ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 1131/2009, 30 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1131/2009) 30 Νοεμβρίου 2011 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, Αιτητής, - ΚΑΙ - ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ ου η αίτηση. ----------------------------------- Α.Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή. Μ. Ιεροκηπιώτου (κα) για Γ. Τριανταφυλλίδη, για τον Καθ΄ ου η αίτηση. ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Ο αιτητής προσέβαλε με την προσφυγή του τρεις διαφορετικές πράξεις του καθ΄ ου η αίτηση (εφεξής «το Πανεπιστήμιο»), με τις οποίες (
- i)γνωστοποιήθηκε σ΄ αυτόν η απόφαση του Πανεπιστημίου ημερ. 19.5.2009 αναφορικά με την επαύξηση της ποινής της κατακράτησης τριών μισθών που είχε επιβάλει η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου, σε ποινή τερματισμού της εργοδότησης του, (
- ii)γνωστοποιήθηκε η απόφαση του Πανεπιστημίου ότι η υποβολή παραίτησης του που είχε υποβληθεί στις 22.9.2008, με ισχύ από 31.12.2008, δεν έγινε αποδεκτή και (iii) γνωστοποιήθηκε η απόφαση ημερ. 7.4.2009 με την οποία είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα με άδεια άνευ απολαβών καθ΄ ον χρόνο ο αιτητής δεν ανήκε στο προσωπικό του Πανεπιστημίου. Μετά την καταχώρηση της ένστασης από το Πανεπιστήμιο και αφού ηγέρθησαν διάφορες προδικαστικές ενστάσεις ως προς την ορθότητα της συμπροσβολής των τριών πιο πάνω πράξεων στην ίδια προσφυγή, ο αιτητής υπέβαλε στις 29.4.2010 αίτηση διαχωρισμού των αιτουμένων θεραπειών ούτως ώστε να προκύψουν δύο νέες προσφυγές με αναφορά στα υπό στοιχεία (
- ii)και (iii) ανωτέρω, στην οποία αίτηση δεν υπήρξε ένσταση. Το αποτέλεσμα ήταν η έγκριση από το Δικαστήριο στις 11.5.2010 της αιτήσεως ούτως ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση νέων προσφυγών εντός δεκαπενθημέρου οι οποίες και θα θεωρούνταν εμπρόθεσμες. Παρέμεινε επομένως προς εκδίκαση στην παρούσα προσφυγή η εξέταση της ορθότητας της απόφασης του Πανεπιστημίου να τερματίσει την εργοδότηση του αιτητή με επαύξηση της προηγηθείσας ποινής από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου. Τα όσα ακολουθούν αφορούν το ιστορικό της μεταχείρισης του αιτητή από το Πανεπιστήμιο στο βαθμό που η υπό κρίση προσβαλλόμενη πράξη συμπλέκει και άλλα γεγονότα. Ο αιτητής διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Μαθηματικών και Στατιστικής από τον Απρίλιο του 2004, μέχρι τις 22.9.2008, όταν υπέβαλε παραίτηση με ισχύ από 31.12.2008. Με αφορμή καταγγελία που έγινε εναντίον του και που αφορούσε το γεγονός ότι καθ΄ ον χρόνο ήταν διορισμένος στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, διατηρούσε παράλληλα και θέση στο Πανεπιστήμιο Paris - Sud στη Γαλλία, ασκήθηκε εναντίον του πειθαρχική δίωξη με αποτέλεσμα να κληθεί ενώπιον της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου όπου και απολογήθηκε στις 11.12.2008. Η Επιτροπή επέβαλε στις 3.2.2009 στον αιτητή ποινή που ισοδυναμούσε με κατακράτηση των απολαβών του για τρεις μήνες. Ο αιτητής δεν εφεσίβαλε την απόφαση αυτή στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου. Παρά ταύτα στις 26.6.2009 του γνωστοποιήθηκε απόφαση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου για επαύξηση της ποινής της Επιτροπής, σε ποινή απόλυσης. Περαιτέρω, με μεταγενέστερη επιστολή ημερ. 6.7.2009, ο αιτητής πληροφορήθηκε ότι το Συμβούλιο τον είχε θέσει σε διαθεσιμότητα από τις 7.4.2009 και ότι δεν είχε γίνει δεκτή η παραίτηση του. Το Πανεπιστήμιο δεν διαφωνεί με την ιστορική καταγραφή των δεδομένων αυτών, αλλά συμπληρώνει ότι τέθηκε ζήτημα για την πιθανή διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από τον αιτητή με σημείωμα του Πρύτανη του Πανεπιστημίου ημερ. 2.10.2008. Ο εσωτερικός ελεγκτής απέστειλε σχετική έκθεση προς τον Πρύτανη ημερ. 17.10.2008 ως προς το αποτέλεσμα της διερεύνησης των καταγγελιών εναντίον του αιτητή. Η έκθεση τέθηκε ενώπιον του Προέδρου της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου, η οποία ζήτησε από τον αιτητή την υποβολή εντός 15νθημέρου γραπτών παραστάσεων. Στο μεταξύ, ο Πρύτανης ζήτησε στις 23.1.2009 τη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας για πιθανές ευθύνες των Προέδρων του Τμήματος Μαθηματικών-Στατιστικής και των Κοσμητόρων της Σχολής Θετικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών αναφορικά με την ταυτόχρονη διατήρηση δύο θέσεων από τον αιτητή, σε δύο πανεπιστήμια. Η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου επέβαλε στις 3.2.2009, ενημερώνοντας προς τούτο τον αιτητή στις 16.2.2009, χρηματική ποινή ίση με απολαβές τριών μηνών, ενώ η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών απέστειλε την παραίτηση του αιτητή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου, το οποίο στις 7.4.2009 αποφάσισε να θέσει τον αιτητή σε διαθεσιμότητα άνευ απολαβών μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής έρευνας σε σχέση με ενδεχόμενες πειθαρχικές ευθύνες. Την επομένη, 8.4.2009, η Σύγκλητος αποφάσισε να επαυξήσει τη χρηματική ποινή σε αναγκαστική αφυπηρέτηση, αλλά ανακάλεσε την απόφαση αυτή στις 6.5.2009. Εν τέλει το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου αποφάσισε την απόλυση του αιτητή στις 19.5.2009. Τίθενται διάφορα ζητήματα προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης όπως αυτή παρέμεινε μετά το διαχωρισμό του δικογράφου. Τίθεται κατ΄ αρχάς από το Πανεπιστήμιο ζήτημα έλλειψης έννομου συμφέροντος εκ μέρους του να προωθεί τη διαδικασία εφόσον δεν έχει στην ουσία συμφέρον ή όφελος από την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης διότι ο ίδιος παραδέχεται ή υποστηρίζει ότι έχει παραιτηθεί εν πάση περιπτώσει από τη θέση του. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Δεν είναι δυνατόν ως θέμα λογικής και συνεπούς συμπεριφοράς για το Πανεπιστήμιο να επικαλείται την παραίτηση του ως αποδεικνύουσα έλλειψη εννόμου συμφέροντος, τη στιγμή που το ίδιο έχει ταυτόχρονα τη θέση ότι καλώς δεν απεδέχθη την παραίτηση ώστε να ακολουθήσει η διαθεσιμότητα του προς έρευνα των τυχόν πειθαρχικών ευθυνών των Προέδρων και Κοσμητόρων της Σχολής Μαθηματικών Επιστημών. Περαιτέρω, σαφώς ο αιτητής έχει έννομο συμφέρον να αιτηθεί την ακύρωση της ανεξάρτητης διοικητικής πράξης που έλαβε το Συμβούλιο, ιδιαιτέρως εφόσον του επεβλήθη η ποινή της απόλυσης, που έχει το δικό της καταλυτικό στίγμα και ενδεχομένως, όπως παρουσιάζεται και από τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, να οδηγήσει το Πανεπιστήμιο να αναζητήσει την επιστροφή των μισθών που του κατεβλήθησαν, κατ΄ ισχυρισμόν, αχρεωστήτως. Το βασικό επιχείρημα του αιτητή είναι ότι η πειθαρχική ποινή της απόλυσης επεβλήθη από αναρμόδιο όργανο. Κατά την εισήγηση, ουδεμία εξουσία είχε το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου να επέμβει στην ήδη επιβληθείσα ποινή από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου, επαυξάνοντας την μάλιστα προς δυσμένεια του αιτητή. Εξετάζοντας αυτή την ουσιαστική αιτίαση, πρέπει να λεχθεί ότι η διαμόρφωση των διαφόρων οργάνων του Πανεπιστημίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου αρ. 144/89, ως τροποποιήθηκε, παραπέμπει στην ύπαρξη Συμβουλίου, το οποίο κατά το άρθρο 6 του Νόμου έχει την ουσιαστική διαχείριση και έλεγχο των διοικητικών και οικονομικών υποθέσεων του Πανεπιστημίου, στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου, κατά το άρθρο 12 του Νόμου, η οποία κατά το άρθρο 13, αποτελεί το ανώτατο ακαδημαϊκό όργανο έχοντας την ευθύνη για το ακαδημαϊκό έργο του Πανεπιστημίου, τόσο στη διδασκαλία, όσο και στην έρευνα, ενώ ακολουθούν οι διάφορες Πρυτανικές Αρχές κατά το Μέρος V, με τον Πρύτανη να είναι ο ανώτατος ακαδημαϊκός και εκτελεστικός αξιωματούχος του Πανεπιστημίου. Σε ό,τι αφορά τον πειθαρχικό έλεγχο των μελών του Πανεπιστημίου, εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου από το Συμβούλιο, οι περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Πειθαρχικός Έλεγχος Ακαδημαϊκού και Άλλου Εκπαιδευτικού Προσωπικού) Κανονισμοί του 1999, (Κ.Δ.Π. 282/99), οι οποίοι Κανονισμοί προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι ο πρωτοβάθμιος πειθαρχικός έλεγχος ασκείται από τη μόνιμη Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου, η οποία διορίζεται από τη Σύγκλητο και επικυρώνεται από το Συμβούλιο. Η διαδικασία του πειθαρχικού ελέγχου ακολουθείται κατά το συγκεκριμένο τρόπο που καθορίζεται σε κανόνες που καταρτίζει η Σύγκλητος και εγκρίνει το Συμβούλιο. Τέτοιοι κανόνες έχουν καθορισθεί με το Κεφ. 6 των Κανονισμών και τιτλοφορούνται «Πειθαρχικοί Κανονισμοί και Κανόνες». Δεν αμφισβητείται εδώ στην ουσία ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε εναντίον του αιτητή προς έλεγχο του πειθαρχικού παραπτώματος στο οποίο υπέπεσε της κατοχής, δηλαδή, διπλής θέσης σε δύο πανεπιστήμια, κατά παράβαση του Καν. 7
(7)των περί του Ακαδημαϊκού Προσωπικού Κανονισμών του 1990, (Κ.Δ.Π. 153/90), ως τροποποιήθηκαν, ήταν ορθή εφόσον η επιβληθείσα ποινή από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου δεν εφεσιβλήθηκε από τον αιτητή δυνάμει της παρ. 4.3.10 των Κανόνων, η οποία προνοεί τη δυνατότητα υποβολής στη Σύγκλητο εφέσεως εντός δεκαπέντε ημερών. Προκύπτει πρωτίστως το ερώτημα κατά πόσον το ίδιο το Συμβούλιο είχε οποιοδήποτε λόγο στην όλη διαδικασία. Το ερώτημα είναι κρίσιμο και λογικά προηγείται της υπεράσπισης του Πανεπιστημίου ότι το Συμβούλιο μπορούσε να χωρήσει σε απόλυση εφόσον δεν είχε αποδεχθεί την παραίτηση του εξακολουθώντας έτσι να είναι μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού. Αν το Συμβούλιο δεν είχε εν πάση περιπτώσει δικαιοδοσία, τότε καθίσταται θεωρητικό το ζήτημα της αποδοχής ή μη της παραίτησης. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Είναι η Σύγκλητος δυνάμει του προαναφερομένου Κανόνα που έχει δικαίωμα, με επαρκή προς τούτο αιτιολόγηση, να τροποποιήσει την πειθαρχική ποινή ή ακόμη και να ακυρώσει την καταδίκη. Πουθενά δεν προνοείται οποιαδήποτε εξουσία του ιδίου του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου να αναθεωρεί ποινή που επεβλήθη από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου. Το Πανεπιστήμιο στην αγόρευση του εισηγείται ότι η απόφαση του Συμβουλίου να απολύσει τον αιτητή δεν συνδεόταν καθόλου με την πειθαρχική δίωξη αυτού, εφόσον το ίδιο το Συμβούλιο ούτε τον δίωξε πειθαρχικά, ούτε και του επέβαλε οποιαδήποτε ποινή. Κατά τη θέση των συνηγόρων του Πανεπιστημίου, η αρμοδιότητα του Συμβουλίου να απολύει ακαδημαϊκό προσωπικό προέρχεται από το άρθρο 6
(1)(α) του Νόμου, το οποίο δίνει εξουσία στο Συμβούλιο να προβαίνει στα εκεί αναφερόμενα. Η εισήγηση αυτή δεν έχει έρεισμα ούτε στο εν λόγω άρθρο 6, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο άρθρο ή κανονισμό του Πανεπιστημίου, ούτε και το Πανεπιστήμιο παραπέμπει σε οποιοδήποτε άλλο τέτοιο δικαιοδοτικό άρθρο ή κανονισμό. Αντίθετα, το εδάφιο
(1)(α) του άρθρου 6, το οποίο αναπαράγεται στη γραπτή αγόρευση του Πανεπιστημίου, καμία σχέση δεν έχει με δικαίωμα άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ή δικαίωμα απόλυσης ακαδημαϊκού προσωπικού, εφόσον οι πρόνοιες του εξαντλούνται στη διαχείριση και έλεγχο των διοικητικών και οικονομικών υποθέσεων του Πανεπιστημίου, με ιδιαίτερα καθήκοντα τον καταρτισμό του ετήσιου προϋπολογισμού, τον καθορισμό του επιπέδου μισθών και άλλων ωφελημάτων του προσωπικού και την κατανομή κονδυλίων για την κτιριακή υποδομή. Προδήλως, επομένως, το Συμβούλιο δεν κέκτηται δικαιώματος ούτε ανεξάρτητης ή αυτόνομης επιβολής της ποινής της απόλυσης, αλλά ούτε και αρμοδιότητας επέμβασης στην πειθαρχική διαδικασία, ιδιαίτερα με σκοπό να διαφοροποιήσει την επιβληθείσα ποινή. Η γενική αναφορά στην εναρκτήρια πρόνοια του άρθρου 6, ότι το Συμβούλιο δύναται να προβεί στη διαχείριση κλπ. «αφού τηρηθούν οι διατάξεις του παρόντος Νόμου», δεν διευρύνει ποσώς τον ειδικό καθορισμό των εξουσιών του Συμβουλίου που ακολουθούν στο εν λόγω άρθρο. Ούτε, ως είναι ο αβάσιμος ισχυρισμός του Πανεπιστημίου, το Συμβούλιο δύναται να απολύει προσωπικό όταν κριθεί πρέπον επειδή το Συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο διοίκησης. Επιβεβαίωση τούτου προέρχεται και από την Κ.Δ.Π. 282/99, όπου προνοείται στον Καν. 6.1, ότι η πειθαρχική ποινή μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, μεταξύ των οποίων, (δ) χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις απολαβές τριών μηνών και (η) απόλυση. Αντίστοιχη πρόνοια υπάρχει και στον Κανόνα 3.1 των Κανόνων Πειθαρχικού Ελέγχου. Οι πειθαρχικές αυτές ποινές επιβάλλονται αρμοδίως από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου και αναθεωρούνται μόνο κατ΄ έφεση και μόνο από τη Σύγκλητο ως δευτεροβάθμιο όργανο. Και πάλι δεν προνοείται ανάμειξη του Συμβουλίου. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν για το Συμβούλιο, ανεξάρτητα από την όποια πειθαρχική δίωξη, να απολύσει τον αιτητή, τη στιγμή που η απόλυση συγκαταλέγεται στις ποινές που μπορούν να επιβληθούν λόγω πειθαρχικής παράβασης ή παράβασης των κανονισμών και αυτό μόνο μετά από πειθαρχική δίωξη, αρμοδιότητα της οποίας έχει μόνο η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου και δευτεροβαθμίως, και αποκλειστικά, η Σύγκλητος. Η εισήγηση των συνηγόρων του Πανεπιστημίου περί αυτόνομης εξουσίας του Συμβουλίου πέραν του ότι δεν στηρίζεται επί ρητού προς τούτο άρθρου ή κανονισμού, εξουδετερώνει το όλο σύστημα πειθαρχικής διαδικασίας με όλα βεβαίως τα εχέγγυα που προβλέπει η νομολογία. Η μοναδική αναφορά στην ανάμειξη του Συμβουλίου (την οποία εν πάση περιπτώσει δεν επικαλείται το Πανεπιστήμιο), στην απόφαση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου είναι στον καταρτισμό των Κανόνων Πειθαρχικού Ελέγχου, τον διορισμό των μελών της Επιτροπής του Πειθαρχικού Ελέγχου και τους Κανόνες Αναθεώρησης της Απόφασης Πειθαρχικού Ελέγχου, από τη Σύγκλητο ως δευτεροβάθμιο όργανο. Σ΄ αυτές τις τρεις περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στην παρ. 6.1 της Κ.Δ.Π. 282/99, το Συμβούλιο απλώς εγκρίνει τους Κανόνες της διαδικασίας, τους Κανόνες Αναθεώρησης, αλλά και την διάρθρωση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου, για τα οποία έχει εξουσία η Σύγκλητος. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, οι υπόλοιποι λόγοι προς ακύρωση παραμένουν άνευ σημασίας. Εφόσον αίρεται η δικαιοδοτική βάση ανάμειξης και απόφασης του Συμβουλίου να προχωρήσει στην απόλυση του αιτητή, δεν έχουν θέση οι ισχυρισμοί περί δυσανάλογης ποινής, ή για αιτιολόγηση της απόφασης ή ακόμη και ότι έπρεπε να δοθεί ευκαιρία στον αιτητή να ακουστεί πριν του επιβληθεί η μέγιστη των πειθαρχικών ποινών. Να λεχθεί επίσης ότι ενόψει του διαχωρισμού του δικογράφου, ζητήματα ως προς τη διαθεσιμότητα του αιτητή ή την μη αποδοχή της παραίτησης του, δεν αφορούν την παρούσα θεραπεία. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει με έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο