ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΛΙΑ κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1611/2008, 28 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1611/2008) 28 Φεβρουαρίου, 2011 [ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΗΛΙΑ
- ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΠΑΠΟΥΤΣΟΥ, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ
- ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Καθ΄ων η αίτηση. _______________ Α. Σ. Αγγελίδης, για τους Αιτητές. Φιλ. Κωμοδρόμος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ, Δ.: Οι αιτητές αξιώνουν ακύρωση της απόφασης των καθ΄ων η αίτηση, η οποία δημοσιεύθηκε στις Εβδομαδιαίες Διαταγές στις 15.9.2008, σύμφωνα με την οποία προήχθηκαν, ύστερα από επανεξέταση μετά από σειρά ακυρωτικών αποφάσεων, τα πέντε ενδιαφερόμενα μέρη, αναδρομικά από 1.10.2001, στη θέση Υπαστυνόμου στην Πυροσβεστική Υπηρεσία. Η προσβαλλόμενη απόφαση προέκυψε ύστερα από τρίτη επανεξέταση, η οποία κατέστη αναγκαία μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην επιτυχή προσφυγή που καταχώρησαν οι ίδιοι αιτητές εναντίον προηγούμενης απόφασης των καθ΄ ων η αίτηση, στην υπόθεση Ηλία κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 81/2006, ημερομηνίας 13.5.
- Είχαν προηγηθεί άλλες δύο προσφυγές των αιτητών σε δύο διαφορετικές διαδικασίες, η προσφυγή υπ΄ αρ. 643/2003, ημερομηνίας 16.5.2005 και οι προσφυγές υπ΄ αρ. 911/2001 και 987/2001, ημερομηνίας 17.3.
- Στην απόφαση του Δικαστηρίου στην προσφυγή υπ΄ αρ. 81/2006, ανωτέρω, κρίθηκε ότι η διαμόρφωση του έντυπου αξιολόγησης, με την κατανομή των δύο μονάδων του κριτηρίου της αρχαιότητας στα υπόλοιπα κριτήρια, αποτελεί λόγο ακύρωσης εφ΄ όσον συνιστά αυθαίρετη εισαγωγή μεταγενέστερων στοιχείων, άλλων από εκείνα που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπροσθέτως κρίθηκε ότι η αρχαιότητα εξουδετερώθηκε, εφ΄ όσον ελήφθη πρωτίστως υπ΄ όψιν η βαθμολογία που συγκέντρωσαν οι υποψήφιοι από όλα τα άλλα στοιχεία, πλην της αρχαιότητας, χωρίς να γίνεται αναφορά σ΄ αυτή. Συμμορφούμενος με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο Αρχηγός της Αστυνομίας διαμόρφωσε ανάλογα το νέο έντυπο αξιολόγησης που θα χρησιμοποιείτο από το Συμβούλιο Κρίσεως κατά την επανεξέταση, για το οποίο και εξασφάλισε την απαιτούμενη έγκριση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Ακολούθησε η συνεδρία του Συμβουλίου Κρίσεως στις 15.7.2008, κατά την οποία καθορίστηκαν τα αντικειμενικά μετρήσιμα υποκριτήρια του ειδικού εντύπου αξιολόγησης. Το Συμβούλιο Κρίσεως αποφάσισε τη διεξαγωγή προσωπικών συνεντεύξεων και καθόρισε τη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Το Συμβούλιο στις 6.8.2008, αφού μελέτησε τις εκθέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης, τις αξιολογήσεις των προσωπικών φακέλων και των ατομικών δελτίων, αλλά και μετά την αξιολόγηση των προσωπικών συνεντεύξεων των υποψηφίων, προχώρησε στον καταρτισμό του πίνακα συστηνομένων για προαγωγή κατ΄ αλφαβητική σειρά. Στον κατάλογο συμπεριλαμβάνονταν τόσο οι αιτητές, όσο και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Στη συνέχεια ο Αρχηγός της Αστυνομίας αφού έλαβε υπ΄ όψιν τις σχετικές εκθέσεις για κάθε ένα υποψήφιο για προαγωγή, μεταξύ των οποίων και την αξιολόγηση και βαθμολογία του Συμβουλίου Κρίσεως, συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία στο σύνολό τους, έλαβε υπ΄ όψιν το πρόσθετο προσόν όπως αυτό καθορίζεται από τον κανονισμό 3 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 1989, Κ.Δ.Π. 52/89 και αποφάσισε να ακολουθήσει πιστά τη σειρά βαθμολογίας, επιλέγοντας τα πέντε ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία έκρινε ότι υπερείχαν των άλλων υποψηφίων σε αξία και προσόντα. Ο Αρχηγός προέβη παράλληλα σε αναφορά στην αρχαιότητα και στην υπεροχή των αιτητών στο κριτήριο αυτό, παρατηρώντας ταυτοχρόνως ότι η διαφορά αυτή ανατρέπεται από τους παράγοντες αξία και προσόντα. Στη συνέχεια ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 17
(1)του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν. 73(Ι)/2004, ως έχει τροποποιηθεί, παρέσχε στις 27.8.2008 την κατά νόμο έγκρισή του για την προαγωγή των πέντε ενδιαφερομένων μερών. Οι αιτητές ισχυρίζονται παραβίαση του δικαστικού δεδικασμένου γιατί εσφαλμένα το Συμβούλιο Κρίσεως κατά την επανεξέταση διεξήγαγε νέες προφορικές συνεντεύξεις. Κι΄ αυτό επειδή οι συνεντεύξεις που διεξήχθηκαν κατά την προηγούμενη επανεξέταση κρίθηκαν νόμιμες από το Δικαστήριο και δεν επηρεάστηκαν καθόλου από το ακυρωτικό αποτέλεσμα. Το νέο Συμβούλιο Κρίσεως όφειλε, υποστηρίζουν, να επανεξετάσει από το σημείο που κρίθηκε άκυρη η διαδικασία. Στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή υπ΄ αρ. 81/2006, με βάση την οποία έγινε η επανεξέταση, κρίθηκε ότι ορθά διεξήχθη νέα συνέντευξη από το Συμβούλιο Κρίσεως, η οποία και ήταν υποχρεωτική με βάση τον Κανονισμό 8
(2)της Κ.Δ.Π. 52/89. Αυτό μάλιστα έγινε, όπως καταγράφεται στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε συμμόρφωση με το δεδικασμένο της προηγούμενης από την παρούσα ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία κρίθηκε ότι η επανεξέταση έπασχε και για το λόγο ότι το Συμβούλιο Κρίσεως με νέα σύνθεση, έλαβε υπ΄ όψιν τη βαθμολογία του προηγούμενου Συμβουλίου. Η διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης από το προηγούμενο Συμβούλιο Κρίσεως στην προηγούμενη της παρούσας διαδικασίας επανεξέταση ήταν νόμιμη, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σύνθεση του Συμβουλίου Κρίσεως είχε εν τω μεταξύ αλλάξει και συνεπώς υπό τη νέα σύνθεση όφειλε να διεξάγει την παρούσα διαδικασία επανεξέτασης και να προβεί σε νέα προσωπική συνέντευξη. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι το δεδικασμένο παραβιάστηκε επίσης γιατί έγινε αναιτιολόγητα ο καταμερισμός των επιπρόσθετων 8 μονάδων από το Συμβούλιο Κρίσεως με βάση τα στοιχεία του προσωπικού φακέλου και ατομικού δελτίου των υποψηφίων. Υποστηρίζουν, ακολούθως, ότι η απονομή αυτή των μονάδων με βάση τα στοιχεία του προσωπικού φακέλου και ατομικού δελτίου των υποψηφίων δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά ούτε να ασκείται κατά κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας ή κατά παραβίαση της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη. Ισχυρίζονται δε ότι ο τρόπος κατανομής των μονάδων είναι παντελώς αναιτιολόγητος και αναφέρονται ειδικότερα στο κριτήριο 8 «ακαδημαϊκά προσόντα πέραν του απολυτηρίου εξατάξιας σχολής - άλλες εξετάσεις - διπλώματα» όπου δόθηκε ανώτατη βαθμολογία 1 μονάδα. Επισημαίνουν ότι ο αιτητής 1, ενώ κατέχει τα πιο κάτω πιστοποιητικά και εκπαιδεύσεις δεν του παραχωρήθηκε οποιαδήποτε βαθμολογία στο κριτήριο αυτό. Ο αιτητής 1 είναι κάτοχος πιστοποιητικού εκπαιδευτή Α΄ Βοηθειών, από το Τάγμα Αγίου Ιωάννη Κύπρου, κάτοχος πιστοποιητικού εκπαίδευσης υπαξιωματικών της Πυροσβεστικής Σχολής, ενώ παρακολούθησε εκπαίδευση πυροπροστασίας στο Αρχηγείο Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και έτυχε εκπαίδευσης διάρκειας μιας εβδομάδας σε «χημικά υλικά». Κατέχει ακόμα πιστοποιητικό διήμερου σεμιναρίου με θέμα «αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών», ενώ παρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και μαθήματα τετάρτου έτους στην αγγλική γλώσσα. Ο αιτητής 2 έχει εις πίστιν του εκπαίδευση υπαξιωματικών, πρόληψη και αντιμετώπιση τροχαίων ατυχημάτων, σεμινάρια επικίνδυνων χημικών υλικών και πρόγραμμα εκπαίδευσης ναυαγοσωστικής. ΄Ανκαι κατείχε τις πιο πάνω εκπαιδεύσεις, στο στοιχείο «4», έλαβε μόνο 0.60 από σύνολο μιας μονάδας που δικαιούτο στο στοιχείο αυτό, χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτό. Προκύπτει, υποστηρίζουν οι αιτητές, από τα έντυπα ότι το Συμβούλιο Κρίσεως απέδωσε αναιτιολόγητα και αυθαίρετα στον κάθε υποψήφιο κάποιες επιπρόσθετες μονάδες. Δεν εξηγήθηκε γιατί επιλεκτικά καθορίστηκε η ανώτατη μονάδα στο κάθε κριτήριο, ενώ τονίζουν το γεγονός ότι με το νέο αναθεωρημένο έντυπο, οι μονάδες που έδωσε το Συμβούλιο Κρίσεως με βάση και πάλι τα στοιχεία των φακέλων, διαφοροποιήθηκαν ιδιαίτερα με μείωση. Όλα τα πιο πάνω, εισηγούνται, αποτελούν δείγματα υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη διοίκηση. Το πιο πάνω επιχείρημα θα πρέπει να απορριφθεί. Το δικαστήριο στην απόφασή του στην υπόθεση υπ΄ αρ. 81/2006, έκρινε ότι ορθά αφαιρέθηκαν οι δύο μονάδες του κριτηρίου της αρχαιότητας σύμφωνα με το δεδικασμένο προηγούμενης ακυρωτικής απόφασης του δικαστηρίου. Κρίθηκε όμως ότι η διαμόρφωση του εντύπου με την κατανομή των δύο μονάδων του κριτηρίου της αρχαιότητας στα υπόλοιπα κριτήρια αποτελεί αυθαίρετη εισαγωγή μεταγενέστερων στοιχείων, άλλων από εκείνα που ίσχυαν στον ουσιώδη χρόνο. Σε συμμόρφωση με την πιο πάνω απόφαση ετοιμάστηκε το νέο ειδικό έντυπο για να χρησιμοποιηθεί από το Συμβούλιο Κρίσεως, μόνο και μόνο για την επανεξέταση των πιο πάνω ακυρωθεισών προαγωγών. Το έντυπο αναφέρεται σε εννιά κριτήρια τα οποία αξιολογεί συνολικά με 8 μονάδες. Το Συμβούλιο Κρίσεως στις 15.7.2008 καθόρισε υποκριτήρια με βάση τα οποία θα αξιολογούνταν οι υποψήφιοι. Είναι εμφανής η κατανομή της ειδικής βαθμολογίας για κάθε κριτήριο χωριστά. Με βάση τη βαθμολογία αυτή, θεωρώ ότι ο τρόπος κατανομής των 8 μονάδων από το Συμβούλιο Κρίσεως των υποψηφίων, είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένος. Πράγματι, με βάση τα στοιχεία που οι δύο αιτητές έδωσαν για τα πιστοποιητικά και τις εκπαιδεύσεις τους, δεν δικαιολογείται η μη απόδοση μονάδων για το κριτήριο αυτό. Η βαθμολογία που δόθηκε συγκρούεται με τα συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού τους φακέλου, αλλά επειδή πρόκειται για απώλεια μίας μονάδας για τον αιτητή 1 και 0.40 της μονάδας για τον αιτητή 2, σε συνολική βαθμολογία 71.58 και 74.97 των αιτητών αντιστοίχως, έναντι της ψηλότερης βαθμολογίας για τα ενδιαφερόμενα μέρη 84.25 και της χαμηλότερης 80.27, διαπιστώνω ότι η κατάσταση πραγμάτων δεν θα επηρεαζόταν ουσιωδώς, εφ΄ όσον και αυτές οι μονάδες προστίθεντο στους αιτητές, αφού, και έτσι αν είχαν τα πράγματα, αυτοί θα υπολείπονταν των πέντε ενδιαφερομένων μερών, με αποτέλεσμα να μην μπορούσαν να διεκδικήσουν προαγωγή στις επίδικες θέσεις. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι παραβιάστηκε το δεδικασμένο, αυτή τη φορά γιατί εξουδετερώθηκε το κριτήριο της αρχαιότητας κατά παράβαση των προηγούμενων ακυρωτικών αποφάσεων και του Κανονισμού 3
(2)της Κ.Δ.Π. 52/89. Οι αιτητές παραπέμπουν ειδικά στην ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ηλία κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 911/01 κ.α., ημερομηνίας 17.3.2003, που γίνεται αναφορά στον Κανονισμό 3
(2)σύμφωνα με τον οποίο η αρχαιότητα θα λαμβάνεται υπ΄ όψιν, αλλά δεν θα αφήνεται να ρυθμίζει την προαγωγή, ενώ θα δίδεται μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην αξία και τα προσόντα. Στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1994)3 Α.Α.Δ. 77, όπου τονίστηκε ότι το γεγονός πως ο παράγοντας της αρχαιότητας δεν είναι ρυθμιστικός για τις διεκδικήσεις και υπολείπεται σε σπουδαιότητα των άλλων παραγόντων που προσδιορίζουν την αξία των υποψηφίων, δεν εξουδετερώνει, ούτε καταργεί τη σημασία του ως ουσιώδες στοιχείο κρίσης για την καταλληλότητα των υποψηφίων για προαγωγή. Στην εισήγησή του ο Αρχηγός της Αστυνομίας αναφέρεται ρητά στο κριτήριο της αρχαιότητας και αναφερόμενος αναλυτικά στα πέντε ενδιαφερόμενα μέρη εξηγεί ότι η διαφορά στη βαθμολογία που προσδίδεται στον κάθε ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη είναι τόσο μεγάλη, που η τυχόν διαφορά που υπάρχει στο κριτήριο «αρχαιότητα» δεν μπορεί να υπερκαλύψει τη διαφορά που υπάρχει στα κριτήρια «αξία» και «προσόντα». Οι αιτητές επισημαίνουν ότι η υπεροχή των ενδιαφερομένων μερών συνίσταται βασικά στο υποκειμενικό στοιχείο της αναιτιολόγητης προφορικής συνέντευξης. Οι καθ΄ων η αίτηση απορρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό υποστηρίζουν ότι τόσο το Συμβούλιο Κρίσεως όσο και ο Αρχηγός κατά την επανεξέταση έλαβαν υπ΄ όψιν και το κριτήριο της αρχαιότητας σε συμμόρφωση με το δεδικασμένο. Παραπέμπουν ειδικά στην επιστολή του Αρχηγού προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, όπου γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο κριτήριο της αρχαιότητας, τονίζοντας ότι η διαφορά στην αρχαιότητα δεν είναι τέτοια που να μπορούσε να υπερκαλύψει τη διαφορά στα άλλα δύο κριτήρια. Πράγματι, η διαφορά σε αρχαιότητα των αιτητών έναντι των ενδιαφερομένων μερών είναι μεγάλη και κυμαίνεται μεταξύ 3 και 13 χρόνων. Στην απόφαση στις υποθέσεις υπ΄ αρ. 911/01 κ.α., κρίθηκε ότι ο καταμερισμός των συγκεκριμένων μονάδων στην αρχαιότητα, για τα χρόνια υπηρεσίας των υποψηφίων ήταν παράνομος, εφ΄ όσον εξομοιωνόταν ο αρχαιότερος με το νεότερο υποψήψιο. Στην απόφαση στην υπόθεση υπ΄ αρ. 81/06 κρίθηκε ότι ορθά διαγράφηκαν οι δύο μονάδες του κριτηρίου της αρχαιότητας στο ειδικό έντυπο και ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας αποφασίζοντας υπέρ των ενδιαφερομένων μερών λαμβάνοντας υπ΄ όψιν πρώτιστα τη βαθμολογία που συγκέντρωσαν σε όλα τα καθορισθέντα στοιχεία, εξουδετέρωνε την αρχαιότητα. Στην παρούσα διαδικασία ο Αρχηγός της Αστυνομίας ενεργώντας με βάση το πιο πάνω δεδικασμένο ως προς την αρχαιότητα, προέβη σε ιδιαίτερη αναλυτική παράθεση των στοιχείων των υποψηφίων και σε αντιπαραβολή τους. Μάλιστα τόνισε και στις πέντε περιπτώσεις των πέντε ενδιαφερομένων μερών ότι οι δύο αιτητές υπερείχαν αυτών στην αρχαιότητα και παρέπεμψε στο σχετικό πίνακα κατά σειρά βαθμολογίας που ετοίμασε το Συμβούλιο Κρίσεως. Στο σημείο αυτό ίσως να έχει σημασία αναφορά στον κανονισμό 3
(2)ο οποίος προβλέπει ότι η αρχαιότητα λαμβάνεται υπ΄ όψιν, αλλά δεν θα αφήνεται να ρυθμίζει την προαγωγή, αφού δίδεται μεγαλύτερη σπουδαιότητα στην αξία και τα προσόντα. Η βαθμολογία της Επιτροπής Αξιολόγησης είναι περίπου ισοδύναμη, τόσο για τα ενδιαφερόμενα μέρη, όσο και για τους δύο αιτητές. Στη βαθμολογία του προσωπικού φακέλου οι αιτητές υπερέχουν ελάχιστα μόνο του ενδιαφερόμενου μέρους Κατσίφλη με τον αιτητή 1 να έχει βαθμολογία 2.65 προς 2.40 και τον αιτητή 2, 2.90 προς 2.
- Όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν, σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις επιδεικτικά των αιτητών, όπως για παράδειγμα ο Χατζηβασιλείου με 4.70 και ο Νέστωρος με
- Σημαντική διαφορά έχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη έναντι των αιτητών στη βαθμολογία της προσωπικής συνέντευξης, με τα ενδιαφερόμενα μέρη να πετυχαίνουν βαθμούς άνω του 32 μέχρι και 38 και των αιτητών γύρω στο
- Γενικά τα ενδιαφερόμενα μέρη υπερέχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο των δύο αιτητών πλην του κριτηρίου της αρχαιότητας στο οποίο οι αιτητές υπερισχύουν σημαντικά. Όμως ο κανονισμός 3 παρέχει τα πλαίσια μέσα στα οποία το κριτήριο της αρχαιότητας θα πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν. ΄Οσο και αν είναι επισφαλές αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι οι υφιστάμενες αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια ετών, προσόντα, πτυχία κλπ, να επισκιάζονται από υποκειμενικά κριτήρια, όπως είναι το αποτέλεσμα προφορικών συνεντεύξεων το αποτέλεσμα των οποίων είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτο, εν τούτοις, δεν μπορώ να δεχτώ στην παρούσα υπόθεση ότι έχει παραβιαστεί το δεδικασμένο. Στην αξία και προσόντα υπερέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη, ενώ οι αιτητές υπερέχουν σε αρχαιότητα. Ενεργώντας μέσα στο πνεύμα του κανονισμού 3
(2)ο Αρχηγός επέλεξε να δώσει μεγαλύτερη σημασία στα άλλα δύο κριτήρια. Δεν παραγνωρίζω ότι στη συνολική βαθμολογία τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν μέχρι και πέραν των 10 μονάδων διαφορά από τους αιτητές (συνολική βαθμολογία Ε.Μ. Μπάκκα 84.25 και αιτητή 1, 71.58). Πριν καταλήξω, θα ήθελα να αναφερθώ στη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν οι αιτητές αναφορικά με την αρχαιότητα. Η νομολογία αυτή βασικά αναφέρεται στη λανθασμένη αποτίμηση της αρχαιότητας σε μονάδες, αφού παρείχετο η ίδια βαθμολογία για αρχαιότητα 15 χρόνων, όσο και για αρχαιότητα 8 και 12 χρόνων. Δεν είναι ακριβής ούτε ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η υπεροχή των ενδιαφερομένων μερών συνίσταται βασικά στο στοιχείο της αναιτιολόγητης προφορικής συνέντευξης. Όπως είδαμε και προηγουμένως, τα ενδιαφερόμενα μέρη, πλην του Κατσίφλη, ο οποίος έχει βαθμολογία ελαφρά χαμηλότερη των αιτητών, προηγούνται σαφώς στη βαθμολογία προσωπικού φακέλου, εκτός βέβαια και από τη βαθμολογία της προσωπικής συνέντευξης. Η προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει. Φρ. Νικολαΐδης, Δ. ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο