ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΑΛΑΙΟΜΕΤΟΧΟΥ, Υπόθεση Αρ. 617/2008, 25 Αυγούστου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 617/2008) 25 Αυγούστου, 2010 [Ε. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, Αιτητής, ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΑΛΑΙΟΜΕΤΟΧΟΥ, Καθ' ου η Αίτηση. ________________________ Γεώργιος Α. Καραπατάκης, για τον Αιτητή. Αντρέας Χρ. Ευτυχίου, για τον Καθ' ου η Αίτηση. ________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Ο αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, ζητά όπως η απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου Παλαιομετόχου, (το «Συμβούλιο»), ημερομηνίας 9/4/2008, με την οποία αυτός τέθηκε σε διαθεσιμότητα και με βάση την οποία, περαιτέρω, αποφασίστηκε, κατά τη διάρκειά της, να λαμβάνει το ήμισυ των μηνιαίων απολαβών του, κηρυχθεί από το Δικαστήριο άκυρη και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, στις 10/4/2008, απέστειλε στον αιτητή επιστολή, με την οποία τον πληροφόρησε ότι το Συμβούλιο αποφάσισε την έναρξη εναντίον του πειθαρχικής έρευνας για διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων. Περαιτέρω, τον πληροφόρησε ότι αποφάσισε, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να τον θέσει σε διαθεσιμότητα και ότι, κατά τη διάρκειά της, αυτός θα λάμβανε το ήμισυ των μηνιαίων απολαβών του. Προδικαστικό ζήτημα, το οποίο ο καθ' ου η αίτηση ήγειρε με την ένστασή του και, συγκεκριμένα, ότι η δίκη καταργήθηκε, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση ίσχυσε για περιορισμένη χρονική περίοδο και γιατί αυτή ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη απόφαση απόλυσης του αιτητή, ημερομηνίας 30/6/2008, αποσύρθηκε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και, έτσι, δε θα με απασχολήσει. Ο αιτητής, για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, προβάλλει σειρά λόγων, με πρώτο εκείνον της παράβασης του ΄Αρθρου 43
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, (Ν. 158(Ι)/99), σύμφωνα με το οποίο:- «43. -
(1)Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται, εκτός από τις περιπτώσεις τις οποίες ο νόμος προβλέπει ρητά, σε κάθε πρόσωπο που θα επηρεαστεί από την έκδοση πράξης ή από τη λήψη διοικητικού μέτρου που είναι πειθαρχικής φύσης ή που έχει το χαρακτήρα της κύρωσης ή που είναι άλλως πως δυσμενούς φύσης.» Υποστηρίζει ο αιτητής ότι η διαθεσιμότητα είναι διοικητικό μέτρο δυσμενούς φύσης και θα έπρεπε, προτού αποφασιστεί από το Συμβούλιο, ο ίδιος να είχε την ευκαιρία να εκθέσει τις απόψεις του. Προς υποστήριξη του επιχειρήματός του, παρέπεμψε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Κέττηρου κ.ά.
(2007)3 Α.Α.Δ.
- Το Συμβούλιο, στα πιο πάνω, αντιτείνει ότι ο αιτητής είχε, κατ' επανάληψη, ειδοποιηθεί ότι η συμπεριφορά του, για την οποία, τελικά, διατάχθηκε η πειθαρχική έρευνα, δεν ήταν αποδεκτή. Επομένως, καταλήγει, αυτός γνώριζε και ανέμενε ότι θα λαμβάνονταν πειθαρχικά μέτρα εναντίον του. ΄Ολα τα στοιχεία, τα οποία λήφθηκαν υπόψη και οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα είχε υπόψη του, με κάθε λεπτομέρεια, από τις προειδοποιήσεις που του δόθηκαν και, όμως, δεν ενδιαφέρθηκε να προβεί σε οποιεσδήποτε παραστάσεις πριν από την έκδοση της απόφασης, η λήψη της οποίας, υπέβαλε, χωρίς ο ίδιος να ακουστεί, σκοπό είχε να μην υπάρξει καθυστέρηση σ' αυτή και να προστατευτεί η διαδικασία που επιβάλλεται από τον Κ. 66 των περί Κοινοτικής Υπηρεσίας Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, του 2002, (Κ.Δ.Π. 556/2002), (οι «Κανονισμοί»). Στη Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Κέττηρου κ.ά., (πιο πάνω), έχει ερμηνευθεί το ΄Αρθρο 43 του Ν. 158(Ι)/
- Μεταξύ άλλων, στη σελ. 559, αναφέρονται τα εξής:- «Η διατύπωση του ΄Αρθρου 43 δεν αφήνει περιθώρια. Η διαθεσιμότητα είναι διοικητικό μέτρο δυσμενούς φύσης και συνεπώς υπάρχει το δικαίωμα ακρόασης του διοικούμενου. Ούτε με το επιχείρημα ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου παραγνωρίζει τη φύση της διαθεσιμότητας δυνάμει του Κανονισμού 13
(1)της Κ.Δ.Π. 160/86 συμφωνούμε. Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται ρητά από το νόμο. Είναι σημαντικό όμως να τονίσουμε ότι το δικαίωμα ακρόασης θα πρέπει να παρέχεται, τηρουμένων των ορίων ως προς το χρόνο που η κάθε περίπτωση ευλόγως επιβάλλει. Η ακρόαση σκοπό έχει μόνο να βοηθηθεί η διοίκηση στο ερώτημα κατά πόσο ο συγκεκριμένος υπάλληλος θα πρέπει να τεθεί ή όχι σε διαθεσιμότητα. Δεν θα πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της πειθαρχικής υπόθεσης. Θα πρέπει να βοηθά στη στάθμιση του σκόπιμου της διαθεσιμότητας και των επιπτώσεών της στον υπάλληλο. Θα πρέπει ακόμα να ασκείται το ταχύτερο δυνατό, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, όπως θα τις καθορίζει το αρμόδιο όργανο, και θα πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε απόπειρα καθυστέρησης του μέτρου μέσω της άσκησης του δικαιώματος αυτού.» Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τα πρακτικά ημερομηνίας 18/3/2008 ότι το Συμβούλιο ασχολήθηκε με ζητήματα συμπεριφοράς του αιτητή και με τον τρόπο που αυτός, ως Γραμματέας, ενεργούσε και αποφάσισε όπως προχωρήσει στη λήψη μέτρων, σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Ακολούθησε νέα συνεδρία στις 31/3/2008, όπου και πάλι συζητήθηκε το ίδιο θέμα και αποφασίστηκε η διεξαγωγή έρευνας για τυχόν διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος εκ μέρους του και όπως διορισθεί ερευνών λειτουργός για το όλο θέμα. Εξουσιοδοτήθηκε δε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου όπως προβεί στις δέουσες ενέργειες. Ακολούθως, σε νέα συνεδρία - 9/4/2008 - το Συμβούλιο αποφάσισε και έθεσε τον αιτητή σε διαθεσιμότητα. Στο εν λόγω πρακτικό, δε γίνεται αναφορά για αποκοπή του ½ των απολαβών του αιτητή, γίνεται, όμως, στην προς αυτόν επιστολή του Προέδρου του, ημερομηνίας 10/4/2008. Το κατά πόσο υπάρχει απόφαση για αποκοπή των απολαβών του αιτητή δε θα με απασχολήσει, επειδή δεν έχει τεθεί από αυτόν οποιοσδήποτε ανάλογος ισχυρισμός, αλλά και επειδή η απόφαση για τη διαθεσιμότητά του είναι τρωτή, αφού ο ίδιος δεν κλήθηκε να ακουστεί προηγουμένως. Το γεγονός ότι του είχαν γίνει υποδείξεις για κάποιες από τις ενέργειές του και ότι αυτός προειδοποιήθηκε για το απαράδεκτο της συμπεριφοράς του δεν εξουδετέρωνε το δικαίωμά του να ακουστεί κατά πόσο θα έπρεπε ή όχι να τεθεί σε διαθεσιμότητα, ενόψει, μάλιστα, και των οικονομικών επιπτώσεων που, ενδεχόμενα, να είχε για τον ίδιο μια τέτοια απόφαση. Περαιτέρω, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς, εάν του διδόταν η ευκαιρία να ακουστεί, θα προκαλείτο η ισχυριζόμενη από το συνήγορο του καθ' ου η αίτηση καθυστέρηση, ή θα κινδύνευε, με οποιοδήποτε τρόπο, η προβλεπόμενη από τον Κ. 66 των Κανονισμών διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καταλήγω ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να ακούσει τον αιτητή προτού τον θέσει σε διαθεσιμότητα, συνιστά στέρηση του δικαιώματός του να ακουστεί, κατά τα προβλεπόμενα από το ΄Αρθρο 43
(1)του Ν. 158(Ι)/99. Η προσφυγή επιτυγχάνει, με €1.200,00 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με βάση το ΄Αρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Ε. Παπαδοπούλου, Δ. /ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο