← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΚΑΖΑΜΙΑ ΚΩΣΤΑΡΑ ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 424/2008, 11 Απριλίου 2011

ΜΑΡΙΑ ΚΑΖΑΜΙΑ ΚΩΣΤΑΡΑ ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 424/2008, 11 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ [Υπόθεση Αρ. 424/2008] 11 Απριλίου, 2011 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ΚΑΖΑΜΙΑ ΚΩΣΤΑΡΑ Αιτήτρια ν. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Γ. Βαλιαντής για Λ. Παπαφιλίππου για την αιτήτρια. Κ. Ιωαννίδης για τους καθ' ων η αίτηση. Π. Πετράκης για την ενδιαφερόμενη. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Η αιτήτρια βρισκόταν στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση, με σύμβαση, στη θέση Λειτουργού Νεολαίας. Η ενδιαφερόμενη Σ. Παππουτή βρισκόταν στην υπηρεσία των καθ' ων η αίτηση, επίσης με σύμβαση, ως Επιστημονικά Υπεύθυνη του Κέντρου Πρόληψης. Στις 5.12.07 οι καθ' ων η αίτηση διόρισαν, χωρίς δημοσίευση της θέσης, την αιτήτρια στη μόνιμη θέση Λειτουργού Νεολαίας και την ενδιαφερόμενη στη μόνιμη θέση Λειτουργού Νεολαίας Α΄. Αντικείμενο της προσφυγής είναι ο διορισμός της ενδιαφερομένης. Στο στάδιο των διευκρινήσεων, όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος για την αιτήτρια ανέφερε πως η ενδιαφερόμενη δεν κατείχε θέση στον Οργανισμό από την οποία θα ήταν δυνατό να διοριστεί στην επίδικη θέση, ρώτησα αν είχε τεθεί, ως τότε, τέτοιο θέμα. Η απάντηση ήταν καταφατική και συγκατένευσαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερομένης πως το θέμα εντάσσεται στα υπό συζήτηση. Επεξηγήθηκε, λοιπόν, ως ακολούθως η θέση της αιτήτριας. Ο διορισμός της ενδιαφερομένης, γενόμενος δυνάμει του άρθρου 11Β του περί Οργανισμού Νεολαίας Νόμου του 1994 (Ν. 33(Ι)/94 όπως ειδικά τροποποιήθηκε με το Ν. 151(Ι)/07) ήταν αδύνατος γιατί έλειπαν βασικές προϋποθέσεις όπως αυτές ρητά τίθενται. Η ενδιαφερόμενη δεν κατείχε, πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου, θέση στον Οργανισμό κάτω από τον ίδιο τίτλο. Στην πραγματικότητα δεν κατείχε καν μόνιμη θέση στον Οργανισμό, έστω με σύμβαση. Το γεγονός ότι εκ των υστέρων, μετά τον Τροποποιητικό Νόμο και τη δημοσίευση των σχεδίων υπηρεσίας της θέσης, στη συνέχεια, το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού κατάργησε τη θέση που ως τότε κατείχε η ενδιαφερόμενη, τη θέση δηλαδή του Επιστημονικά Υπεύθυνου του Κέντρου Πρόληψης, την οποία ταυτόχρονα μετονόμασε σε Λειτουργό Νεολαίας Α΄ με καθήκοντα Πρόληψης, δεν θα ήταν δυνατό να εντάξει την περίπτωση στις διατάξεις του άρθρου 11Β. Στο πλαίσιο αυτής της τοποθέτησης, η αιτήτρια ευθέως αναγνώρισε πως ούτε εκείνη, που επίσης δεν κατείχε θέση κάτω από τον ίδιο τίτλο, δεν θα ήταν δυνατό να διοριστεί στη θέση Λειτουργού Νεολαίας Α΄ κατ' εφαρμογή του άρθρου 11Β. Ως νομιμοποιητικό της δε έρεισμα για την άσκηση της προσφυγής προσδιόρισε τη στέρηση της δυνατότητας να διεκδικήσει τη θέση άλλως, εφόσον αυτή δεν δημοσιεύθηκε ακριβώς κάτω από την πλανημένη αντίληψη ότι ήταν δυνατό να πληρωθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 11Β. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους καθ' ων η αίτηση και την ενδιαφερόμενη, κινούμενοι στην ίδια λογική, υποστήριξαν κατά τις διευκρινήσεις πως, στην πραγματικότητα, ορθά χρησιμοποιήθηκε το άρθρο 11Β και πως η ενδιαφερόμενη ήταν η μόνη υπάλληλος που ήταν δυνατό να διοριστεί δυνάμει του. Το άρθρο 11Β προβλέπει ως ακολούθως: «Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καμιά δημοσίευση δεν γίνεται για κενή μόνιμη θέση στον Οργανισμό, σε περίπτωση κατά την οποία υπηρετεί σ' αυτόν υπάλληλος, που είχε προσληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του περί Οργανισμού Νεολαίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2007, κατόπιν επιλογής με σύμβαση σε μόνιμη θέση κάτω από τον ίδιο τίτλο, οπότε πληρούται η κενή αυτή θέση από το Συμβούλιο, αφού τηρηθούν οι σχετικές με την έγκριση πλήρωσης κενών θέσεων διαδικασίες, με το διορισμό του υπαλλήλου που υπηρετεί.» Επομένως, εφόσον θα εφαρμοζόταν αυτό το άρθρο, δεν ετίθετο ζήτημα σύγκρισης και επιλογής. Η αιτήτρια, λοιπόν, κατά τις διευκρινήσεις και πάλιν, εισηγήθηκε πως κακώς οι καθ' ων η αίτηση και η ενδιαφερόμενη, στις αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν στη συγκριτική αξία των δυο υποστηρίζοντας πως η ενδιαφερόμενη υπερείχε εκδήλως. Η εικόνα, όμως, από την προσφυγή, τα νομικά της σημεία, τα γεγονότα και τις αγορεύσεις είναι εντελώς διαφορετική. Κατ' αρχάς, στην ίδια τη θεραπεία, η αιτήτρια παραπονείται για το διορισμό της ενδιαφερομένης «αντί της αιτήτριας και/ή στη θέση της αιτήτριας». Στα νομικά σημεία, ενώ περιλαμβάνεται και πληθώρα θέσεων εμφανώς μη δυνάμενων να συσχετισθούν με οποιοδήποτε τρόπο με την υπόθεση, δεν υπάρχει αναφορά καν στο άρθρο 11Β. Ενώ στα γεγονότα της προσφυγής, εξ αρχής, η ίδια η αιτήτρια υποστηρίζει πως υπερέχει εκδήλως της ενδιαφερομένης. Ισχυρισμός που προβάλλεται και στην αγόρευσή της, μαζί με την αναφορά για μη δημοσίευση και έλλειψη αιτιολογίας, ως λόγος ακυρότητας. Παράλληλα με τον ισχυρισμό πως κατά πλάνη θεωρήθηκε ότι η ενδιαφερόμενη κατείχε το απαιτούμενο από το σχέδιο υπηρεσίας προσόν της «πενταετούς τουλάχιστον πείρας σχετικής με τα καθήκοντα της θέσης». Οι καθ' ων η αίτηση και η ενδιαφερόμενη, με την αντίληψη πως η προσβαλλόμενη απόφαση βασίστηκε ρητά στο άρθρο 11Β, αφού αντέκρουσαν τους ισχυρισμούς για υπεροχή της αιτήτριας σε προσόντα ή άλλα, θεωρούν πως, εν πάση περιπτώσει, η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην άσκηση προσφυγής. Περαιτέρω πως η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη. Η πρώτη προδικαστική ένσταση είχε στη βάση της το γεγονός ότι η αιτήτρια είχε, με την ίδια απόφαση της 5.12.07 διοριστεί στη θέση Λειτουργού Νεολαίας, ακριβώς κατ' εφαρμογή του άρθρου 11Β. Οπότε ουσιαστικά επιδοκίμαζε και ταυτόχρονα αποδοκίμαζε την εφαρμογή του ίδιου άρθρου στην περίπτωση της ενδιαφερομένης. Θα έπρεπε, όπως είναι η εισήγησή τους, εφόσον θα αμφισβητούσε το κύρος του διορισμού της ενδιαφερομένης, να μην είχε αποδεχτεί το δικό της διορισμό. Δεν θα συμφωνούσα, όμως, πως και εφόσον και οι δυο διορισμοί είχαν γίνει κατ' εφαρμογή του άρθρου 11Β θα εδημιουργείτο ζήτημα ως προς τη νομιμοποίηση της αιτήτριας, ενόψει της θέσης πως ενώ ήταν δυνατός ο δικός της διορισμός στη θέση Λειτουργού Νεολαίας δυνάμει του 11Β αφού στην περίπτωσή της πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου, αντίθετα, ήταν αδύνατος ο διορισμός της ενδιαφερομένης, δυνάμει του ίδιου άρθρου, στην ανώτερη θέση του Λειτουργού Νεολαίας Α΄. Ούτως ή άλλως, εφόσον αυτή η ανώτερη θέση θα δημοσιευόταν, θα είχε δικαίωμα, όπως υποστηρίζει, να τη διεκδικήσει. Αυτό δε ανεξάρτητα και από το ότι, όπως αναφέρει, δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι η ενδιαφερόμενη διορίστηκε στην ανώτερη θέση, χωρίς δημοσίευση. Αυτό μας φέρνει στην προδικαστική ένσταση για το εκπρόθεσμο της προσφυγής. Ο σχετικός ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερομένης έχει ως βάση ακριβώς το γεγονός της πληροφόρησης της αιτήτριας για το δικό της διορισμό, με την επιστολή ημερομηνίας 20.12.07 και την επακόλουθη αποδοχή της. Όμως εκείνη η επιστολή αφορούσε μόνο στο διορισμό της αιτήτριας. Δεν γινόταν σ' αυτή αναφορά του διορισμού της ενδιαφερομένης και δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους υποθετικούς συλλογισμούς των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερομένης πως εκ του συνόλου θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί από τότε ότι η ενδιαφερρόμενη διορίστηκε στην ανώτερη θέση. Σημειώνω, συναφώς, τη θέση της αιτήτριας πως αντελήφθη τον επίδικο διορισμό όταν, στις 7.1.08, επανήλθε από την άδειά της και είδε την ενδιαφερόμενη «να αναλαμβάνει καθήκοντα στην επίδικη θέση». Επανέρχομαι στην ουσία. Έχουμε δει τις παλινδρομήσεις και κατ' επιείκεια θα εξετάζονταν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας όπως τους ξεκαθάρισε κατά τις διευκρινήσεις. Δεν χρειάζεται, όμως, να επεκταθώ σε σκέψεις αναφορικά με τον τρόπο αποκατάστασης της δικονομικής τάξης, ενόψει της δήλωσης των καθ' ων η αίτηση και της ενδιαφερομένης πως δεν είχαν ένσταση στη συζήτηση του επίδικου θέματος, όπως αυτό καθορίστηκε κατά τις διευκρινήσεις. Σε κάθε περίπτωση προκύπτει θεμελιώδες πρόβλημα ως ακολούθως: Στις 5.12.07 λήφθηκε κατ' αρχάς απόφαση δυνάμει του άρθρου 11Β για διορισμό της αιτήτριας και άλλων στη θέση Λειτουργού Νεολαίας. Εν τούτοις, ως προς την ενδιαφερόμενη, δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 11Β. Ούτε είναι ορθό πως η απόφαση γι' αυτή στερείτο αιτιολογίας. Στην περίπτωση της ενδιαφερομένης, αφού καταργήθηκε και μετονομάστηκε η θέση που ως τότε κατείχε, κατά τη ρητή αιτιολόγηση που καταγράφηκε, ο διορισμός της έγινε κατ' επίκληση του άρθρου 36 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90 όπως τροποποιήθηκε). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα. «Μετά την κατάργηση των προσωρινών θέσεων που αναφέρονται στις παρ. Γ και Δ ανωτέρω και την αντικατάστασή τους με τις αναφερόμενες μόνιμες θέσεις, το Διοικητικό Συμβούλιο προχώρησε και εξέτασε το θέμα εάν και κατά πόσον δύναται να προχωρήσει στο διορισμό των υπηρετούντων στις υπό κατάργηση προσωρινές θέσεις στις νέες με μόνιμες θέσεις. Το Διοικητικό Συμβούλιο μετά από σοβαρό προβληματισμό, για λόγους δικαιοσύνης και λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την απρόσκοπτη λειτουργία του Οργανισμού με τους υπηρετούντες ευδοκίμως υπαλλήλους στις εν λόγω θέσεις που καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν με μόνιμες θέσεις, αποφασίζει να προβεί στο διορισμό των εν λόγω υπαλλήλων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 36 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου 1/90, χωρίς να προβεί σε δημοσίευση των εν λόγω κενών μόνιμων θέσεων, εφόσον υπηρετούν σ' αυτές ευδοκίμως υπάλληλοι του Οργανισμού. Ενόψει των πιο πάνω αποφασίζει να προσφέρει διορισμό στους πιο κάτω υπαλλήλους με ημερομηνία διορισμού από την 1η Ιανουαρίου 2008 στις αντίστοιχες θέσεις. 1. Σούλλα Παππουτή, στη μόνιμη θέση Λειτουργού Νεολαίας Α΄με καθήκοντα Πρόληψης, στην εγκεκριμένη κλίμακα Α11+2.» Δεν έχει γίνει καν αναφορά από την αιτήτρια στο άρθρο 36. Ούτε στα νομικά σημεία της προσφυγής ούτε στα γεγονότα της ούτε στις αγορεύσεις ούτε κατά τις διευκρινήσεις. Τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν, αρχικώς αλλά και εν τέλει, αφορούν σε ανύπαρκτο υπόβαθρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, εφόσον δεν έχουμε ζήτημα δημόσιας τάξης, δεν είναι επιτρεπτό να επεκταθώ σε σκέψεις αναφορικά με την εμπλοκή του άρθρου 36 του Ν. 1/90 και, στη συνέχεια, αναλόγως, της συνύπαρξης των προϋποθέσεων που εκείνο θέτει. Προσθέτω πως ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ως προς την πείρα της ενδιαφερομένης, που εν πάση περιπτώσει αντικρούεται, όπως υποδεικνύουν οι καθ' ων η αίτηση και η ενδιαφερόμενη με απλή αναφορά στα καθήκοντα που ως τότε εκείνη ασκούσε, δεν έχει τεκμηριωθεί. Τελικά, δεν έχει στοιχειοθετηθεί λόγος ακυρότητας και η προσφυγή απορρίπτεται. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Έχοντας υπόψη πως και οι δυο πλευρές συζήτησαν την υπόθεση πάνω σε λανθασμένη βάση δεν θα εκδώσω διαταγή για έξοδα. Γ. Κωνσταντινίδης, Δ. /μσιαμπαρτά cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.