← Κύπρος

MARIAM FAROUZANDEH ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 490/2009 και 491/2009, 30 Δεκεμβρίου 20

MARIAM FAROUZANDEH ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 490/2009 και 491/2009, 30 Δεκεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 490/2009 και 491/2009) 30 Δεκεμβρίου 2010 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 490/2009) MARIAM FAROUZANDEH, Αιτήτρια, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση. ------------------------------- (Υπόθεση Αρ. 491/2009) CHASEM HAJIHOSSEENY TEHRANI, Αιτητής, - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση. ------------------------------- Η. Στεφάνου, για τους Αιτητές. Λ. Γρηγορίου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Στις συνενωθείσες αυτές προσφυγές επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερ. 27.2.2009, διά της οποίας απορρίφθηκαν οι διοικητικές προσφυγές των αντίστοιχων αιτητών, που είναι σύζυγοι μεταξύ τους, επικυρώνουσα επί της ουσίας της την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ενός εκάστου των αιτητών προς παραχώρηση του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας ή της προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Τα αναντίλεκτα γεγονότα έχουν ως εξής: Αμφότεροι οι ατητές υπέβαλαν στις 28.12.2002 αίτηση για άσυλο μαζί με το σχετικό έντυπο προσωπικών στοιχείων. Η Υπηρεσία Ασύλου με επιστολή της ημερ. 10.3.2004 κάλεσε τους αιτητές σε συνέντευξη στις 16.4.2004 προσκομίζοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα που στοιχειοθετούσαν το αίτημα τους. Αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διενήργησε πράγματι στην πιο πάνω ημερομηνία συνεντεύξεις με τους αιτητές, ετοίμασε δε απορριπτική εισήγηση στις 23.4.2004 προς τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και αποφάσισε την απόρριψη των αιτήσεων στις 5.5.2004, απεστάλη δε στη συνέχεια σχετική επιστολή ημερ. 26.5.2004, αιτιολογική των λόγων απόρριψης. Στις 9.7.2004 καταχωρήθηκε διοικητική προσφυγή προς την Αναθεωρητική Αρχή από την Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), ενώ στη συνέχεια ο φάκελος των αιτητών επιθεωρήθηκε από το νομικό τους εκπρόσωπο, ο οποίος απέστειλε μετέπειτα τους λόγους της διοικητικής προσφυγής με επιστολή του ημερ. 26.10.

  1. Η Αναθεωρητική Αρχή κάλεσε τους αιτητές σε νέα συνέντευξη στις 29.3.2007 κατά την οποία αυτοί προσκόμισαν αντίγραφο του δελτίου επίδοσης του γιου τους από τη φοίτηση του σε σχολείο της Κύπρου. Ακολούθησαν συνεντεύξεις των αιτητών, καθώς και του γιου, ετοιμάστηκε δε έκθεση από την αρμόδια λειτουργό στις 27.2.2009 προς την Αναθεωρητική Αρχή, η οποία και εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη απορριπτική της διοικητικής προσφυγής. Το κύριο έρεισμα των αιτητών προς υποστήριξη της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης είναι η κατ΄ ισχυρισμόν διάσταση μεταξύ των πραγματικών δηλώσεων των αιτητών και των τελικών συμπερασμάτων της Αναθεωρητικής Αρχής, γεγονός που καθιστά την απόφαση προϊόν εμφανούς πλάνης περί τα πράγματα. Στη γραπτή αγόρευση παρατίθενται και σχολιάζονται οκτώ διαφορετικοί λόγοι απόρριψης από την Αναθεωρητική Αρχή, οι οποίοι κατά τη θέση των αιτητών ανάγονται σε λανθασμένη αντίληψη και μεταφορά των όσων οι αιτητές κατέθεσαν στις συνεντεύξεις τους. Οι λόγοι απόρριψης θα φανούν κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας των προσφυγών. Σύμφωνα με το συνήγορο των αιτητών, η προσβαλλόμενη πράξη υπόκειται σε ακύρωση ενόψει της μη εξατομίκευσης της ιδιαίτερης περίπτωσης των αιτητών μέσα από την εξακρίβωση και επαρκή αξιολόγηση των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων. Αυτά υπό το φως νομοθετικών ρυθμίσεων σε Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η οποία πρέπει να είναι απαλλαγμένη φανατισμού και μισαλλόδοξων μηνυμάτων, με τους γονείς να έχουν κατά προτεραιότητα το δικαίωμα να δοθεί στα παιδιά τους η ανάλογη παιδεία. Η Αναθεωρητική Αρχή λανθασμένα και αντιφατικά έλαβε υπόψη μια συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου που είχε εμφανή και παραδεκτά προβλήματα, χωρίς να διαπιστώσει η ίδια τη λογικότητα και το βαθμό φόβου δίωξης των αιτητών, αποτυγχάνοντας έτσι να εκτιμήσει ορθά και δίκαια την έννοια του φόβου καταδίωξης και να εκτιμήσει δεόντως τον προσωπικό φόβο των αιτητών τόσο για τους ίδιους, όσο και για το παιδί τους. Ως εκ τούτου διαπιστώνεται και έλλειψη