SERAP DEVEDJOGLOU ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Υπόθεση Αρ. 750/2010, 6 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 750/2010) 6 Μαΐου 2011 [ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δικαστής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 23, 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ SERAP DEVEDJOGLOU, Αιτήτρια, ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Καθ΄Ου η Αίτηση. _________ Γ. Βασιλείου, για την Αιτήτρια. Ε. Φλωρέντζου, δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τον Καθ΄ου η Αίτηση. _________________ ΑΠΟΦΑΣΗ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Η Αιτήτρια είναι Τουρκοκύπρια, γεννηθείσα το 1965 στο Καλό Χωριό Λάρνακας, νυμφευμένη από το 1985 με Τουρκοκύπριο και διαμένουσα στην Πύλα. Το 2005 απέκτησε κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα της δύο ακίνητα στο Καλό Χωριό, τα οποία μεταβιβάσθησαν και ενεγράφησαν στο όνομα της με τη συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Το 2007 η Αιτήτρια συνήψε συμφωνία πωλήσεως των εν λόγω ακινήτων σε Κυπριακή εταιρεία. Κατάθεση του αγοραπωλητήριου και δήλωση πώλησης στο Κτηματολόγιο δεν έγιναν δεκτές καθ΄όσον ο Κηδεμόνας, στον οποίο το Κτηματολόγιο απετάθη, δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του. Στην επιστολή που εστάλη τότε, με ημερομηνία 13.11.2008, από το Κτηματολόγιο στην Αιτήτρια και στον αγοραστή, αναφέρετο ως λόγος για την άρνηση ότι η Αιτήτρια «απέκτησε τα κτήματα μέσα στο 2005, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της, ο οποίος είχε εγκαταλείψει την περιουσία του το 1977 και εγκαταστάθηκε στα κατεχόμενα». Με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 13.7.2009, η Αιτήτρια ζήτησε επανεξέταση του αιτήματός της. Στην και πάλι απορριπτική απάντηση που εδόθη με επιστολή ημερομηνίας 13.4.2010, αναφέρεται ότι: «Γενικά, ισχύει το περιεχόμενο της προς την πελάτιδά σας επιστολής του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. Κ.Χ.Τ.20.3.01.433 και ημερ. 13.11.
- Σημειώνεται ότι η πελάτιδά σας απέκτησε το προς πώληση κτήμα μετά από δωρεάν από τον πατέρα της ο οποίος μετά το 1974 είχε εγκαταλείψει τις ελεύθερες περιοχές και εγκαταστάθηκε στο κατεχόμενο χωριό Γύψου.» Κατά της απόφασης αυτής είναι που στρέφεται η ενώπιον μου προσφυγή. Η Δημοκρατία ήγειρε δύο προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες το Δικαστήριο εκδίκασε προδικαστικά.
- Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη καθ΄ότι εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου.
- Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη καθ΄όσον είναι βεβαιωτική εκείνης της 13.11.
- Εξετάζοντας τη δεύτερη προδικαστική ένσταση η οποία και θεωρώ ότι προέχει, η Αιτήτρια λέγει ότι με το αίτημα για επανεξέταση ετέθησαν για πρώτη φορά νέα στοιχεία ενώπιον του Κηδεμόνα, και δη ότι η Αιτήτρια ήταν κάτοικος Πύλας από το 1985, ώστε να διέμενε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, με αποτέλεσμα τα εν λόγω ακίνητα να μην ενέπιπταν στην έννοια του όρου «Τουρκοκύπριος», ως Τουρκοκύπριος που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η εισήγηση της Αιτήτριας έχει ορθή διάσταση με την έννοια ότι, αν και το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν κάτοικος Πύλας ήταν ενώπιον του Κηδεμόνα εξ αρχής, όπως παρατηρεί η Δημοκρατία, το νέο στοιχείο ήταν ότι ήταν κάτοικος Πύλας από το 1985, και επομένως και κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 139/1991, και τούτο θα ήταν σχετικό καθ΄όσον ο Νόμος θα αφορούσε το ποίος ήταν «Τουρκοκύπριος» το 1991 που εθεσπίσθη. Αυτό όμως δεν βοηθά την Αιτήτρια, για δύο λόγους. Πρώτον, διότι ιδιοκτήτης το 1991 και μέχρι το 2005 δεν ήταν η ίδια αλλά ο πατέρας της, ο οποίος ήταν (και τούτο δεν αμφισβητείται) «Τουρκοκύπριος». Και δεύτερον, διότι, και αν το θέμα εκρίνετο με αναφορά στη δική της ιδιοκτησία από το 2005, τα εν λόγω ακίνητα, σύμφωνα με την ίδια, δεν θα εθεωρούντο «Τουρκοκυπριακή περιουσία» εμπίπτουσα στη δικαιοδοσία του Κηδεμόνα οπότε δεν θα ετίθετο και θέμα συγκατάθεσης του και προσβολής της άρνησης του για παροχή τέτοιας συγκατάθεσης. Και τότε βεβαίως το θέμα δεν θα ήταν δημοσίου αλλά ιδιωτικού δικαίου, με την Αιτήτρια να μπορεί να διεκδικεί με αγωγή το δικαίωμα της κατά του Κηδεμόνα ως παρανόμως κρατούντος μη υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του ακίνητά της. Δεν είναι όμως αυτή η βάση της προσφυγής, η οποία προσβάλλει ευθέως την άρνηση του Κηδεμόνα να δώσει τη συγκατάθεσή του, ώστε η ίδια η προσφυγή να θεωρεί τα ακίνητα ως υπαγόμενα στη δικαιοδοσία του. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το γεγονός ότι η Αιτήτρια ήταν κάτοικος Πύλας από το 1985 καθίσταται άσχετο προς το ζητούμενο, που είναι η νομιμότητα της απόφασης του Κηδεμόνα ως νομίμως ασκούντος αρμοδιότητα επί των ακινήτων. Με αποτέλεσμα, όπως και ο ίδιος ο Κηδεμόνας θεώρησε, να μην υπήρχαν ενώπιον του νέα στοιχεία που να δικαιολογούσαν αναθεώρηση της απόφασης που έλαβε το 2008, την οποία και τώρα ουσιαστικά επανέλαβε, με αναφορά στο ότι το 1974 τα ακίνητα περιήλθαν στην αρμοδιότητα του εφ΄όσον ο πατέρας της Αιτήτριας κατέστη «Τουρκοκύπριος». Και ασφαλώς η απόφαση του που προσβάλλεται με την προσφυγή είναι σαφώς βεβαιωτική εκείνης του 2008, ώστε να μην συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Δεν θα ήταν, κατόπιν τούτου, επιθυμητό να με απασχολήσει η άλλη προδικαστική ένσταση που αφορά το χαρακτήρα της ως άνω διαπιστωθείσας βεβαιωτικής απόφασης. Η επιτυχία της προδικαστικής ένστασης καθορίζει και την τύχη της προσφυγής η οποία και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον της Αιτήτριας. Δ. Χατζηχαμπής, Δ. /ΚΧ"Π cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο