονομική διαδοχή δικαιωμάτων τα οποία δεν είχε ο κληρονομούμενος». Όσον αφορά το παιδί της αιτήτριας, το θέμα δεν εγείρεται καθότι δεν πρόκειται για παιδί του Μ. Μάμα και συνεπώς δεν πρόκειται για κληρονόμο του. Υπενθυμίζω ότι ο Μ. Μάμας απεβίωσε στις 26/10/2003, ενώ το παιδί της αιτήτριας γεννήθηκε δύο περίπου χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 17/9/
  2. Κάτω από διαφορετικές περιστάσεις η πιο πάνω κατάληξη μου θα μπορούσε να είχε οδηγήσει στην απόρριψη της προσφυγής σ' αυτό το στάδιο. Όμως, στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εγείρει αριθμό νομικών ισχυρισμών τους οποίους θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι στην περίπτωση της τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κανονισμού 3
(2)(α), καθότι αυτή ήταν η νόμιμη σύζυγος του αποβιώσαντα Μ. Μάμα και μέχρι του θανάτου του συζούσαν στην προσφυγική κατοικία στην οποία και συνεχίζει να διαμένει, (νομικός λόγος Α). Εφόσον ούτε η αιτήτρια ούτε και ο σύζυγος της, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, μπορούν να θεωρηθούν «δικαιούχοι» δυνάμει του Κανονισμού 2 της Κ.Δ.Π. 163/2006, οι πρόνοιες του Κανονισμού 3
(2)(α) οι οποίες εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις νόμιμης κατοχής από δικαιούχο, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Συνακόλουθα ο υπό στοιχείο νομικός λόγος Α απορρίπτεται. Με τον υπό στοιχείο Β νομικό λόγο ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίζεται και υποστηρίζει ότι «η θέση των καθ'ων η αίτηση ότι δικαιούχος, σημαίνει εκτοπισθέντες, παθόντες ή τουρκόπληκτοι, είναι αντισυνταγματικός και ultra vires, καθότι αποτελεί δυσμενή διάκριση στην αιτήτρια ως σύζυγο του αποβιώσαντος», καθώς επίσης και ότι «Ο περιορισμός αυτός αποτελεί ανισότητα σε σύζυγο ή σύζυγο δικαιούχου όταν αυτή δεν είναι εκτοπισθείσα». Ως προς το πρώτο σκέλος του πιο πάνω ισχυρισμού περιορίζομαι στην υιοθέτηση της επί του προκειμένου θέσης της κας Ζερβού, την οποία και υιοθετώ και η οποία έχει ως εξής: ". δεν είναι οι καθ'ων η αίτηση οι οποίοι έχουν καθορίσει την έννοια του «δικαιούχου» αλλά οι περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παραχώρηση Τίτλων Ιδιοκτησίας σε Εκτοπισθέντες και άλλα Πρόσωπα) (Ειδικοί) Κανονισμοί του 2006 και 2007 (Κ.Δ.Π. 163/2006), οι οποίοι έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή και εντός των ορίων του άρθρου 18
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 και δεν παραβιάζουν οιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος. Ως προς το δεύτερο σκέλος του πιο πάνω ισχυρισμού και πάλι περιορίζομαι στο να υιοθετήσω και να επαναλάβω την επί του προκειμένου θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των καθ'ων η αίτηση ότι, ". Με την προσβαλλόμενη πράξη δεν δημιουργείται οιαδήποτε δυσμενής διάκριση για την αιτήτρια ως, κατ' ισχυρισμό, σύζυγος δικαιούχου καθότι σύμφωνα με τις εφαρμοστέες νομοθετικές πρόνοιες και ως αναλύεται ανωτέρω, ούτε η αιτήτρια ούτε ο θανών σύζυγος της, ο οποίος απεβίωσε την 26/10/03, πριν δηλαδή την 7/4/2006, είναι ή ήταν δικαιούχοι παραχώρησης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας." Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω και ο συγκεκριμένος νομικός λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στα πλαίσια του νομικού λόγου υπό στοιχείο Γ προβάλλεται ο ισχυρισμός/θέση ότι, «παραβιάζονται βασικά το άρθρο 28 του Συντάγματος ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου, παρ. 1 καθώς και της παρ. 2, του άρθρου 28 έκαστος απολαβή πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων του Συντάγματος άνευ ουδεμίας δυσμενούς διακρίσεως, άμεσου ή έμμεσου λόγω φυλής, χρώματος, θρησκείας, γλώσσας, φύλου». Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι για να δικαιολογείται εξέταση θεμάτων αντισυνταγματικότητας θα πρέπει τα θέματα αυτά να εξειδικεύονται και να διατυπώνονται με λεπτομέρεια και η απόφανση να είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο η νομολογία μας προσεγγίζει το συγκεκριμένο θέμα, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Μαραγκός ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 671 στη σελ. 675: "Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας το οποίο καθίσταται επίδικο μόνο κατόπιν επακριβούς προσδιορισμού του άρθρου του νόμου ή του κανονισμού που αμφισβητείται καθώς και της συνταγματικής διάταξης προς την οποία προσκρούει το συγκεκριμένο άρθρο ή ο κανονισμός. Η γενική επίκληση διάταξης νόμου ως αντίθετης προς το Σύνταγμα δεν είναι αρκετή. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία." Στην προκείμενη περίπτωση είναι πιστεύω αρκετό να διεξέλθει ένας τον υπό στοιχείο Γ νομικό λόγο ακύρωσης για να καταλήξει στη διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν ξεφεύγει από τη σφαίρα της αοριστίας, της ασάφειας και της γενικότητας. Τί προκαλεί την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος; Η θέση των καθ'ων η αίτηση για την οποία ηγέρθη ο νομικός λόγος Β ή μήπως οι πρόνοιες του άρθρου 18
(3)του Κεφ. 224; Μήπως είναι οι πρόνοιες κάποιων από τους Κανονισμούς της Κ.Δ.Π. 163/06 και αν ναι, ποίων από αυτούς; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν άμεσα λόγω της γενικής ασαφούς και αόριστης διατύπωσης του συγκεκριμένου νομικού λόγου ακύρωσης και τα οποία παραμένουν αναπάντητα. Πέραν όμως τούτου δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια και βεβαιότητα η φύση και το είδος της κατ' ισχυρισμόν παραβίασης του άρθρου 28 του Συντάγματος, με αποτέλεσμα όχι μόνο η αιτία που προκαλεί την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση του συγκεκριμένου συνταγματικού δικαιώματος της αιτήτριας να παραμένει άγνωστη, αλλά και ο τρόπος που το εν λόγω δικαίωμα έχει παραβιαστεί να μην αποκαλύπτεται. Ενόψει των πιο πάνω το τεκμήριο συνταγματικότητας του άρθρου 18
(3)του Κεφ. 224 και των Κανονισμών Κ.Δ.Π. 163/2006, παραμένει αλώβητο. Συνακόλουθα και ο υπό στοιχείο Γ νομικός λόγος απορρίπτεται. Με τους υπό στοιχεία Δ, Ε, Στ, Ζ, Η και Θ νομικούς λόγους ακύρωσης, αναπαράγονται αυτούσιοι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται στο κύριο σώμα της προσφυγής, τους οποίους έχω ήδη παραθέσει αυτούσιους πιο πάνω, γι' αυτό θεωρώ περιττό να τους επαναλάβω. Μια απλή ανάγνωση των συγκεκριμένων νομικών λόγων ακύρωσης αρκεί για να αποκαλυφθεί ότι οι μόνοι από τους εν λόγω λόγους που θα μπορούσε να λεχθεί ότι εγείρουν επαρκώς λόγους ακύρωσης και έτσι δικαιολογείται η εξέτασή τους, είναι αυτοί που αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και στην έρευνα που προηγήθηκε. Στο βαθμό όμως που οι συγκεκριμένοι νομικοί λόγοι ακύρωσης θέτουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας, παράβασης Νόμων, παράβασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπέρβασης ή κατάχρησης εξουσίας, εκδικητικής συμπεριφοράς και λήψης υπόψη γεγονότων «άσχετων και/ή ψευδών και/ή αλλότριων και/ή παραπλανητικών», δεν συμμορφώνονται με τις επιταγές του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος υποχρεούται όχι μόνο να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται αλλά και να τα αιτιολογεί πλήρως. Στην υπόθεση Σπύρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1995)4(Δ) Α.Α.Δ. 2549, ο Κωνσταντινίδης, Δ. ανέφερε: "Το γεγονός ότι το άρθρο 146.1 του Συντάγματος καταγράφει ως αιτίες ακυρότητας την αντίθεση προς τις διατάξεις του Συντάγματος, ή το Νόμο, και την υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, δεν σημαίνει ότι αρκεί η γενική επίκληση κάποιας από αυτές χωρίς άλλο. Η ταξινόμηση κάποιου νομικού λόγου ως υπαγομένου στα πιο πάνω, είναι εγχείρημα ουσίας που προϋποθέτει την έγερση του σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις." Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ανθούση ν. Δημοκρατίας
(1995)4(Γ) Α.Α.Δ. 1709, στην οποία ο Δικαστής Νικήτας προσεγγίζει το θέμα ως εξής: "Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι εγείρεται με πολλή γενικότητα και αοριστία π.χ. παράβαση νόμου ή κακή εφαρμογή του νόμου. Όμως αυτό δεν αρκεί. Αν η εισήγηση γινόταν δεκτή θα παρεχόταν ευχέρεια για τη συζήτηση σχεδόν κάθε θέματος. Με αποτέλεσμα τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. Η συγκεκριμενοποίηση όμως σε λογικά όρια κρίνεται απαραίτητη. Ο προτεινόμενος λόγος δεν καλύπτεται. Και εφόσον δεν λήφθηκαν τα απαραίτητα διαβήματα δεν επιτρέπεται να συζητηθεί." Εφόσον δεν εξειδικεύονται με τα πιο πάνω νομικά σημεία τα συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος ή του Νόμου, ούτε της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ούτε εξειδικεύεται με αναφορά σε στοιχεία η κατ' ισχυρισμό εκδικητική συμπεριφορά ή η υπέρβαση, ή η κατάχρηση εξουσίας, ή τα αλλότρια και/ή παραπλανητικά και/ή ψευδή και/ή άσχετα γεγονότα που λήφθηκαν υπόψη και οδήγησαν στην κατ' ισχυρισμό νομική και πραγματική πλάνη, οι λόγοι που εισάγονται με αυτά παραμένουν γενικοί, ασαφείς και αόριστοι ως προς την πραγματική και νομική τους βάση και συνεπώς δεν επιτρέπεται να συζητηθούν. Αναφορικά με τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογία και στην έρευνα που προηγήθηκε της προσβαλλόμενης απόφασης, παραπέμπω στους λόγους που με οδήγησαν στην κατάληξη ότι ούτε η αιτήτρια ούτε ο αποβιώσας σύζυγος της μπορούν να θεωρηθούν «δικαιούχοι» εντός της εννοίας του Νόμου και των Κανονισμών. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με €800 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ των καθ'ων η αίτηση. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 146(α) του Συντάγματος. Α. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.