δέουσας έρευνας, εφόσον παρά το γεγονός ότι η ίδια η Αναθεωρητική Αρχή διαπίστωσε ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου δεν υπέβαλε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τον πυρήνα του αιτήματος ενώπιον του, το αποτέλεσμα ήταν η αποδοχή της τελικής κρίσης της Υπηρεσίας Ασύλου και η απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής. Η αντίθετη θέση της Αναθεωρητικής Αρχής είναι ότι τα όσα οι αιτητές διά του συνηγόρου τους διατείνονται, αφορούσαν τα όσα διαπιστώθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου η απόφαση της οποίας όμως έτυχε επανεξέτασης, ως οφείλετο, από την Αναθεωρητική Αρχή, η οποία και είχε την ευθύνη και το καθήκον να εξετάσει και την επάρκεια της διερεύνησης από την Υπηρεσία Ασύλου και τα ευρύτερα γεγονότα εξ υπαρχής. Οποιεσδήποτε ελλείψεις κατά την πρώτη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου καλύφθηκαν πλήρως από τη δεύτερη συνέντευξη ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής και θα ήταν λάθος για το αναθεωρητικό Δικαστήριο να προβεί σε πρωτογενή αξιολόγηση των στοιχείων ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, εφόσον το έργο του εξαντλείται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και κατά πόσο το διοικητικό όργανο έλαβε όλα τα στοιχεία υπόψη του, προέβηκε σε δέουσα και επαρκή έρευνα και δεν υπερέβη ή κατεχράσθη την εξουσία του. Η περίπτωση των αιτητών αφορά στην ουσία τη θέση τους ότι στην χώρα τους, το Ιράν και με θρήσκευμα το Ισλάμ, μεθοδεύτηκε η ένταξη του μεγαλύτερου ανήλικου γιου τους κατά τη φοίτηση του στο σχολείο, στο κίνημα Basij, όπου γίνεται πλύση εγκεφάλου των παιδιών με αποτέλεσμα να ακολουθούν φανατικές πεποιθήσεις. Ο εμβολιασμός με φανατικές ιδέες και ακραίες εθνικές και θρησκευτικές ιδέες, έφθασε μέχρι το σημείο να παρατηρηθεί από τους γονείς αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού τους, αφού άρχισε να τους ερωτά αν άκουγαν μουσική στο σπίτι τους, και γιατί η μητέρα του δεν κάλυπτε το κεφάλι της. Η εγγραφή του γιου τους στην ομάδα των Basij, είχε και άλλες συνέπειες εφόσον δίνεται προτεραιότητα στους ακολουθούντες τις ομάδες αυτές να ενταχθούν σε καλά πανεπιστήμια στο Ιράν. Η αιτήτρια μητέρα του ανηλίκου αντετίθετο στην ένταξη του παιδιού της στο πρόγραμμα Basij και συμφωνούντος και του ετέρου αιτητή συζύγου της, επεδίωξε να μιλήσει με το διευθυντή του σχολείου με στόχο να αφαιρεθεί το όνομα του γιου της από την ομάδα αυτή. Αυτό, παρά τις προσπάθειες της, δεν κατέστη δυνατό, στη δε συνομιλία που είχε με το διευθυντή του σχολείου, η ένταση μεταξύ τους κορυφώθηκε με αποτέλεσμα αυτή να εξυβρίσει ουσιαστικά το καθεστώς, ο δε διευθυντής προσπάθησε να της επιτεθεί. Φίλος καθηγητής στο ίδιο σχολείο ειδοποίησε αμέσως μετά το σύζυγο της, ότι η συνομιλία είχε ηχογραφηθεί και ότι κινδύνευσαν και θα ήταν καλύτερα να έφευγαν. Οι αιτητές, με πρωτοστάτη την αιτήτρια και την αποδοχή του συζύγου της, εγκατέλειψαν στις 19.12.2002 την Τεχεράνη, 4-5 ημέρες μετά το επεισόδιο, με λεωφορείο αρχικά στην Τουρκία, όπου έμειναν για 3 ημέρες, και μετά αεροπορικώς στα κατεχόμενα όπου παρέμειναν άλλες 3 ημέρες, εισερχόμενοι παρανόμως στη Δημοκρατία στις 27.12.
  2. Την επομένη 28.12.2002, υπέβαλαν αίτημα για πολιτικό άσυλο και έδωσαν κατάθεση στην Αστυνομία μεταξύ των ωρών 19.30-20.40 (αιτητής) και 21.30-22.45 (αιτήτρια). Σύμφωνα με τους αιτητές, όπως κατέθεσαν στις αντίστοιχες συνεντεύξεις τους, ο μεν αιτητής ήταν συνέταιρος σε επιχείρηση υφασμάτων και ταξίδευε συχνά για την εργασία του, η δε μητέρα ήταν οικοκυρά. Ζούσαν σε ιδιόκτητο σπίτι με τα δύο παιδιά τους, αμφότερα ανήλικα, το ένα εκ των οποίων στην ηλικία των 12 ετών, κατά τον πρώτο χρόνο στο γυμνάσιο, άρχισε να δέχεται τις «νουθεσίες» του συστήματος για τον ορθό τρόπο ζωής σύμφωνα με το Ισλάμ και το δεύτερο χρόνο πληροφόρησε τη μητέρα του ότι υπέγραψε «οικειοθελώς» έντυπο για την ένταξη του στις ομάδες Basij, έχοντας υπόψη του ότι αυτή η ένταξη θα του επέφερε και οφέλη στις σχολικές του επιδόσεις. Από το Ιράν, η οικογένεια ολόκληρη, έφυγε το Δεκέμβριο στο μέσο της σχολικής χρονιάς, και ο ανήλικος Amir συνέχισε την εκπαίδευση στην Κύπρο στην Α΄ Τεχνική Σχολή Μακάριος Γ΄. Ο αιτητής εργάζεται τώρα στην Κύπρο σε υπεραγορά παρά το κάποιο πρόβλημα που έχει με το χέρι του για το οποίο ο γιατρός του είπε να μην κουράζεται (σελ. 13 της συνέντευξης του ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής), ενώ η αιτήτρια άρχισε να εργάζεται σε φούρνο 10 μήνες μετά την άφιξη τους στην Κύπρο. (σελ. 7 της συνέντευξης της στην Αναθεωρητική Αρχή). Διαχρονικά η νομολογία επιβεβαιώνει ότι το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά τη δική του κρίση, ούτε προβαίνει σε δική του εκτίμηση πρωτογενώς των δεδομένων, αλλά απλώς αναθεωρεί τη νομιμότητα της πράξης (δέστε τη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Khalid Balla Al Taab Soliman v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Α.Ε. αρ. 120/2007, ημερ. 8.3.2010). Ο έλεγχος της νομιμότητας όμως διέρχεται και από την παράμετρο της εξέτασης των λόγων απόρριψης και αν διαπιστώνεται πλάνη είτε ως προς τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη, είτε ως προς εκείνα που ενώ υπήρχαν, λανθασμένα δεν συνυπολογίσθηκαν, τότε η πλάνη αυτή εάν είναι ουσιώδης, επιφέρει ακύρωση της διοικητικής πράξης. Ο κ. Στεφάνου με ιδιαίτερη επιμέλεια ανέδειξε στη γραπτή του αγόρευση, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αριθμό προβλημάτων τα οποία ανάγονται στην ουσία σε παρερμηνεία ή μη ορθή απόδοση των δεδομένων που λήφθηκαν κατά τη συνέντευξη των αιτητών τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής. Ορθά, βεβαίως, η κα Γρηγορίου για τη Δημοκρατία, εισηγείται ότι δεν μπορεί να γίνεται αναφορά σε τυχόν πλημμέλειες κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και την απορριπτική απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας, εφόσον όντως διαπιστώθηκαν ατέλειες στη πρώτη διαδικασία με αποτέλεσμα η Αναθεωρητική Αρχή να επανακαλέσει τους αιτητές σε νέα συνέντευξη. Μεταξύ των διαπιστωθέντων προβλημάτων ήταν και το γεγονός ότι οι αιτητές δεν ερωτήθηκαν για διάφορα ζητήματα, ενώ από την αιτήτρια λήφθηκε μόνο συμπληρωματική συνέντευξη, ενώ όλα τα δεδομένα έδειχναν ότι εκείνη ήταν η βασική αιτήτρια. Το ερώτημα επομένως είναι κατά πόσο οι πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (όπως αναγνωρίζεται στις σελ. 3 και 4 της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής), παρέμειναν ή παρείσφρυσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στην ίδια την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής ή εάν η τελευταία αυτή απόφαση περιέχει αυτοτελώς σφάλματα αναγόμενα σε λανθασμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των δεδομένων. Εάν αυτή είναι η περίπτωση, τότε διαπιστώνεται πλάνη και λανθασμένη αιτιολόγηση μέσα στην απόφαση της ίδιας της Αναθεωρητικής Αρχής, η οποία βέβαια αποτελεί και την προσβαλλόμενη πράξη. Προσεκτική εξέταση του απορριπτικού σκεπτικού της Αναθεωρητικής Αρχής, φέρει στην επιφάνεια αριθμό προβλημάτων ως ακολούθως: Ενώ διαπιστώθηκε από την ίδια την έρευνα της Αναθεωρητικής Αρχής ότι οι ομάδες Basij όντως υφίστανται και όντως λειτουργούν κατά τρόπο που προάγουν την επιστράτευση μαθητών στο σύστημα εκείνο που προωθεί και προβάλλει το θρησκευτικό και εθνικό μουσουλμανικό φανατισμό (δέστε και ερυθρά 91-92 του διοικητικού φακέλου Τεκμ. «Α»), θεωρήθηκε ως στοιχείο αναξιοπιστίας ή αμφιβολίας ως προς την αληθοφάνεια του λόγου εγκατάλειψης του Ιράν κατά την αντίληψη της Αναθεωρητικής Αρχής η θέση των αιτητών και ιδιαίτερα της αιτήτριας-μητέρας, ότι το κύριο μέλημα της ήταν η συνέχιση της φοίτησης των παιδιών στο σχολείο και όχι η καθαυτή ένταξη του ανήλικου παιδιού της στις εν λόγω ομάδες. Αυτό το στοιχείο το οποίο κατά την Αναθεωρητική Αρχή, έπληττε την αξιοπιστία των αιτητών στον πυρήνα του αιτήματος τους, (πρώτο στη σειρά οκτώ σημείων αναξιοπιστίας που καταγράφονται στη σελ. 6 της απορριπτικής απόφασης - Παράρτημα 15 στην ένσταση), δεν έτυχε ορθής αξιολόγησης από την Αναθεωρητική Αρχή. Από τη συνέντευξη που έδωσε ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, η σαφής θέση της αιτήτριας μέσα από τις ερωτοαπαντήσεις ήταν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός συνηθισμένου και μη ενταγμένου στις ομάδες Basij μαθητή, από εκείνου που είναι ενταγμένου σε τέτοια ομάδα. Αυτό διότι πέραν των συνηθισμένων μαθημάτων, οι ενταγμένοι στις ομάδες Basij παρακολουθούν επιπρόσθετα απογευματινά μαθήματα για το φανατικό ισλαμισμό και ήταν γι΄ αυτό το λόγο που εν μέσω της σχολικής χρονιάς και πριν τις εξετάσεις του γιου της, εγκατέλειψαν μέσα στο χειμώνα με λεωφορείο το Ιράν. Δεν ήταν δηλαδή μόνο η καθ΄ αυτή μόρφωση στο σύνηθες σχολείο που ενδιέφερε τους αιτητές, αλλά η εκπαίδευση του γιου τους σε σχολείο όπου δεν θα διδασκόταν με οποιοδήποτε τρόπο το φανατισμό και την εθνικιστική έξαρση. Η θέση αυτή τέθηκε και κατά την αστυνομική κατάθεση της αιτήτριας αμέσως με την άφιξη της στην Κύπρο, όπου κατέγραψε ότι υπήρχε πρόβλημα με τα παιδιά τους «... γιατί τους έκαναν πλύση εγκεφάλου στο σχολείο και τη θρησκεία μας κάτι το οποίο δεν το ήθελαν.». (δέστε ερυθρό 70 του Τεκμ. «Α»). Στη συνέντευξη της αιτήτριας ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής στη σελ. 7, ανέφερε ότι δεν επιθυμεί τα παιδιά της να πολιτικοποιηθούν και στη σελ. 2, ότι ο γιος της Amir δεν θα σταματούσε τη συνηθισμένη σχολική του εκπαίδευση, αλλά θα παρακολουθούσε επιπρόσθετα μαθήματα με σκοπό να εκπαιδευτεί, μεταξύ άλλων, στη χρήση των όπλων. Και περαιτέρω ανέφερε ότι όταν απευθύνθηκε στο διευθυντή για να του εξηγήσει ότι δεν ήθελε ο γιος της να ενταχθεί στο πρόγραμμα Basij, είπε επί λέξει ότι «... I want my son to come to school just for education.». Παρερμηνεύθηκε, επομένως, η ανησυχία της αιτήτριας ως προς ότι «.. το μέλημα της προσφεύγουσας ήταν η συνέχιση της φοίτησης του παιδιού της σχολείο», ώστε «.. η έντονη ανησυχία της για το σχολείο δημιουργεί αμφιβολία ως προς τους λόγους που απεφάσισε να πάρει τα παιδιά της στο μέσο της σχολικής χρονιάς και να εγκαταλείψουν το Ιράν.» Αυτή η συλλογιστική υπό το φως των απαντήσεων που έδωσε η αιτήτρια στη συνέντευξη στην Αναθεωρητική Αρχή είναι τουλάχιστον ανακόλουθος. Η έντονη ανησυχία και έγνοια της δεν ήταν απλώς η οποιαδήποτε φοίτηση σε ένα σχολείο, αλλά η φοίτηση απαλλαγμένη από την επιβολή ενός συστήματος που προάγει το φανατισμό και την εμπλοκή του παιδιού της με όπλα και ακραίες συμπεριφορές. Ακριβώς στη δεύτερη συνέντευξη της σελ. 5-6, εξήγησε ότι αυτές οι ομάδες ανήκουν σε μια μεγαλύτερη οργάνωση την Answar Hezbollah, που λειτουργεί εδώ και 27-28 χρόνια και γνωρίζει από το όλο σύστημα, ότι αν ήθελαν να την βλάψουν δεν θα μπορούσε να αντιδράσει, ούτε δικαστικώς, ούτε άλλως πως διότι η οργάνωση είναι πολύ δυνατή, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και κανένας δεν μπορεί να τους σταματήσει διότι είναι κατευθείαν κάτω από τον αρχηγό του κράτους. Η διαφυγή από τη χώρα εν μέσω της σχολικής χρονιάς πιστοποιεί αυταπόδεικτα το υπόβαθρο για τη στοιχειοθέτηση του φόβου δίωξης σε συνάρτηση με το δικαίωμα στην εκπαίδευση, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω. Συναφής είναι και ο πέμπτος λόγος που καταγράφηκε ως προς την αναξιοπιστία της αιτήτριας, ότι, δηλαδή, ισχυρίστηκε ότι ήρθε στη Δημοκρατία με σκοπό να πηγαίνουν τα παιδιά σε σχολείο. Παραγνωρίσθηκε και εδώ ότι η φοίτηση του Amir στο σχολείο στο Ιράν δεν ήταν το καθαυτό πρόβλημα, αλλά ο συνδυασμός της εκεί φοίτησης του με την επιλεγείσα από τις αρχές εκπαίδευση και ένταξη του Amir στις ομάδες Basij. Είναι δε και αυτοαναιρετική η θέση της Αναθεωρητικής Αρχής ότι «σε καμιά περίπτωση δεν τους απαγορεύτηκε η φοίτηση ..». Αφού ακριβώς αυτό ήταν το επιδιωκόμενο από τις αρχές του Ιράν, να διασφαλίζεται η φοίτηση με σκοπό την ένταξη στις ομάδες αυτές. Λανθασμένα πρόσθετα κρίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε σ΄ αυτό το στοιχείο και η συνέντευξη του γιου ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής για να αναδείξει κατ΄ισχυρισμόν αντίφαση ως προς το λόγο που η οικογένεια έφυγε από το Ιράν διότι αναμφίβολα στην ηλικία των 12 ετών ο γιος δεν είχε καθαρή εικόνα ως προς το λόγο που έφυγαν από την πατρίδα τους και τα όσα ανέφερε ήταν από τη δική του αντίληψη και τα όσα του είχε πει η μητέρα του. Έτερος λόγος απόρριψης της διοικητικής προσφυγής (σημείο 2 στη σελ. 6 του Παραρτήματος 15), ήταν επίσης και η παρουσιασθείσα, κατά τη θέση της Αναθεωρητικής Αρχής, αντίφαση στους ισχυρισμούς των αιτητών για ως προς το ποιος είχε την πρωτοβουλία να μην συμμετάσχει ο Amir στις ομάδες αυτές. Οι συνεντεύξεις των αιτητών όμως αποδεικνύουν ότι ο μεν αιτητής- πατέρας παρέπεμψε στην αιτήτρια σύζυγο του, η οποία εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έφυγαν από τη χώρα και που ανάγονταν στην εγγραφή του παιδιού στην ομάδα Basij και της ζήτησε να το σταματήσει. Η δε αιτήτρια είπε ότι είχε μιλήσει με το σύζυγο της για το πρόβλημα, ο οποίος είχε συμφωνήσει με τη θέση της. Δεν είναι δυνατόν να έχει, αντικειμενικά, εν πάση περιπτώσει τέτοια σημασία ποιος είχε την πρωτοβουλία σε σημείο που η Αναθεωρητική Αρχή να θεωρήσει ότι είχε πληγεί η αξιοπιστία των αιτητών, ενόψει του δεδομένου ότι ολόκληρη η οικογένεια έφυγε λίγες ημέρες μετά το επεισόδιο με το διευθυντή του σχολείου από τη χώρα. Εάν δεν υπήρχε, όπως ορθά παρατηρεί ο συνήγορος των αιτητών, εναρμονισμένη αντιμετώπιση του ζητήματος, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο για μια ολόκληρη οικογένεια να ξεσηκωθεί από τη χώρα με άγνωστες πλέον προοπτικές. Σημείο αναξιοπιστίας κρίθηκε επίσης και η θέση της αιτήτριας ως προς το χρονικό σημείο που είχε ο Amir αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα αλλαγής στη συμπεριφορά του. Διαπιστώνει η απορριπτική απόφαση στη σελ. 6, (τρίτο σημείο), ότι ενώ δηλώθηκε ότι το παιδί δεν είχε αρχίσει ακόμη να παρακολουθεί τα μαθήματα υπήρξε αλλαγή στη συμπεριφορά του διότι ρωτούσε τη μητέρα του γιατί άκουγε μουσική και γιατί δεν κάλυπτε το κεφάλι της. Προσεκτική εξέταση όμως των απαντήσεων της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη της στην Αναθεωρητική Αρχή, αποκαλύπτει ότι από τον πρώτο κιόλας χρόνο της φοίτησης στο γυμνάσιο είχε αρχίσει να διαπιστώνεται το πρόβλημα προσπαθώντας να του αλλάξουν τον τρόπο σκέψης εκπαιδεύοντας τον ως προς το τι σημαίνει Ισλάμ, με σαφή αναφορά στο ότι: «For example, first year they wanted to ask him what was happening at home» και με περαιτέρω επεξήγηση ότι ο γιος της, της είχε πει ότι τον ρωτούσαν στο σχολείο κατά πόσο στο σπίτι ακούουν μουσική, αν έχουν δέκτη («receiver») και εάν οι γονείς του προσεύχονται πέντε φορές την ημέρα ή όχι. Και επίσης ήταν σαφές από τις απαντήσεις της ότι το δεύτερο χρόνο στο γυμνάσιο θα γίνοταν, όπως και έγινε, η ένταξη στις ομάδες Basij, όταν το ίδιο το παιδί, όπως κατέθεσε στη δική του συνέντευξη, συμπλήρωσε έντυπο για ένταξη στις ομάδες αυτές, προφανώς με τη θέληση του, στο βαθμό που μπορούσε βεβαίως να διαμορφώσει ιδία γνώμη στην ηλικία των 12 ετών. Διαπιστώθηκε επίσης αντίφαση (τέταρτο σημείο), ως προς το κατά πόσο η αιτήτρια κατά τη σύγκρουση της με το διευθυντή του σχολείου είχε εξυβρίσει το Ισλάμ και τον Χομεϊνί, ενώ στην Υπηρεσία Ασύλου δεν ανέφερε κάτι τέτοιο, ούτε όμως και αναφέρθη ονομαστικά σε εξύβριση του Χομεϊνί κατά τη συνέντευξη της στην Αναθεωρητική Αρχή. Και πάλι από τη συνέντευξη στην Αναθεωρητική Αρχή διαπιστώνεται εμφανώς ότι εκφράσθηκε εναντίον του Ισλάμ, εναντίον του εργοδότη ή αφεντικού του διευθυντή και στο θυμό της εξύβρισε και το Ισλάμ και όλους. Όταν δε ο διευθυντής φαίνεται να της είπε ότι στρατολογήθηκε ο Amir, διότι έτσι το διέταξε ο αρχηγός τους («our leader»), τότε εξύβρισε και τον αρχηγό τους. Εδώ η Αναθεωρητική Αρχή στην απόφαση της φαίνεται να πλανήθηκε ως προς την ουσία του πράγματος, δηλαδή, ότι όντως είχε καταφερθεί εναντίον του Ισλάμ και των αρχών, έστω και αν δεν αναφέρθηκε ουσιαστικά ο Χομεϊνί. Αναδείχθηκε, λανθασμένα, σε κεντρικό σημείο αναξιοπιστίας η μη ονομαστική αναφορά στον Χομεϊνί, ενώ σημασία είχε η εξύβριση και η αντίθεση της με ολόκληρο τον τρόπο λειτουργίας του κράτους του Ιράν στον τομέα αυτό. Διαπιστώθηκε επίσης αναξιοπιστία ως προς αντίφαση στην οποία οι αιτητές υπέπεσαν σε σχέση με το οικογενειακό τους διαβατήριο (όγδοο σημείο). Η Αναθεωρητική Αρχή ανέφερε ότι στη συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, οι αιτητές είχαν ισχυριστεί ότι «έχασαν» το διαβατήριο τους, ενώ κατά τη συνέντευξη στην Αναθεωρητική Αρχή ισχυρίστηκαν ότι «ξέχασαν» το διαβατήριο στο ξενοδοχείο που διέμεναν στα κατεχόμενα. Επίσης ότι το διαβατήριο αυτό επεστράφη στην οικογένεια τους στο Ιράν, μέσω μιας κοπέλας του ξενοδοχείου έναντι αμοιβής. Θεωρήθηκε δε ότι αυτός ο ισχυρισμός ως προς τον τρόπο ανάκτησης του διαβατηρίου έπασχε από έλλειψη αληθοφάνειας. Οι συνεντεύξεις ενώπιον και των δύο διοικητικών οργάνων δεν ήταν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους ώστε να αναγόταν το θέμα σε μείζον σημείο αναξιοπιστίας. Ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ανέφεραν ότι έχασαν το διαβατήριο κάπου, συμπληρώνοντας ότι ίσως αυτό να συνέβη στο ξενοδοχείο. Αυτό ελέχθη και από τους δύο αιτητές στις διαφορετικές συνεντεύξεις τους. Ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είχε διαβατήριο διότι όταν ήταν στο ξενοδοχείο στα κατεχόμενα, έφυγαν εν μέσω νυκτός και δεν πήραν το διαβατήριο μαζί τους. Εξηγώντας τον τρόπο που μια κοπέλα, υπεύθυνη του κομμωτηρίου στο ξενοδοχείο, έστειλε έναντι αμοιβής το διαβατήριο πίσω στην οικογένεια της στο Ιράν, η αιτήτρια συμπλήρωσε και τα εξής: «So my family has now the passport. If you think it is necessary I can ask them to send it here. We can have it no problem.». Πέραν του ότι η Αναθεωρητική Αρχή στην απόφαση της και πάλι παρερμήνευσε την ουσία των λόγων των αιτητών, συγκλίνουσα θέση των οποίων ήταν ότι το διαβατήριο αφέθηκε ή ξεχάστηκε ή χάθηκε στο ξενοδοχείο στα κατεχόμενα, (δεν ήταν αυτό το ουσιώδες), ουδεμία περαιτέρω διερεύνηση έγινε ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια των λόγων τους. Η δέουσα έρευνα θα απαιτούσε, υπό τις περιστάσεις, να δοθεί χρόνος στους αιτητές να τους αποσταλεί το διαβατήριο από το Ιράν, εφόσον ο ισχυρισμός τους ήταν ότι το διαβατήριο είχε ανακτηθεί. Στην απόφαση Jahangir Alam v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1526/05, ημερ. 10.4.2008, (Ερωτοκρίτου, Δ.), αναφέρθηκε ότι ο λειτουργός όφειλε να ερευνήσει ποια από τις θεωρούμενες από τον ίδιο διαφορετικές εκδοχές του εκεί αιτητή ευσταθούσε, ώστε να είχε ενώπιον του τα ορθά γεγονότα. Η έλλειψη επαρκούς έρευνας οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα. Την ίδια έρευνα όφειλε η Αναθεωρητική Αρχή να διεξάγει και σε ό,τι αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία των αιτητών δηλαδή την εργασία του αιτητή, καθώς και το σπίτι στο οποίο διέμεναν που κατά τον αιτητή στη συνέντευξη του ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής σελ. 14, σε σχετική ερώτηση κατά πόσο διατηρεί κατοικία στο Ιράν, απάντησε ότι είχε τέτοια οικία, ότι αν του επιτρεπόταν προφανώς από τις Ιρανικές αρχές, (το ίδιο ανέφερε και η αιτήτρια στη δική της συνέντευξη σελ. 5), θα μπορούσε να πωλήσει το σπίτι και να αγοράσει σπίτι στη Δημοκρατία προς απόδειξη της θέσης τους ότι δεν ήλθαν στην Κύπρο απλώς για να εργαστούν, όπως κάνουν άλλες οικογένειες, οι οποίες στέλλουν ακόμη και τα μικρά παιδιά τους να εργαστούν για χρήματα, ενώ οι ίδιοι δεν το έπραξαν με τον Amir παρόλο που είναι αρκετά ώριμος διότι απλώς «... we want him just to study.» Αυτή η διερεύνηση θα βοηθούσε στην ορθότερη αξιολόγηση από πλευράς της Αναθεωρητικής Αρχής των δεδομένων που οδήγησαν τους αιτητές και την οικογένεια τους να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Μπορεί εδώ να συμπληρωθεί ότι γενικά στους αιτητές ασύλου, λόγω των ειδικών συνθηκών που αντιμετωπίζουν, είναι συχνά αναγκαίο να τους δίνεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας όταν αξιολογείται η αξιοπιστία των δηλώσεων τους και των τυχόν εγγράφων που υποβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναγνώρισε τα πιο πάνω σε διάφορες υποθέσεις όπως στη V. Matsiukhina and A. Matsiukhin v. Sweden Application No. 31260/04, ημερ. 21.6.2005 (δέστε γενικά το σύγγραμμα Asylum and the European Convention on Human Rights των Nuala Mole and Catherine Meredith, Council of Europe Publishing -Human Rights files No. 9 [i]σελ. 61-62.). Για να υπάρχει όμως η δυνατότητα να δοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας, πρέπει να δίνεται η ευκαιρία στους αιτητές να προσκομίσουν τα τυχόν έγγραφα που υποστηρίζουν την εκδοχή τους. Αυτό συνάδει και με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 196 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού των προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. που προνοεί ότι ενώ το βάρος απόδειξης είναι καταρχάς στους ώμους του αιτητή, στη συνέχεια μεταφέρεται στον εξεταστή που είναι αρμόδιος για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα να εκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, η δε τεκμηρίωση δεν πρέπει να απαιτείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα. (δέστε Seyfallah Mozafar Sarmadi v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 61/06, ημερ. 3.7.2007 (Κραμβής, Δ.) και Oleksiy Novikov κ.ά. ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 681/08, ημερ. 23.10.2009 (Κραμβής, Δ.). Οι άλλοι λόγοι που οι αιτητές κρίθηκαν αναξιόπιστοι (σημεία 6 και 7 του σκεπτικού της Αναθεωρητικής Αρχής), ήταν διότι τόσο κατά την αίτηση τους για άσυλο, όσο και στις καταθέσεις τους στην αστυνομία, είχαν αναφέρει ότι ο κύριος λόγος που εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους ήταν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η αιτήτρια με τις μυστικές υπηρεσίες και τα πιστεύω της στην ισότητα των φύλων. Η αναφορά όμως σε πρόβλημα με τις μυστικές υπηρεσίες είχε δύο σκέλη. Αφενός στην κατάθεση της στην αστυνομία ανέφερε ότι λόγω του πιστεύω της για την ισότητα των φύλων, πιστεύω που είναι παράνομο στη χώρα της, υπήρχε πρόβλημα με τις μυστικές υπηρεσίες, αλλά ανέφερε επίσης ότι υπήρχε πρόβλημα με τα παιδιά τους γιατί τους έκαναν πλύση εγκεφάλου. Η αναφορά δε του αιτητή στην κατάθεση του στην αστυνομία όπου όντως δεν αναφέρει το επεισόδιο στο σχολείο περιείχε στοιχεία που συμφωνούσαν με τη θέση της συζύγου του διότι η αναφορά του σε πιθανή σύλληψη της γυναίκας του και κατ΄ επέκταση του ιδίου στις 14.12.2002, πρέπει να συνδυαστεί με τα όσα εξηγήθηκαν λεπτομερέστερα κατά τις συνεντεύξεις των αιτητών, αρχής γενομένης με τη συνέντευξη στην Υπηρεσία Ασύλου, όπου από την αρχή λέχθηκε το πρόβλημα με την ένταξη του παιδιού στις ομάδες Basij, με ιδιαίτερη μνεία από την αιτήτρια των δεδομένων που την οδήγησαν να έλθει σε αντιπαράθεση με το διευθυντή του σχολείου 4-5 ημέρες πριν την αναχώρηση τους από το Ιράν. Εφόσον η φυγή τους από το Ιράν έλαβε χώρα στις 19.12.2002, η αναφορά στις 14.12.2002 ήταν χρονολογικά ορθή. Διαφαίνεται επίσης ότι υπήρχε γενικότερη αντίδραση για τα πιστεύω της αιτήτριας η οποία δήλωσε στη συνέντευξη της ότι είχε δεχθεί ουσιαστικά απειλές από αγνώστους στο σπίτι της λόγω συμμετοχής της σε συναντήσεις συμπαράστασης σε μια φίλη της οποίας ο σύζυγος την κακομεταχειριζόταν και δεν την άφηνε να εξέλθει του σπιτιού, πρόβλημα που σταμάτησε όταν αναγκάστηκε ουσιαστικά να μην μετέχει πλέον σε αυτές τις συγκεντρώσεις. Ο κύριος λόγος όμως που οι αιτητές ανέφεραν ότι εγκατέλειψαν τη χώρα τους ήταν το πρόβλημα με το παιδί τους και η αντιμετώπιση του ευρύτερου εκπαιδευτικού συστήματος για το οποίο, ως παρουσιάζεται, δεν υπήρχε καμία απολύτως επιλογή. Όπως και στην υπόθεση Jahangir Alam v. Δημοκρατίας - ανωτέρω - , η αναφορά σε διάφορα προβλήματα (εκεί και οικονομικά), δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη εξουδετέρωση του ουσιαστικού λόγου που οδηγεί ένα αιτητή ασύλου να εγκαταλείψει τη χώρα του ώστε να θεωρείται αναξιόπιστος. Είναι εμφανές μέσα από τις συνεντεύξεις των αιτητών ότι υπήρχε ένας γενικότερος φόβος λόγω της αντίδρασης τους και ιδιαίτερα της αιτήτριας ενάντια στο όλο σύστημα στο Ιράν, μεγιστοποιούμενο λόγω της ένταξης του παιδιού τους στις ομάδες Basij. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν σε διαπίστωση πλάνης εφόσον οι αναφορές των αιτητών δεν έτυχαν της ορθής απόδοσης από την Αναθεωρητική Αρχή, με αποτέλεσμα να πάσχει η προσβαλλόμενη πράξη και από λανθασμένη αιτιολογία. Γενικά διαπιστώνεται από την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής ότι δεν έγινε επαρκής έρευνα, δόθηκε έμφαση λανθασμένα σε σημεία που ήταν ήσσονος σημασίας, καθώς επίσης και ότι ενώ ορθά κρίθηκε να δοθεί η ευκαιρία στους αιτητές να έχουν δεύτερη συνέντευξη ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού της Αναθεωρητικής Αρχής λόγω των πλημμελειών που εντοπίστηκαν κατά την πρώτη συνέντευξη, εν τούτοις αντιφατικά αναφέρεται ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου είχε περισυνελέξει και έλαβε υπόψη τα δεδομένα που είχε ενώπιον της και ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε την αίτηση για άσυλο. Μπορεί εδώ να προστεθεί επίσης ότι το σκεπτικό της Αναθεωρητικής Αρχής υιοθετεί τη θέση ότι ορθά ο λειτουργός ασύλου είχε καταλήξει στην άποψη ότι οι αιτητές δεν είχαν αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα μετά το περιστατικό στο σχολείο και δεν είχαν πρόβλημα να αναχωρήσουν νόμιμα από τη χώρα . Ενώ στη σελ. 3 του σκεπτικού της Αναθεωρητικής Αρχής διαπιστώνεται ότι λανθασμένα ο λειτουργός ασύλου ανέφερε ότι οι αιτητές είχαν φύγει από το αεροδρόμιο, εν τούτοις συμφωνεί ότι δεν θα ήταν εύκολο να εγκαταλείψουν νόμιμα τη χώρα καταγωγής εάν όντως αντιμετώπιζαν φόβο δίωξης, ενώ δεν είχαν ούτε πρόβλημα κατά το διάστημα μεταξύ του περιστατικού και της αναχώρησης τους από το Ιράν. Παρατηρείται όμως ότι κατά πλάνη δεν δόθηκε έμφαση στο ότι το γεγονός ότι νόμιμα έφυγαν από τη χώρα, δεν επενεργεί κατ΄ ανάγκην εναντίον της αξιοπιστίας τους εφόσον είχε εξηγηθεί από τους ίδιους ότι εγκατέλειψαν το σπίτι τους ουσιαστικά την ημέρα του επεισοδίου στο σχολείο, παρέμειναν κρυμμένοι σε φιλικό τους σπίτι και στη συνέχεια αναχώρησαν για την Τουρκία, σε χρόνο δηλαδή που ήταν πολύ σύντομος σε σχέση με το επεισόδιο προς κινητοποίηση των αρμοδίων αρχών. Επίσης φαίνεται να μην δόθηκε σημασία στο γεγονός ότι οι αιτητές υπέβαλαν αμέσως το αίτημα τους για πολιτικό άσυλο στη Δημοκρατία, γεγονός που τείνει να υποστηρίξει γενικότερα την αξιοπιστία τους ως προς το ότι ήθελαν να αποσαφηνίσουν έγκαιρα τη θέση τους. Ευρύτερα, το δικαίωμα στη μόρφωση που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου Ι της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περιλαμβάνει, όπως έχει εξηγηθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκου Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το δικαίωμα των γονιών να αποφασίζουν σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές τοποθετήσεις τη μόρφωση που πρέπει να ακολουθούν τα παιδιά τους. πριν βεβαίως την ενηλικίωση τους, οπότε και θα είναι σε θέση να αποφασίζουν από μόνα τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Jacobs, White & Ovey "The European Convention on Human Rights", 5η έκδ.

(2010)σελ. 512 με αναφορά στη δεύτερη πρόταση του Άρθρου 2 : «The rights protected by the second sentence are rights of parents, and so the focus will be on education provided before the children reach adulthood and can make their own decisions. The Strasbourg Court has also indicated that one of the purposes of the provision is to operate as a check against possible indoctrination: 'The State is forbidden to pursue an aim of indoctrination that might be considered as not respecting parents? religious and philosophical convictions. That is the limit that must not be exceeded.' (με αναφορά στην υποσημείωση 39 στην υπόθεση Kjeldsen, Busk Madsen and Pedersen v. Denmark Appl. No. 5095/71, 5920/72 and 5926/72, 7 December 1976). The effect of the second sentence of the article on parental choice allows parents either to enroll their children in State education, to withdraw their children from the State system and educate them privately whether at a private school or at home, or to enforce respect for their religious and philosophical convictions by alleging a violation of the second sentence of Article 2. It allows a significant parental influence on both the organization and content of educational provision.» Αναφέρεται επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στις σελ. 506-507, ότι η έννοια της εκπαίδευσης λογίζεται με ευρεία αντίληψη και ενώ τα πλείστα δικαιώματα εκπαίδευσης απολαμβάνονται από το μαθητή ή το φοιτητή, οι γονείς έχουν ένα αυτοτελές και χωριστό δικαίωμα να τυγχάνουν οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις σεβασμού ως προς την εκπαίδευση των παιδιών τους. Αναγνωρίζεται επίσης ότι το δικαίωμα στην εκπαίδευση αφορά όχι μόνο τη δημοτική εκπαίδευση, αλλά και τη μέση και την ανώτερη, ενώ το δικαίωμα αυτό συνδυάζεται και με τα δικαιώματα που προστατεύονται από τα Άρθρα 8-10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και πρέπει να ερμηνεύεται μέσα σ΄ αυτό το πνεύμα. Αναφέρεται επίσης στο σύγγραμμα της Helene Lambert: "The position of alines in relation to the European Convention on Human Rights", 3η έκδ.
(2006)Council of Europe Publishing στη σελ. 46, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει απορρίψει την πιθανότητα το Άρθρο 2 να ενεργοποιείται όπου η απέλαση θα ισοδυναμούσε ή θα είχε ως αποτέλεσμα την άρνηση του δικαιώματος σε εκπαίδευση στη χώρα προορισμού. Η Δημοκρατία ως μέλος από το 2004 της Ευρωπαϊκής οικογένειας πρέπει κατά την εξέταση ασύλου, όπως την παρούσα, να εφαρμόζει τόσο τη νομοθεσία και τη νομολογία περί προσφύγων, όσο και τα κριτήρια που καθορίζονται για την παροχή συμπληρωματικής προστασίας ή ανθρωπιστικής προσωρινής προστασίας υπό το φως και των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, που έχει βέβαια την απόλυτη αντιστοιχία της στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως ανεφέρθη και στην Seyfallah Mozafar Sarmadi - ανωτέρω -, «ως καταδίωξη δεν ορίζεται μόνο η απειλή θανάτου ή σωματικής βίας που επικαλέστηκε ο αιτητής αλλά και η αποστέρηση της θρησκευτικής ελευθερίας ή η παρεμπόδιση των ατομικών του δικαιωμάτων». Και είναι βέβαια ατομικό δικαίωμα η επιλογή της εκπαίδευσης και του τρόπου αυτής. Υπό το φως όλων των ανωτέρω οι προσφυγές επιτυγχάνουν. Αποσυνδέονται για σκοπούς έκδοσης απόφασης. Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται με συνολικό ποσό εξόδων €1.500 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ αμφοτέρων των αιτητών και εναντίον των καθ΄ων. Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ [i] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.