← Κύπρος

ΣΑΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1363/2008, 29 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΑΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1363/2008, 29 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1363/2008) 29 Σεπτεμβρίου, 2010 [ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δικαστής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 24, 28, 29, 33, 35 KAI 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ME ?H ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΑΙΤΗΣΗΣ ΣΑΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ, Αιτητών, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. _________ Ε. Βραχίμη, για τους Αιτητές. Γ. Χατζηχάννα, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ΄ων η Αίτηση. _________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ.: Ο θάνατος του Τουρκοκύπριου εργάτη Mehmet Arif, ως αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος στις 27.4.2006 και η ακολουθείσασα αίτηση που υπέβαλε η σύζυγός του για παροχή προς αυτήν σύνταξης χηρείας, οδήγησε στη διεξαγωγή έρευνας από το Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, ως προς το ποιός ήταν ο εργοδότης του αποβιώσαντα. Λήφθηκαν προς τούτο καταθέσεις από το Διευθυντή των αιτητών κ. Μ. Σκουφαρίδη και από κάποιον άλλο Τουρκοκύπριο ονόματι Mehmet Mustafa, τον οποίο ο Διευθυντής των αιτητών κατονόμασε ως υπεργολάβο της εταιρείας του, η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες. Συγκεκριμένα, ο Διευθυντής των αιτητών ανέφερε στην κατάθεσή του ότι στον M. Mustafa οι αιτητές ανέθεταν δικές τους κατασκευαστικές εργασίες και αυτός χρησιμοποιούσε γι΄ αυτές τον αποβιώσαντα. Αν και οι αιτητές θεωρούσαν τον αποβιώσαντα υπάλληλο του Mustafa, εν τούτοις, κατόπιν δικής του παράκλησης, οι αιτητές κατέβαλλαν εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για λογαριασμό του αποβιώσαντα. Γραπτή συμφωνία με τον Mustafa, από την οποία να φαίνεται ότι αυτός ήταν υπεργολάβος των αιτητών, δεν υπήρχε. Στη δική του κατάθεση ο M. Mustafa ανέφερε ότι οι αιτητές ανέθεσαν στον ίδιο και στον αποβιώσαντα το κτίσιμο μιας πολυκατοικίας και, κάθε Παρασκευή, ο Διευθυντής των αιτητών έδιδε £250 καθαρά στον ίδιο και άλλες £220 στον αποβιώσαντα, ως εβδομαδιαίο μισθό. Επίσης, δήλωσε ότι τα υλικά και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ανήκαν στους αιτητές και οδηγίες έπαιρναν από το Διευθυντή των αιτητών κ. Σκουφαρίδη, ο οποίος τους έλεγχε. Διακινούνταν με αυτοκίνητο της εταιρείας, τη βενζίνη του οποίου πλήρωναν οι αιτητές, το δε ωράριο εργασίας τους ήταν από 7.30π.μ.-4.00μ.μ. Συμφώνησαν δε τόσο ο ίδιος όσο και ο αποβιώσας με το Διευθυντή των αιτητών να τους καταβάλλουν οι αιτητές τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι ο ίδιος υπέγραψε το έντυπο "Γνωστοποίηση Ατυχήματος" σε σχέση με το ατύχημα, στο οποίο έντυπο φέρεται ως εργοδότης του αποβιώσαντα, ο Mustafa ανέφερε ότι το έντυπο εκείνο το οποίο είναι στην Ελληνική γλώσσα, το συμπλήρωσε ο κ. Σκουφαρίδης και του το έδωσε να το υπογράψει. Το υπέγραψε δε, νομίζοντας ότι επρόκειτο για την ασφάλισή του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στη βάση των συλλεγέντων στοιχείων, αποφάσισε ότι η απασχόληση του Mehmet Mustafa μεταξύ 1.1.2004 και 30.11.2006 ήταν απασχόληση μισθωτού προσώπου και κάλεσε τους αιτητές να διευθετήσουν την πληρωμή των οφειλομένων εισφορών. Οι αιτητές διαφώνησαν με την απόφαση αυτή και υπέβαλαν ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η Υπουργός έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν ορθή και αιτιολογημένη και την απέρριψε. Με την παρούσα προσφυγή τους οι αιτητές προσβάλλουν τη νομιμότητα της απόφασης εκείνης. Παρόλον ότι οι αιτητές στην αγόρευσή τους δεν ξεχωρίζουν τους διαφορετικούς λόγους που προβάλλουν ως συνηγορούντες υπέρ της ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, θα προσπαθήσω να τους ταξινομήσω ως ακολούθως: Ότι η απόφαση του Υπουργού ήταν γενική, συμπερασματική και αόριστη και δεν παρείχε επαρκή αιτιολογία για τη μη αποδοχή των θεμάτων που ήγειραν οι αιτητές. Το ουσιαστικό μέρος της απόφασης της Υπουργού, που κοινοποιήθηκε με την επιστολή της ημερομηνίας 9.7.2008, είχε ως εξής: «. Από τη μελέτη όλων των στοιχείων της υπόθεσης, των καταθέσεων που λήφθηκαν, καθώς επίσης των όσων αναφέρετε στην ιεραρχική σας προσφυγή, διαπίστωσα ότι όντως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί η απασχόληση του κ. Mehmet Moustafa στην εταιρεία ΣΑΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΛΤΔ ως απασχόληση μισθωτού προσώπου για την περίοδο από 1/1/2004 μέχρι 30/11/2006, για τους πιο κάτω λόγους: (α) Υπήρχε καθορισμένος μισθός. (β) Υπήρχε καθορισμένο ωράριο εργασίας. (γ) Υπήρχε άμεση εποπτεία και έλεγχος της εκτελούμενης εργασίας. Σημειώνω ότι ο καθορισμός του καθεστώτος ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 76 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου Αρ. 41/80 ανήκει αποκλειστικά στο Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και όχι στη βούληση εκάστου των συμβαλλομένων μερών. Ενόψει των όσων παρατίθενται πιο πάνω και αφού έχω πεισθεί ότι διεξήχθη η δέουσα έρευνα, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ορθή και αιτιολογημένη.» Οι παραστάσεις στις οποίες είχαν προβεί οι αιτητές εγγράφως με επιστολή της δικηγόρου τους ημερομηνίας 30.4.2008 προς υποστήριξη της ιεραρχικής προσφυγής τους ήταν ότι: «Η απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένα δεδομένα αφού: α) Ο Mehmet Mustafa ήταν υπεργολάβος και εργοδοτούσε δικό του προσωπικό. β) Οι πελάτες μας δεν είχαν έλεγχο είτε των προσώπων που αποτελούσαν το προσωπικό του είτε του αριθμού των προσώπων αυτών ο οποίος δεν ήταν σταθερός. γ) Ο μισθός του προσωπικού που εργοδοτούσε ο Mehmet Mustafa πληρωνόταν απευθείας από τον ίδιο. δ) Ο ειρημμένος Mehmet Mustafa αναλάμβανε να εκτελέσει με το εκάστοτε συνεργείο του συγκεκριμένες εργασίες για τις οποίες πληρωνόταν κατ΄ αποκοπή και όχι με ημερομίσθιο ή με άλλο καθορισμένο μισθό. ε) Ο μόνος έλεγχος που γινόταν από τους πελάτες μας αναφορικά με τις εργασίες που εκτελούσαν ο Mehmet Mustafa και το συνεργείο του ήταν ο επιβαλλόμενος έλεγχος εργολάβου προς υπεργολάβο. στ) Δεν υπήρχε σταθερό ωράριο εργασίας αλλά υποχρέωση εκτέλεσης από τον υπεργολάβων εργασιών μέσα σε καθορισμένο χρονοδιάγραμμα το οποίο καθοριζόταν από την υπεργολαβία. ζ) Ο μόνος έλεγχος και εποπτεία που υπήρχε στις εργασίες του Mustafa και του συνεργείου του ήταν αυτός που επιβαλλόταν να ασκείται από κυρίως εργολάβο προς υπεργολάβο. η) Παράλληλα με την εκτέλεση εργασιών για τους πελάτες μας ως υπεργολαβίες, ο Mustafa εκτελούσε υπεργολαβίες και σε άλλα εργοτάξια.» Σύμφωνα με τους αιτητές η απόφαση στην ιεραρχική προσφυγή πάσχει επειδή σ΄ αυτήν δεν έγινε ενασχόληση με ένα έκαστο των ισχυρισμών που ήγειραν οι αιτητές στην ιεραρχική προσφυγή, ενώ δεν συγκεκριμενοποιείται οτιδήποτε ως προς τα στοιχεία που είχαν ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, η δοθείσα αιτιολογία είναι γενική και δεν παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, παρατηρείται διάσταση μεταξύ της αιτιολογίας που δόθηκε από την Υπουργό και εκείνης που δόθηκε από το Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αφού η μεν πρώτη παρέθεσε τρεις παράγοντες που έλαβε υπόψη, ενώ ο δεύτερος είχε παραθέσει στην απόφασή του πέντε παράγοντες. Προς υποστήριξη της θέσης της, η πλευρά των αιτητών παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κ. Πεγειώτης ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 599/2007, ημερομηνίας 7.10.2008. Θα πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι πράγματι στην υπόθεση Πεγειώτης δεν είχε δοθεί καμιά συγκεκριμένη αιτιολογία αφού η ακυρωθείσα απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Αδειών ανέφερε απλά ότι έλαβε υπόψη τους λόγους που υποστηρίζουν την ιεραρχική προσφυγή, τα πρακτικά και την απόφαση της αρμόδιας Αρχής, το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και ό,τι άλλο είχε κατατεθεί ενώπιόν της. Ακόμα πιο ακραία ήταν η περίπτωση της ελλιπούς αιτιολογίας στην υπόθεση Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Πάφου (Αλέπα) ν. Δημοκρατίας

(1999)3 ΑΑΔ 837, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Πεγειώτης (ανωτέρω). Εκεί, η μόνη αιτιολογία που δόθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στην απόφασή της επί της ιεραρχικής προσφυγής, ήταν ότι από το σύνολο των ενώπιόν της τεθέντων στοιχείων και των όσων έχουν λεχθεί κατά την ακρόαση της προσφυγής, δεν προέκυπτε οτιδήποτε που να δικαιολογούσε ακύρωση της απόφασης της Αρχής Αδειών. Σε αντίθεση με τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων, στην υπό εξέταση περίπτωση, τόσο ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όσο και η Υπουργός ως Αναθεωρητική Αρχή, έθεσαν συγκεκριμένους λόγους και παράγοντες για τους οποίους απέρριψαν τις θέσεις των αιτητών. Κατ΄ ακρίβεια, τα γεγονότα και τα περιστατικά που περιβάλλουν την απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ακολούθως της Υπουργού ως Αναθεωρητικής Αρχής, προσομοιάζουν πολύ με εκείνα στην απόφαση της Ολομέλειας στην Αναθεωρητική Έφεση 52/2007 POLYANCON ESTATES CO. LTD v. Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 2.7.2009, στην οποία παρέπεμψε η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση. Λόγω αυτής της ομοιότητας των περιστατικών, παραθέτω στη συνέχεια ένα εκτεταμένο απόσπασμα από την απόφαση: «. Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές, από την απόφση του Διευθυντή, ημερ. 11.11.05, ότι ο Διευθυντής, αφού διεξήγαγε έρευνα και άκουσε και πήρε και καταθέσεις από τις δύο πλευρές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ορθή εκδοχή ήταν εκείνη των δύο οικοδόμων και όχι η εκδοχή του Διευθυντή της εφεσείουσας. Αυτό είναι προφανές από το ότι στην απόφαση του ο Διευθυντής αναφέρεται σε «δεδομένα», γεγονός που δείχνει ότι αφού απέρριψε την εκδοχή της εφεσείουσας, υιοθέτησε την εκδοχή των δύο οικοδόμων, που ήταν ουσιαστικά παρόμοια. Βασιζόμενος στην προαναφερόμενη εκδοχή, ο Διευθυντής έκρινε ότι υπήρχαν τέσσερα στοιχεία, δηλαδή το καθορισμένο ωράριο εργασίας, ο καθορισμένος μισθός, ο έλεγχος του εργοδότη για την εκτέλεση της εργασίας του εργοδοτούμενου και η χρήση των μηχανημάτων και εργαλείων του εργοδότη από τον εργοδοτούμενο τα οποία καθιστούσαν τη σχέση, σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου. Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, έκρινε ο Διευθυντής ότι η σχέση της εφεσείουσας και του κ. Παχουλίδη ήταν σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και ως εκ τούτου κάλεσε την εφεσείουσα να καταβάλει τις εισφορές που όφειλε. Το γεγονός ότι ο άλλος οικοδόμος εκούσια κατέβαλλε εισφορές ως αυτοεργοδοτούμενος, προφανώς δεν κρίθηκε ως ουσιαστικό, από το Διευθυντή. Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι η απόφαση του Διευθυντή πάσχει διότι σ΄ αυτήν δεν έγινε επιλογή μεταξύ δύο αντικρουόμενων εκδοχών ή επειδή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Όπως ήδη αναφέραμε ο Διευθυντής επέλεξε μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών απορρίπτοντας την εκδοχή της εφεσείουσας και δεχόμενος την εκδοχή των δύο οικοδόμων και η κρίση του αυτή έγινε δεκτή, ως εύλογη, πρωτοδίκως. Η απόφαση του επίσης δεν έρχεται σε αντίθεση και δεν παρακάμπτει τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας, παραπέμποντας μάλιστα σε δύο αποφάσεις της Ολομέλειας, την Π.Κ. Ιωάννου και Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 433 και την Γρηγορίου ν. Α.Η.Κ.
(1998)3 Α.Α.Δ. 728. Θεωρούμε επομένως ότι η απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε μετά από επαρκή έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Παρατηρούμε συναφώς ότι ο Διευθυντής άκουσε και τις δύο πλευρές και η εφεσείουσα δεν ανέφερε οποιοδήποτε προτεινόμενο μάρτυρα, στο Διευθυντή. Αναφορά σε δύο προτεινόμενους μάρτυρες, οι οποίοι μπορούσαν να προσφέρουν σχετική μαρτυρία, έκαμε η εφεσείουσα μόνον κατά την ιεραρχική της προσφυγή ενώπιον του Υπουργού. Ο Υπουργός, σύμφωνα με το άρθρο 78 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 1980 (Ν 41/80), όπως τροποποιήθηκε, εξετάζει την ενώπιον του ιεραρχική προσφυγή, χωρίς βραδύτητα, και αποφασίζει. Ο Υπουργός έχει διακριτική ευχέρεια, κατά την κρίση του, να ακούσει ή να δώσει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή του. Οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε η εφεσείουσα, στην ιεραρχική προσφυγή της, είναι ουσιαστικά ότι δεν υπήρχε καθορισμένος μισθός, ότι δε υπήρχε καθορισμένο ωράριο, ότι δεν υπήρχε καθημερινή επιστασία της εργασίας των δύο οικοδόμων αλλά απλά αρχιτεκτονική επιθεώρηση από τον Διευθυντή της εφεσείουσας και ότι η προφορική συνεννόηση των μερών ήταν ότι οι δύο οικοδόμοι θα εργάζονταν, στην εφεσείουσα, ως υπεργολάβοι. Η εφεσείουσα πρότεινε, όπως ήδη αναφέραμε, δύο μάρτυρες που θα υποστήριζαν τις θέσεις της, τους κ.κ. Ανδρέα Χριστοδούλου και Παντελή Κυνηγό. Αναφέρθηκε επίσης και στις δύο προαναφερόμενες αποδείξεις. Οι δύο αποδείξεις ήταν εν γνώσει του Διευθυντή όταν αυτός έλαβε την απόφαση του. Τα όσα αναγράφονται στην ιεραρχική προσφυγή αναφορικά με τις θέσεις της εφεσείουσας ήταν επίσης γνωστά στο Διευθυντή, όταν έλαβε την απόφασή του, εφόσον περιέχονται στην κατάθεση του Διευθυντή της εφεσείουσας. Είναι οι θέσεις τις οποίες, εξυπακουόμενα, απέρριψε ο Διευθυντής, δεχόμενος την εκδοχή της άλλης πλευράς. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρούμε ότι ο Υπουργός, ο οποίος, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή της εφεσείουσας κρίνοντας ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση του Διευθυντή και ουσιαστικά αρνούμενος να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με το άρθρο 78 (ανωτέρω), δίνοντας την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία (την οποία όμως ο προσφεύγων είχε την ευκαιρία από προηγουμένως να παρουσιάσει ενώπιον του Διευθυντή αλλά δεν το έπραξε) άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεμπτός ή νομικά τρωτός και επομένως δεν τίθεται θέμα να ανατρέψουμε την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και κατ΄ επέκταση την πρωτόδικη απόφαση. .» Στην υπό εξέταση περίπτωση και δέουσα έρευνα έγινε και επαρκής αιτιολογία είχε δοθεί, τόσο από το Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όσο και από την Υπουργό ως Αναθεωρητική Αρχή. Ως προς την κατ΄ ισχυρισμό διάσταση αιτιολογίας μεταξύ της απόφασης του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εκείνης της Υπουργού, παρατηρούνται τα εξής: Στην αιτιολογία της δικής του απόφασης, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρέθεσε πέντε συνολικά παράγοντες στους οποίους στήριξε την απόφασή του, ενώ η Υπουργός παρέθεσε μόνο τρεις παράγοντες οι οποίοι και περιλαμβάνονται μεταξύ των πέντε τους οποίους παρέθεσε ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Πρόκειται για το ότι υπήρχε καθορισμένος μισθός, καθορισμένο ωράριο εργασίας και άμεση εποπτεία και έλεγχος της εκτελούμενης εργασίας. Αδυνατώ να δω οποιανδήποτε διάσταση μεταξύ των δύο αποφάσεων. Όπως διαπιστώνεται, η Υπουργός, ως είχε δικαίωμα κατά την αναθεωρητική διαδικασία, βρήκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις παράγοντες μόνο, τους οποίους είχε εντοπίσει και ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και βασίστηκε πάνω σ΄ αυτούς για την απόφασή της, τους οποίους έκρινε ως επαρκείς για να τη στηρίξουν. Τίποτε το μεμπτό ή αντινομικό δεν διακρίνεται σε μια τέτοια προσέγγιση. Άλλο παράπονο των αιτητών ήταν ότι ούτε ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ούτε η Υπουργός έστρεψαν την προσοχή τους και δεν ερεύνησαν τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Μ. Mustafa υπέγραψε το έντυπο με το οποίο δήλωνε εργοδότης. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Όπως ορθά εντοπίζει και η συνήγορος των καθ΄ων η αίτηση στην αγόρευσή της, στην Έκθεση της Επιθεωρήτριας του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στην επιστολή προς την Υπουργό (αντίγραφα των οποίων επισυνάφθηκαν), γίνεται ρητή αναφορά σ΄ αυτό το γεγονός ως ένα από τα στοιχεία τα οποία λήφθηκαν υπόψη στη λήψη των αποφάσεων. Λήφθηκαν υπόψη, αλλά τελικά έγινε προφανώς πιστευτή η εξήγηση την οποία έδωσε ο δηλώσας και έγινε επίσης πιστευτή η γενικότερη δική του εκδοχή, υπό το φως όλων των στοιχείων τα οποία είχαν συλλεγεί και αξιολογηθεί κατά τη διερεύνηση του θέματος. Ένα άλλο παράπονο των αιτητών, το οποίο προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης, είναι το γεγονός ότι ενώ στην απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφέρεται ότι καταθέσεις και στοιχεία λήφθηκαν από τους αιτητές, από το M. Mustafa και από «άλλα πρόσωπα», εν τούτοις καμιά κατάθεση ή στοιχείο παρουσιάστηκε είτε στην Ένσταση είτε στο διοικητικό φάκελο, το οποίο να προέρχεται από άλλα πρόσωπα. Αυτό το κενό, δημιουργεί κατά τους αιτητές αδυναμία άσκησης διοικητικού ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν μπορώ να συμφωνήσω ούτε με αυτή την εισήγηση. Παρόλον ότι πράγματι δεν παρουσιάστηκε οτιδήποτε άλλο πέραν των καταθέσεων των εμπλεκομένων μερών, το γεγονός παραμένει ότι τελικά τα στοιχεία και οι παράγοντες οι οποίοι αξιολογήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη τόσο στην απόφαση του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όσο και στην απόφαση του Υπουργού ήσαν στοιχεία, πληροφορίες και παράγοντες που εξειδικεύονται στις αποφάσεις και που καθαρά προέρχονται από καταθέσεις ή προφορικές δηλώσεις των εμπλεκομένων μερών και τίποτε πέραν τούτων. Επομένως, η αναφορά σε άλλα στοιχεία δεν φαίνεται να είχε καμιά σημασία ή σχετικότητα. Για τους πιο πάνω λόγους, δεν φαίνεται να στοιχειοθετείται κανένας λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Αναπόφευκτα, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.200 πλέον ΦΠΑ έξοδα εναντίον των αιτητών. Κ. Κληρίδης, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.