CYPROFRESH CITRUS SEDIGEP (PO) LIMITED ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 2370/2006 και 2378/2006, 30 Σεπτεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 2370/2006 και 2378/2006) 30 Σεπτεμβρίου 2010 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 2370/2006) CYPROFRESH CITRUS SEDIGEP (P.O) LIMITED, Αιτήτριας, - ΚΑΙ - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Καθ΄ ου η αίτηση. ----------------------------------- (Υπόθεση Αρ. 2378/2006) CYPROFRESH CITRUS SEDIGEP (P.O) LIMITED, Αιτήτριας, - ΚΑΙ - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ, Καθ΄ ου η αίτηση. ----------------------------------- Ε. Τσολάκη (κα) για Γ. Σαββίδη, για τις Αιτήτριες. Α. Χρίστου (κα) για Ιωαννίδη & Δημητρίου, για τον Καθ΄ου η αίτηση. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Επιδιώκεται με τις συνεκδικαζόμενες αυτές προσφυγές η ακύρωση της απόφασης που περιέχεται σε ηλεκτρονικά μηνύματα του καθ΄ ου, ημερ. 3.10.06 και 6.10.06 αντίστοιχα, για την πληρωμή μειωμένου ποσού στο μέτρο ενίσχυσης ομάδων και οργανώσεων παραγωγών που παραδίδουν ποσότητες εσπεριδοειδών για μεταποίηση. Η θέση των αιτητών, με απόκλιση σε ότι αφορά επιμέρους γεγονότα, είναι ότι ο καθ΄ου εφάρμοσε λανθασμένη διαδικασία, αλλά και λανθασμένη ερμηνεία της Κυπριακής και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που αφορά την υπόθεση. Υπήρξε πλάνη περί το νόμο και τα πράγματα, μη διεξαγωγή δέουσας και επαρκούς έρευνας και ανεπαρκής υπό τις περιστάσεις αιτιολογία. Ο καθ΄ ου είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θεσμοθετήθηκε με τον περί Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών Νόμο αρ. 64
(1)/2003 (εφεξής «ο Νόμος»), σε συμμόρφωση με διάφορες πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που αναφέρονται στο προοίμιο του Νόμου, αλλά και την Κοινοτική Οδηγία Κανονισμό (ΕΚ) 2111/2003 (εφεξής «ο Κανονισμός»). Οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες του πηγάζουν από την εθνική αλλά και την κοινοτική νομοθεσία, εφαρμόζει δε κατά άσκηση των αρμοδιοτήτων του το μέτρο χορήγησης ενισχύσεων στις οργανώσεις παραγωγών και στις ομάδες παραγωγών που παραδίδουν οπωροκηπευτικά για μεταποίηση. Όπως εξηγήθηκε και στην Γεώργιος Ματθαίου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών, υπόθ. αρ. 845/06, ημερ. 14.7.08, που ακολουθήθηκε και στη Λουκάς Δημητρίου Μήτρου ν. Κυπριακού Οργανισμού Αγροτικών Πληρωμών, υπόθ. αρ. 1228/07, ημερ. 5.9.08, η όλη νομοθεσία περί αγροτικών πληρωμών αποσκοπεί στη διενέργεια πληρωμών και ενισχύσεων μέσα από συγκεκριμένους ελέγχους που γίνονται από τους αρμοδίους υπαλλήλους στη βάση ειδικής διαδικασίας, με πλήρη καταγραφή των σχετικών αποτελεσμάτων, ώστε κατά το άρθρο 34, η πληρωμή να εγκρίνεται «... εφόσον διενεργηθούν επαρκείς ελέγχοι για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης της αίτησης με τις σχετικές κοινοτικές πράξεις». Στα πλαίσια αυτά εφαρμόζεται η αναγκαία προληπτική πολιτική για την αποκάλυψη απατών και παρατυπιών. Ο καθ΄ ου, με βάση συμφωνία αναδοχής ημερ. 9.11.2004, ανέθεσε την ευθύνη της παραλαβής και του ελέγχου των υποβαλλόμενων αιτήσεων, αλλά ακόμη και τους επιτόπιους ελέγχους που διενεργούνται με σκοπό τη χορήγηση των ενισχύσεων στο Τμήμα Γεωργίας του Υπουργείου Γεωργίας και Φυσικών Πόρων. Οι αιτήσεις υποβάλλονται σε ανάλογες περιόδους, οι δε αιτητές που τις υποβάλλουν αποδέχονται με συγκεκριμένη δήλωση επί των αιτήσεων, τη διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου ως προς την ορθότητα των δηλωθέντων στοιχείων, τα κριτήρια, τους όρους και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή στο μέτρο, καθώς και τις κυρώσεις που θα ακολουθήσουν από τον καθ΄ ου σε περίπτωση αθέτησης ή παράβασης των υποχρεώσεων των αιτητών, που πηγάζουν από την εθνική και την κοινοτική νομοθεσία. Οι έλεγχοι που είναι δυνατόν να γίνουν είναι διοικητικής και επιτόπιας φύσης. Οι μεν διοικητικοί σχετίζονται με τον έλεγχο των πιστοποιητικών παράδοσης των εσπεριδοειδών προς μεταποίηση, αλλά και κάθε στοιχείου που περιλαμβάνεται στην αίτηση, οι δε επιτόπιοι βασίζονται σε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία δηλώνουν και επισυνάπτουν οι οργανώσεις παραγωγών σε κάθε αίτηση. Όταν συμπληρώθηκε η διαδικασία των σχετικών ελέγχων από το Τμήμα Γεωργίας ως ανάδοχου του καθ΄ ου, με σκοπό την έγκριση πληρωμής επί των αντιστοίχων αιτήσεων και την ανάλογη εκταμίευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, διαπιστώθηκαν αποκλίσεις μεταξύ των αιτούμενων εκτάσεων γης και των εν τέλει επιλέξιμων εκτάσεων όπως αυτές μετρήθηκαν, ενώ δεν έγιναν αποδεκτά μερικά εκ των πιστοποιητικών παράδοσης τα οποία θεωρήθηκαν να ήταν εκτός του πλαισίου του Κανονισμού. Υποβλήθησαν αιτήματα για επανεξέταση με αποτέλεσμα μετά τη σχετική διαδικασία να ικανοποιηθεί το σκέλος που αφορούσε τα πιστοποιητικά παράδοσης τα οποία ως αναφέρθηκε προηγουμένως είχαν διάφορες αποκλίσεις από τα αναμενόμενα. Παρέμεινε όμως το ζήτημα της καταβολής μειωμένου ποσού στους αιτητές λόγω της κατ΄ ισχυρισμόν απόκλισης μεταξύ των αιτούμενων εκτάσεων και των επιλέξιμων εκτάσεων. Πρέπει να σημειωθεί, πριν την εξέταση της ουσίας των προσφυγών, ότι στην υπ΄ αρ. 2378/06 προσφυγή, ηγέρθηκε προδικαστική ένσταση ως προς το παραδεκτό της, εφόσον στρεφόταν εναντίον τεσσάρων διαφορετικών διοικητικών αποφάσεων, και συγκεκριμένα ότι υπήρξαν αποφάσεις του καθ΄ ου επί τεσσάρων χωριστών αιτήσεων επανεξέτασης για την χορήγηση ενισχύσεων. Η προδικαστική αυτή ένσταση, η οποία βεβαίως ηγέρθηκε πριν την συνένωση των προσφυγών, δεν έτυχε καμίας αναφοράς στη γραπτή αγόρευση των αιτητών, αλλά ούτε και προωθήθηκε από τον καθ΄ ου με την δική του γραπτή αγόρευση, που καταχωρήθηκε και για τις δύο προσφυγές, στο φάκελο στην υπ΄ αρ. 2370/06 προσφυγή, με ημερ. 14.4.2010. Θεωρείται επομένως ότι η προδικαστική ένσταση που είχε εγερθεί μόνο στην υπ΄ αρ. 2370/06 υπόθεση, έχει εγκαταλειφθεί, με δεδομένο δε ότι το ζήτημα στο οποίο αφορούσε η προδικαστική αυτή ένσταση δεν άγγιζε θέμα δημόσιας τάξης, δεν χρήζει ούτε αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο. Μπορεί μόνο να λεχθεί γενικά ότι είναι επιτρεπτό να συμπροσβάλλονται με την ίδια προσφυγή χωριστές διοικητικές πράξεις που είναι μεταξύ τους συναφείς, ενόψει του ότι αφορούν όλες τους ίδιους αιτητές, βασίζονται στις αυτές διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, έχουν ταυτόσημη αιτιολογία και εκδόθηκαν από το ίδιο διοικητικό όργανο (Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 274, Batim Bokov v. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 614, Χαράλαμπος Κιτής κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 734 και Μιχάλης Χάϊλου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 435/08,ημερ. 5.3.10). Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις απορρέουν από διαδικασία επανεξέτασης, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται από τον καθ΄ ου με βάση και το εκδοθέν υπ΄ αυτού Εγχειρίδιο Εφαρμογής (Μέτρο Χορήγησης Ενισχύσεων στις Οργανώσεις Παραγωγών και τις Ομάδες Παραγωγών που παραδίδουν Οπωροκηπευτικά προς μεταποίηση) (Ιούλιος 2006), και έπεται βέβαια της απόφασης του καθ΄ ου επί των αρχικών αιτήσεων. Πρόκειται στην ουσία για σύνθετη διοικητική ενέργεια, με αποτέλεσμα ο εντοπισμός λόγου ακυρότητας σε οποιοδήποτε στάδιο προγενέστερο του τελικού αποτελέσματος, να πλήττει και την τελική πράξη. Δεν υπήρξε επ΄ αυτού ουσιαστικά οποιαδήποτε εισήγηση προς το αντίθετο, παρά τη νύξη που καταγράφεται στη σελ. 2, παρ. 1.2 και στη σελ. 16 της γραπτής αγόρευσης του καθ΄ ου (Αγαθαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 120 και Δημοκρατία ν. Γεώργιου Κυριάκου
(1998)3 Α.Α.Δ. 261. Κατά τα υπόλοιπα, αποτελεί ισχυρισμό των αιτητών ότι λανθασμένα δεν ειδοποιήθηκαν οι ίδιοι ως οργάνωση παραγωγών εσπεριδοειδών να είναι παρόντες δια εκπροσώπου τους κατά τους επιτόπιους ελέγχους κατά παρέκκλιση του άρθρου 6
(2)(γ) του Νόμου αρ. 225
(1)/04 και της κοινοτικής νομοθεσίας. Ο καθ΄ ου μέσα από την ένστασή του και στις δύο προσφυγές, ακόμη και πριν τη συνένωσή τους, αποδέχεται ότι στις 10.9.04, οι αιτητές έτυχαν της αναγκαίας αναγνώρισης ως οργάνωση παραγωγών από τον Διευθυντή Τμήματος Γεωργίας με βάση τις πρόνοιες του περί Αναγνωρίσεως Οργανώσεως Παραγωγών Γεωργοκτηνοτροφικών Προϊόντων Νόμο, αρ. 164
(1)/
- Υπό την ιδιότητα αυτή, οι αιτητές υπέβαλαν τις τέσσερεις υπό κρίση αιτήσεις για χορήγηση του μέτρου, μία για κάθε προϊόν, ήτοι γκρέιπφρουτ, μανταρίνια, λεμόνια και πορτοκάλια, για την περίοδο του πρώτου εξαμήνου της περιόδου 1.10.2005-31.3.
- Με βάση το άρθρο 46
(1)του Νόμου, οι υπάλληλοι του καθ΄ ου, στα πλαίσια της αρμοδιότητάς τους να ελέγχουν την πληρωμή και την έγκριση αυτής, «δύνανται» να συλλέγουν τις αναγκαίες πληροφορίες με βάση τον Νόμο και να προβαίνουν στους αναγκαίους ελέγχους, όπως προνοείται από τις σχετικές κοινοτικές πράξεις και τον ίδιο τον Νόμο. Κατά το εδάφιο 2, παρ. (γ) του πιο πάνω άρθρου, οι υπάλληλοι του καθ΄ ου, «ζητούν επί τόπου προφορικές εξηγήσεις από τους δικαιούχους ή τους νόμιμους εκπροσώπους τους.» Οι αιτητές εισηγούνται ότι δικαιούχοι είναι οι ίδιοι ως οργανισμός ο οποίος συνομολόγησε σύμβαση με τους μεταποιητές δυνάμει του άρθρου 4 του Κανονισμού, ενώ με το άρθρο 27, παρ. 1, στοιχείο (α), για κάθε οργάνωση παραγωγών που παραδίδει, μεταξύ άλλων, και τα πιο πάνω προϊόντα, δηλαδή πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια και γκρέιπφρουτ, διενεργούνται οι έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, που είναι φυσικοί, αλλά και διοικητικοί λογιστικοί. Αντίθετα, ο καθ΄ ου εισηγείται ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να ειδοποιήσει τους αιτητές κατά τη διενέργεια των ελέγχων ενόψει του άρθρου 24
(1)(ε) του Κανονισμού, δυνάμει του οποίου τα κράτη-μέλη διενεργούν απροειδοποίητους ελέγχους στις κατάλληλες περιόδους. Επίσης, βοηθητικό, κατά τη θέση τους, είναι και το άρθρο 6 του περί της Εφαρμογής των Κοινών Οργανώσεων Αγοράς Νόμου, αρ. 225
(1)/2004, που προνοεί ότι οι εξουσιοδοτημένοι λειτουργοί έχουν εξουσία ελεύθερης πρόσβασης σε χώρους όπου διεξάγονται εργασίες δυνάμει των διαλαμβανομένων στους Κανονισμούς, ενώ «δύνανται» να ζητούν επιτόπου προφορικές εξηγήσεις από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή τον εκπρόσωπο του. Πρόσθετα, ο καθ΄ ου ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, ειδοποίησε τους παραγωγούς και όχι τους αιτητές, «... για λόγους πρακτικούς και ούτως άλλως γιατί αυτοί είναι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ως νόμιμοι κάτοχοι των τεμαχίων που εξετάζονται για την καταβολή του εν λόγω Μέτρου.» (σελ. 12-13 της γραπτής αγόρευσης του καθ΄ου). Αλλά, και περαιτέρω, οι αιτητές στην ουσία θεωρούνται «διαχειριστές» των ενισχύσεων που καταβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το καταβαλλόμενο δε μέτρο καταλήγει στα χέρια των παραγωγών, οι οποίοι δίνουν και τα απαραίτητα στοιχεία στους αιτητές για την συμπλήρωση των αναγκαίων αιτήσεων. Εκ των πιο πάνω, ορισμένα θέματα χρήζουν απάντησης. Κατ΄ αρχάς, ο καθ΄ ου δεν έχει εγείρει θέμα εννόμου συμφέροντος των ιδίων των αιτητών να προσφύγουν εναντίον των προσβαλλόμενων πράξεων και επομένως δεν είναι νοητό εκ των υστέρων, διά της γραπτής αγορεύσεώς του, να εγείρει εμμέσως ζήτημα ως προς το δικαίωμα των ιδίων των αιτητών να επιδιώκουν την ακύρωση της υπό κρίση διοικητικής απόφασης, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος τους να ακολουθούνται οι ορθές διαδικασίες δυνάμει του Κανονισμού, αλλά και του Νόμου. Κατά δεύτερο λόγο, η θέση του καθ΄ ου ότι είναι δυνητική και μόνο η εκ μέρους του υποχρέωση ειδοποίησης των αιτητών να είναι παρόντες κατά τις επιτόπιες εξετάσεις για σκοπούς ελέγχου, αντιστρατεύεται την ίδια τη θέση του καθ΄ ου, που καταγράφεται στη σελ. 12 της αγόρευσης του, ότι «. όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν ειδοποιηθεί για να παραστούν κατά την διενέργεια των ελέγχων και προς τούτο έχουν υπογράψει σχετικά έντυπα». Εντοπίζεται επομένως ανακολουθία εφόσον από τη μια ο καθ΄ ου θεωρεί ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να ειδοποιήσει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, στη συνέχεια όμως αναφέρει ότι ειδοποιήθηκαν «όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα», για να συμπληρώσει όμως στη συνέχεια, και μάλιστα υπό τύπο διαζευκτικής τοποθέτησης, ότι «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» θεωρεί τους παραγωγούς, και όχι τους αιτητές. Είναι όμως σαφές από τον ίδιο τον Νόμο και τον Κανονισμό, ότι αν είναι κάποιος ενδιαφερόμενος στην έννοια του Νόμου είναι οι αιτητές, που αποτελούν την αναγνωρισμένη οργάνωση από τον ίδιο τον ανάδοχο του καθ΄ ου με βάση τον Νόμο αρ. 164
(1)/
- Οι αιτητές με τον Κανονισμό, άρθρο 1(α)-(στ), ορίζονται ως «οργάνωσις παραγωγών», ενώ ο ορισμός του «μεμονωμένου παραγωγού» παραπέμπει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν ανήκει σε καμιά οργάνωση παραγωγών. Εδώ οι αιτητές, αναντίλεκτα, αντιπροσωπεύουν αριθμό παραγωγών, όλη δε η αλληλογραφία του καθ΄ ου διεξαγόταν με τους αιτητές, οι οποίοι και υπέβαλαν τις αιτήσεις (δέστε τα Παραρτήματα Α, Β, Γ και Δ στην προσφυγή υπ΄ αρ. 2370/06), επί των οποίων και ακολούθησε η όλη διαδικασία που οδήγησε στην προσβαλλόμενη πράξη, περιλαμβανομένης και της ίδιας της διαδικασίας επανεξέτασης, όπως ο ίδιος ο καθ΄ ου ανέφερε στους αιτητές στη σχετική επιστολή του ημερ. 21.7.06, αλλά και όπως λέχθηκε κατά την συνάντηση της συντονιστικής Επιτροπής των αιτητών και του καθ΄ ου, στις 17.7.06 (δέστε παρ. 17, σελ. 7 της γραπτής αγόρευσης του καθ΄ ου). Ουδέποτε δε ο καθ΄ ου, όπως εξάγεται από την ολότητα των εγγράφων και τους κατατεθέντες διοικητικούς φακέλους, έθεσε ζήτημα ότι οι αιτητές δεν θεωρούνται ενδιαφερόμενο πρόσωπο στην έννοια του Νόμου και του Κανονισμού. Έπεται ότι λανθασμένα και μόνο εκ των υστέρων ο καθ΄ ου θέτει τέτοιο ζήτημα. Αν λοιπόν έπρεπε να ειδοποιηθεί κάποιος για τους επιτόπιους ελέγχους, αυτοί ήταν οι αιτητές, ώστε να παρίσταντο διά του νόμιμου εκπροσώπου τους. Περαιτέρω, η θέση ότι δυνητική και μόνο είναι η ειδοποίηση προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, που είναι και δικαιούχος, παραμένει θεωρητική, εφόσον ο ισχυρισμός που ο ίδιος ο καθ΄ ου προβάλλει στις αντίστοιχες ενστάσεις (παρ. 8, Πίνακας Β, στην υπ΄ αρ. 2370/06 υπόθεση και παρ. 8 των γεγονότων στην υπ΄ αρ. 2378/06 υπόθεση), είναι ότι θεώρησε ορθό στην ουσία να ειδοποιήσει τους αντίστοιχους ενδιαφερόμενους παραγωγούς, τα τεμάχια των οποίων είχαν επιλεγεί για επιτόπιο έλεγχο, για να είναι παρόντες. Μάλιστα, κατά το τέλος κάθε ελέγχου, διατείνεται πρόσθετα ο καθ΄ ου, ο κάθε παραγωγός υπέγραψε το σχετικό έγγραφο με τα αποτελέσματα των ελέγχων. Η θέση αυτή, περί της ειδοποίησης των παραγωγών, επαναλαμβάνεται και στη γραπτή αγόρευση του καθ΄ ου, στη σελ. 5 και στην παρ. 1, της σελ.
- Οι αιτητές, τόσο στην αρχική, όσο και στην απαντητική τους αγόρευση, έθεσαν το ζήτημα ότι, παρά την πιο πάνω τοποθέτηση του καθ΄ ου, αυτός απέτυχε να επισυνάψει τα σχετικά έγγραφα που να πιστοποιούν τον ισχυρισμό της ειδοποίησης προς τους παραγωγούς. Κατά τις διευκρινίσεις, η κα Χρίστου, αναφερόμενη στην παρ. 6 της απαντητικής αγόρευσης, παρέπεμψε στο Παράρτημα Ι της ίδιας της αίτησης, στην υπ΄ αρ. 2370/06 προσφυγή, ως το έγγραφο εκείνο που δεν ήταν αναγκαίο να είχε επισυναφθεί είτε στην ένσταση, είτε στη γραπτή αγόρευση του καθ΄ ου, ακριβώς εκ του γεγονότος ότι είχε ήδη συμπεριληφθεί ως Παράρτημα στην αίτηση ακυρώσεως. Δεν πιστοποιείται, όμως, η πιο πάνω θέση του καθ΄ ου από το ίδιο το Παράρτημα Ι. Πέραν του ότι δεν εξηγήθηκε πώς και γιατί το Παράρτημα Ι είναι υποστηρικτικό της θέσης του καθ΄ ου, παρατηρείται ότι το Παράρτημα αυτό είναι απλώς μια επιστολή ημερ. 21.7.06 από το Υπουργείο Γεωργίας προς τους αιτητές (υπόψη κ. Φυλακτού), με την οποία, καθώς αναφέρει, αποστέλλει σ΄ αυτούς «. αναλυτικό κατάλογο με τα αποτελέσματα του επιτόπιου ελέγχου των τεμαχίων, που είχαν περιληφθεί στο σχετικό δείγμα». Προσφέρεται επίσης η πληροφορία ότι «... οι Ομάδες/Οργανώσεις Παραγωγών έχουν δικαίωμα υποβολής αιτήματος για επανεξέταση των στοιχείων ..». Ο συνημμένος κατάλογος, που είναι αυτό που ενδιαφέρει, περιέχει τον κατάλογο των τεμαχίων στα οποία έγινε επιτόπιος έλεγχος, στις επαρχίες Λευκωσίας, Λεμεσού, Αμμοχώστου και Πάφου, τις κοινότητες στις οποίες ήταν τα τεμάχια, την περιγραφή κάθε τεμαχίου, την έκταση του, τη φυτευμένη έκταση και το είδος της καλλιέργειας. Αυτά ταξινομούνται ως προερχόμενα από «Πληροφορίες από δηλώσεις της Ομάδος/Οργάνωσης Παραγωγών». Στη διπλανή στήλη με τίτλο «Αποτελέσματα Επιτοπίων Ελέγχων», σημειώνεται με την ανάλογη ένδειξη στην υποστήλη «Παρουσία Γεωργού», η παρουσία των γεωργών στις πλείστες περιπτώσεις. Αν αυτό που εννοεί ο καθ΄ ου είναι ότι η ένδειξη της παρουσίας των επί μέρους παραγωγών στον κατάλογο επαρκεί, τότε πρέπει να λεχθεί ότι αυτή η ένδειξη σημειώνεται απλά στον κατάλογο σε τυπωμένη μορφή, ενώ ελλείπουν τα έγγραφα εκείνα που αποτύπωναν τα αποτελέσματα των ελέγχων και τα οποία, κατά τον καθ΄ ου, ο κάθε παραγωγός υπέγραψε, με προέκταση βεβαίως της σκέψης, ότι οι έλεγχοι θεωρήθηκαν ορθοί και προς αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι παραγωγοί. Παρατηρείται ότι στα έντυπα αιτήματος επανεξέτασης, παραρτήματα Κ, Λ, Μ και Ν της αίτησης, που επισυνάπτονται στην αίτηση ακύρωσης, οι αιτητές (και όχι βεβαίως ο κάθε παραγωγός χωριστά), διαμαρτύρονται για τη μη τήρηση κατά την ισχύουσα νομοθεσία της απαραίτητης διαδικασίας κατά τη διενέργεια των ελέγχων και συγκεκριμένα ότι «.. δεν ήταν παρών το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δηλαδή η Οργάνωση ή εκπρόσωπος του κατά τη διενέργεια των ελέγχων προκειμένου να ζητηθούν επιτόπου προφορικές εξηγήσεις.» Σε αυτή την επαναλαμβανόμενη μέσα από τα παραρτήματα Κ-Ν διαμαρτυρία, ο καθ΄ ου ουδέν απάντησε, ούτε έθεσε ζήτημα ότι δεν έπρεπε καν να ειδοποιηθούν οι αιτητές ή αν έπρεπε να ειδοποιηθούν κάποιοι, αυτοί ήταν μόνο οι παραγωγοί. Δεν έγινε καμιά προσπάθεια ή αίτηση να προσαχθούν τα έγγραφα αυτά υπό μορφή μαρτυρίας και έτσι η σχετική θέση του καθ΄ ου παρέμεινε, πρόσθετα, και ατεκμηρίωτη. Είναι σαφές από το άρθρο 46
(2)(γ) του Νόμου, ότι η δυνατότητα να δοθούν προφορικές εξηγήσεις αφορά τους δικαιούχους ή τους νόμιμους εκπροσώπους τους, που στην περίπτωση είναι οι ίδιοι οι αιτητές και όχι οι παραγωγοί, εφόσον «δικαιούχος», δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2
(1)του Νόμου, είναι το πρόσωπο στο οποίο εγκρίνεται πληρωμή από τον καθ΄ ου, σύμφωνα με το άρθρο 34
(4)του Νόμου, ενώ κατά το άρθρο 35 οι πληρωμές γίνονται μόνο στον δικαιούχο. Είναι δε φανερό από τα γεγονότα ότι η πληρωμή έγινε προς τους αιτητές (δέστε και την τελευταία παράγραφο στη σελ. 9 της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του καθ΄ ου), εξ ου και οι καταχωρηθείσες προσφυγές. Μπορεί πρόσθετα να σημειωθεί ότι, όπως είναι η θέση του καθ΄ ου, ειδοποιήθηκαν οι παραγωγοί και όχι οι αιτητές και «... για λόγους πρακτικούς ...» (σελ. 12 γραπτής αγόρευσης). Οι λόγοι πρακτικής δεν υποκαθιστούν τη νομική αναγκαιότητα να ειδοποιείται ο πραγματικός δικαιούχος, ο οποίος δύναται να παρίσταται με τον νόμιμο αντιπρόσωπο του. Άλλωστε, οι αιτητές ως δικαιούχοι θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να καλέσουν και τους ίδιους τους παραγωγούς ή μερίδα αυτών, αν αυτό κρινόταν υποβοηθητικό, στη διεκπεραίωση της λήψης πληροφοριών κατά τους επιτόπιους ελέγχους. Οι αιτητές ως νόμιμη οργάνωση εκπροσωπούσα τους διάφορους παραγωγούς, είναι αυτοί που ήταν σε θέση να προστατεύσουν τα συμφέροντα των μελών τους ως οργανωμένο σύνολο, γι΄ αυτό και ήταν αναγκαία η παρουσία ή εκπροσώπηση τους κατά τους επιτόπιους ελέγχους. Προκύπτει, επομένως, ότι ο καθ΄ ου ακολούθησε λανθασμένη διαδικασία έχοντας την εσφαλμένη αντίληψη ότι δικαιούχος ή δικαιούχοι ήταν μόνο οι παραγωγοί και όχι οι ίδιοι οι αιτητές, εξ ου και ειδοποίησε τους παραγωγούς και όχι τους αιτητές να είναι παρόντες κατά τη διαδικασία ελέγχου. Αλλά, όπως εξηγήθηκε, ακόμη και στο βαθμό που ειδοποιήθηκαν οι ίδιοι οι παραγωγοί, δεν φαίνεται να πιστοποιείται η ορθότητα των αποτελεσμάτων του επιτόπιου ελέγχου, από έγγραφα που φέρουν την υπογραφή των ιδίων των παραγωγών. Και δεν διασώζεται βεβαίως η όλη διαδικασία που ακολούθησε ο καθ΄ ου με μόνη την επίκληση της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 24.1(ε) του Κανονισμού για απροειδοποίητους ελέγχους. Αυτό για δύο λόγους: πρώτον, διότι ακόμη και σε απροειδοποίητους ελέγχους, είναι δυνατή η ενημέρωση του δικαιούχου με σκοπό την παρουσία του ώστε να αποκτά νόημα η εξίσου προσφερόμενη δυνατότητα των υπαλλήλων του καθ΄ ου να ζητούν επί τόπου προφορικές εξηγήσεις από τους δικαιούχους, κατά τα διαλαμβανόμενα από το άρθρο 46
(2)(γ) του Νόμου, αλλά και τη συναφή διάταξη του άρθρου 6
(2)(γ) του Νόμου αρ. 225
(1)/04. Δεύτερο, η σχετική νομοθεσία και ο Κανονισμός δεν απαγορεύουν και τους συνήθεις μετά από προειδοποίηση ελέγχους, ώστε να είναι δυνατή η συλλογή πληροφοριών και εξηγήσεων από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή τον εκπρόσωπο του. Σκοπός παραμένει η διαπίστωση στην πράξη των αληθών γεγονότων και όχι απλώς η πιστοποίηση λαθών και αποκλίσεων για να μειωθεί η χορηγία. Τα πιο πάνω οδηγούν στην ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων και δεν χρειάζεται να εξεταστούν και οι άλλοι λόγοι που ανέπτυξαν οι αιτητές, που αφορούν στην ουσία τον τρόπο διαπίστωσης των λαθών και των αποκλίσεων που παρατηρήθηκαν μεταξύ των δηλωμένων και των επιλέξιμων εκτάσεων. Να λεχθεί μόνο ότι, κατά τους αιτητές, οι σημειωθείσες αποκλίσεις εμπίπτουν στην έννοια των εμφανών σφαλμάτων, χωρίς να συντρέχουν λόγοι υπαιτιότητι των αιτητών, ενώ η διαπίστωση της αρμόδιας Επιτροπής Επανεξέτασης (Παράρτημα Α στη γραπτή αγόρευση του καθ΄ ου), είναι ότι δεν υπήρξαν αποκλίσεις οφειλόμενες σε προφανή λάθη κατά το άρθρο 33
(1)του Κανονισμού. Μπορεί στο θέμα αυτό απλώς να υποδειχθεί ότι τα καταγραφέντα στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερ. 19.7.06, ως προς τα αναμενόμενα να γίνουν σε εθνικό επίπεδο σε πλήρη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, παραμένουν ισχυρά, ιδιαίτερα ως προς τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για ορθή εφαρμογή του άρθρου 33, με την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών, ιδιαίτερα αναφορικά με την καθιέρωση αρχής επανεξετάσεων και ενστάσεων, διαφορετικής από την αρμόδια αρχή που αποφασίζει επί των αιτήσεων για ενίσχυση. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν και για σκοπούς απόφασης αποσυνενώνονται. Έκαστη προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200, πλέον Φ.Π.Α., έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ΄ ου. Οι αντίστοιχες προσβαλλόμενες πράξεις ακυρώνονται με βάση το Άρθρο 146.6(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο