ATTA ALLA FATHY SALIB κ.α ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α, Υπόθεση Αρ. 822/2010, 16 Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 822/2010) 16 Φεβρουαρίου, 2012 [ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ/ΣΤΗΣ]
- ATTA ALLA FATHY SALIB,
- FARIBA EISSA FARAG, Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
- ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Ε. Χειμώνας, για τους Αιτητές. Κ. Λοϊζου, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ.: O αιτητής κατάγεται από την Αίγυπτο και ήλθε στην Κύπρο για πρώτη φορά νόμιμα στις 7.6.04 με άδεια επισκέπτη μέχρι τις 31.12.
- Στις 11.10.04 αφίχθηκε νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και η σύζυγος του, αιτήτρια
- Στις 14.2.06 οι αιτητές, υπέβαλαν αίτηση για αναγνώριση σ' αυτούς του καθεστώτος του πολιτικού πρόσφυγα. Ο αιτητής, σε συνέντευξη που είχε με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου στις 3.6.09, ισχυρίστηκε ότι έφυγε από τη χώρα του για οικονομικούς λόγους. Λόγω της χριστιανικής του πίστης δεν μπορούσε, παρά τις προσπάθειες του, να βρει δουλειά. Η οικογένειά του ερχόταν συχνά σε ρήξη με τους μουσουλμάνους γείτονες τους και έτσι πούλησε τη γη τους. Δεν αντιμετώπιζε ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του οποιαδήποτε δίωξη, σύλληψη, καταδίκη ή βασανιστήρια αλλά ούτε και προβλήματα με τις αστυνομικές αρχές της χώρας του. Η αιτήτρια δήλωσε πως μοναδικός λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα της ήταν γιατί ήθελε να ακολουθήσει τον άντρα της. Η ίδια δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα στην Αίγυπτο αλλά ο σύζυγος της έχει πρόβλημα εξεύρεσης εργασίας. Το αίτημα τους εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και απορρίφθηκε, για το λόγο ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε δεν ενέπιπταν στο ΄Αρθρο 3
(1)του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, (Ν. 6(Ι)/2000), (όπως τροποποιήθηκε), (ο «Νόμος»), σύμφωνα με το οποίο πρόσφυγας αναγνωρίζεται πρόσωπο, που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής. Επίσης κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατό να τους παραχωρηθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας λόγω αναξιοπιστίας. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης οι αιτητές καταχώρησαν διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, (η «Αναθεωρητική Αρχή») ισχυριζόμενοι ότι υφίστανται δίωξη για θρησκευτικούς λόγους και ότι επιθυμούν να παραχωρηθεί βοήθεια στα παιδιά τους. Εξέφρασαν επίσης την επιθυμία να ζουν ειρηνικά όπως όλοι και να είναι τα παιδιά τους ασφαλή. Στις 16.4.10 αρμόδιος Λειτουργός της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ετοίμασε έκθεση, την οποία υπέβαλε στην Αναθεωρητική Αρχή, η οποία, με τη σειρά της, αφού εξέτασε την υπόθεση, έκρινε δικαιολογημένη την κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε τη διοικητική προσφυγή. Όπως μεταξύ άλλων επισημαίνεται στην πιο πάνω έκθεση: «Ο προσφεύγων, κατά τα αρχικά στάδια της συνέντευξης του ισχυρίστηκε ότι αφίχθηκε στην Κύπρο Δεκέμβριο του 2001 (ερυθρό 48, χ1). Ωστόσο με βάση το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται και διαφαίνεται ότι αφίχθηκε στις 07/06/2004 με άδεια ως επισκέπτης μέχρι τις 31/12/2004 (ερυθρό 22). Διακρίνεται ακόμα ότι υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στις 03/03/2006 (ερυθρό 11). Ερωτηθείς αναφορικά με την καθυστέρηση υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία αυτός ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε αίτηση το 2006 επειδή νωρίτερα είχε άδεια παραμονής (ερυθρό 44 3χ). Ορθά κατέγραψε το σημείο αυτό εναντίον της αξιοπιστίας του προσφεύγοντα ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου αφού εάν όντως ο προσφεύγων αντιμετώπιζε τέτοιας βαρύτητας δίωξη στη χώρα του και να αιτηθεί διεθνούς προστασίας αναμένετο να υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας άμεσα με την άφιξή του και όχι με αδικαιολόγητη καθυστέρηση δύο περίπου χρόνων.» Οι αιτητές, με την προσφυγή τους, επιδιώκουν την ακύρωση της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, ισχυριζόμενοι ότι αυτή είναι αναιτιολόγητη και λήφθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, κατόπιν ανεπαρκούς έρευνας. Με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους υποστηρίζουν ότι ο αιτητής δε περιέπεσε σε αντιφάσεις και πως τα όσα αυτός ανέφερε, παρέμειναν αναντίλεκτα χωρίς να διασταυρωθούν από τον εξεταστή της υπόθεσης και ως τέτοια θα έπρεπε να τα είχε αποδεχθεί. Θεωρούν επίσης ότι δεν διερευνήθηκε ο ισχυρισμός της ενδεχόμενης δίωξης τους σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής τους αν γίνει αντιληπτό ότι έχει υποβληθεί αίτηση πολιτικού ασύλου στην Κύπρο. Λέγουν επίσης ότι δεν λήφθηκε υπόψη η γενικευμένη κατάσταση έλλειψης ελευθερίας και διακρίσεων εις βάρος των Χριστιανών στην Αίγυπτο γεγονός το οποίο ενέχει δυνητικό κίνδυνο δίωξής τους. ΄Εχω εξετάσει όλα όσα επικαλείται ο αιτητής. Η προσφυγή στερείται ερείσματος. Ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του Νόμου και της παρ. 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και Κριτήρια για τον Προσδιορισμό της Ιδιότητας του Πρόσφυγα που εκδίδεται από το Γραφείου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. (Handbook of Procedures and Criteria for Determining Refugee Status) σχετικά με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Η αξιοπιστία του αιτητή κλονίστηκε από τις καταγεγραμμένες ουσιώδεις αντιφάσεις και παραδοχές του ιδίου όπως αυτές εύλογα διαπιστώθηκαν από το λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με ρητή παραπομπή σε αποσπάσματα της συνέντευξης του. Πιο συγκεκριμένα κρίνω σκόπιμο να παραθέσω κάποια από τα ευρήματα που εύλογα κλόνισαν την αξιοπιστία των προσφευγόντων σύμφωνα με την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων: · «Ο προσφεύγων υποστήριξε κατά τη συνέντευξη του ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή η οικογένεια του ερχόταν συχνά ρήξη με τους Μουσουλμάνους γείτονες τους και ότι για το λόγο αυτό η οικογένεια του αποφάσισαν να πωλήσουν τη γη τους. Ωστόσο, εύλογες αμφιβολίες για το αληθές του ισχυρισμού αυτού προκαλεί το γεγονός ότι παρόλο που ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η οικογένεια του υφίστατο χρόνια δίωξη από τους γείτονες του και ήταν τέτοιας βαρύτητας που να ανάγκασε τον ίδιο να εγκαταλείψει την Αίγυπτο, ωστόσο η οικογένεια του παρέμεινε στην ίδια περιοχή καθ΄ όλη την περίοδο που υπέστησαν δίωξη, όπως ο ίδιος ανέφερε. ... · ... Ισχυρίστηκε ότι από το 1993 μέχρι το 2001 δούλεψε μόνο για ένα μήνα ως οδηγός και ότι εργοδοτήθηκε για μια εβδομάδα σε μια εταιρεία. Ισχυρίστηκε πως όλο αυτό το χρονικό διάστημα συντηρείτο οικονομικά από τη γη την οποία κατείχε η οικογένεια του. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του προσφεύγοντα έρχεται σε αντίφαση με άλλο ισχυρισμό του ιδίου βάση του οποίου η οικογένεια του πώλησε τη γη που κατείχε το 1999. Όταν ο αρμόδιος λειτουργός Ασύλου επισήμανε στον προσφεύγοντα την αντίφαση στην οποία περιέπεσε ο ίδιος, αυτός δήλωσε ότι ενίσχυε οικονομικά την οικογένεια του η εκκλησία .. · Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή δεν μπορούσε να εργοδοτηθεί λόγω της θρησκείας του. Ωστόσο η προσφεύγουσα (σύζυγος του προσφεύγοντα), η οποία προέρχεται από Χριστιανική οικογένεια, με βάση τους ισχυρισμούς της, υποστήριξε ότι πριν να παντρευτεί με τον προσφεύγοντα την συντηρούσαν οικονομικά τα αδέλφια της και ότι ένα από τα αδέλφια της εργαζόταν στο δημόσιο τομέα. .. Επιπρόσθετα, με βάση έγκυρο πληροφοριακό υλικό, οι Χριστιανοί στην Αίγυπτο, παρόλο που ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι υφίστανται διάκριση οι Χριστιανοί της Αιγύπτου από τις αρχές στο δημόσιο τομέα και ότι ορισμένοι από αυτοί κατέλαβαν και σημαντικά αξιώματα. Η εν λόγω πηγή αναφέρει επίσης ότι η διάκριση την οποία υφίστανται αφορά την εργασία τους στο δημόσιο τομέα. .. · Ο προσφεύγων δήλωσε ότι εάν επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του και οι αρχές της χώρας του ενημερωθούν ότι υπέβαλε αίτηση ασύλου θα τον συλλάβουν. Ωστόσο με βάση έγκυρο πληροφοριακό υλικό ο ισχυρισμός αυτός του προσφεύγοντα δεν επιβεβαιώνεται αφού δεν έχει αναφερθεί οποιοδήποτε περιστατικό σύλληψης ή κακοποίησης Αιγυπτίων αιτητών ασύλου στους οποίους δεν έχει παραχωρηθεί προστασία και που επιστρέψουν πίσω στη χώρα καταγωγής τους. . · ... Ερωτηθείς αναφορικά με την καθυστέρηση υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία αυτός ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία το 2006 επειδή νωρίτερα είχε άδεια παραμονής. ... · Η προσφεύγουσα (σύζυγος του προσφεύγοντα), δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή ο σύζυγος της δεν μπορούσε να βρει εργασία στη χώρα καταγωγής του. Πρόσθεσε ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος λόγος που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της. ... · Ο προσφεύγων ανέφερε τόσο στην αίτηση του όσο και στη συνέντευξη του επανειλημμένα ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε σε αυτή. Δήλωσε μάλιστα ότι μετά που πώλησε ο πατέρας του τη γη που κατείχε η οικονομική κατάσταση της οικογένειας του χειροτέρευσε και ότι ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί και να αποστείλει χρήματα στην οικογένεια του.» Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν με τη διοικητική προσφυγή, οι αιτητές δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε νέα στοιχεία που να ενισχύουν το αίτημα τους για διεθνή προστασία έστω και για ανθρωπιστικούς λόγους, παρά το ότι τους δόθηκε σχετικό πληροφοριακό υλικό για τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των προσφευγόντων ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής (Παράρτημα 9 στην ένσταση). Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, τόσο ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής, ήταν απολύτως νόμιμη. Στους αιτητές δόθηκε η ευκαιρία, κατά τη συνέντευξή τους με τη λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, να προβάλουν, με τη βοήθεια διερμηνέα, όλα όσα αυτοί πίστευαν ότι στήριζαν το αίτημα τους, τα οποία διερευνήθηκαν και μέσω πληροφοριακού υλικού για το καθεστώς των χριστιανών στην Αίγυπτο. Η Αναθεωρητική Αρχή εξέτασε όλα όσα είχε ενώπιον της, προτού καταλήξει ότι ο αιτητής δεν εμπίπτει στον ορισμό του πρόσφυγα και ότι πρόκειται για καθαρά οικονομικό μετανάστη. Προκύπτει από την επίδικη απόφαση ότι οι ισχυρισμοί του εξετάστηκαν με κάθε λεπτομέρεια, νόμιμα και με καλή πίστη, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Ουσιαστικά, ο αιτητής, με τα όσα αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, ζητά επανεκτίμηση των γεγονότων, με σκοπό το Δικαστήριο να υποκαταστήσει την απόφαση της αρμόδιας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. ΄Οπως λέχθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας στη Latif v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων
(2006)3 Α.Α.Δ. 533, το δικαστήριο δεν προβαίνει σε επανεκτίμηση γεγονότων, ούτε και υποκαθιστά την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής με δική του. Η δικαιοδοσία του περιορίζεται στον έλεγχο και μόνο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, στη βάση των αρχών του διοικητικού δικαίου που διέπουν το θέμα. Περαιτέρω, η Αναθεωρητική Αρχή εξέτασε και το κατά πόσο ο αιτητές μπορούσαν να τύχουν του καθεστώτος της συμπληρωματικής προστασίας και είναι εύλογη η κατάληξή της σε αρνητικό αποτέλεσμα, στη βάση ότι οι ίδιοι δεν κατάφεραν, σύμφωνα με το ΄Αρθρο 19
(1)του Νόμου, να αποδείξουν βάσιμο φόβο δίωξης για θρησκευτικούς λόγους και ότι θα υποστούν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως καθορίζεται στο άρθρο 19
(2). Εύλογη είναι, επίσης, και η διαπίστωση ότι οι αιτητές δεν ικανοποιούσαν τις προϋποθέσεις του ΄Αρθρου 19Α του Νόμου για παραχώρηση σ' αυτούς του καθεστώτος προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €700 έξοδα. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Α. ΚΡΑΜΒΗΣ, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο