NIΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 219/2010, 16 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 219/2010) 16 Μαρτίου 2012 [ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δικαστής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ NIΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ Αιτητής ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Καθ΄Ου η Αίτηση. _________ Μ. Καλλιγέρου (κα), για τον Αιτητή. Ρ. Πασιουρτίδη (κα) εκ μέρους Α. Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε., για το Καθ΄ου η Αίτηση. _________________ ΑΠΟΦΑΣΗ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Ο Αιτητής, ανταποκρινόμενος σε σχετική προκήρυξη, υπέβαλε υποψηφιότητα για τη θέση Επίκουρου Καθηγητή ή Λέκτορα στην ειδικότητα «Πολιτική και Διπλωματική Ιστορία του Μεταπολεμικού Κόσμου» στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η Ειδική Επιτροπή στην έκθεσή της 29.5.2009 εισηγήθηκε την εκλογή του σε Λέκτορα, εισήγηση την οποία και ενέκρινε το Εκλεκτορικό Σώμα της Σχολής. Ο Εσωτερικός Ελεγκτής όμως, σε έκθεση του 17.6.2009, αναφορικά με διερεύνηση της σύνθεσης της Ειδικής Επιτροπής, διαπίστωσε ότι η σύνθεση δεν είναι σύμφωνη με τον Κώδικα Δεοντολογίας του Πανεπιστημίου αφού ο Πρόεδρος της κ. Καζαμίας είχε αναπτύξει «στενές διαπροσωπικές σχέσεις» με τον Αιτητή στα πλαίσια εισέτι λειτουργούσας ερευνητικής ομάδας, ώστε να έπρεπε να είχε αναπληρωθεί, ενώ και ο διορισμός του Μέλους της κ. Featherstone θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί ως εκ του ότι αυτός είχε «στενές επιστημονικές ή επαγγελματικές σχέσεις» με τον Αιτητή σε σχέση με διδακτορικές διατριβές, βιβλία και άρθρα. Παρά τούτο, η Σύγκλητος την 24.6.2009 απεφάσισε την εκλογή του Αιτητή, θεωρώντας ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας δεν εφαρμόζετο στην περίπτωση ακαδημαϊκού προσωπικού, όπως απεφάσισε την 14.9.2009 και το Συμβούλιο στο οποίο το θέμα παρεπέμφθη. Μετά που ο Αιτητής ενημερώθηκε την 15.9.2009 για την εκλογή του και απεδέχθη την 7.10.2009, το Συμβούλιο την 9.11.2009 ανακάλεσε την απόφασή του καθ΄ότι, ληφθείσα κατά πλειοψηφία (5 υπέρ, 2 εναντίον, 2 αποχές), δεν είχε ληφθεί με την απαιτούμενη πλειοψηφία του συνόλου των μελών, που ήσαν 14, και προέβη σε νέα ψηφοφορία για επικύρωση του διορισμού του Αιτητή στην οποία 7 μέλη ψήφισαν υπέρ και 3 εναντίον (3 αποχές, ένα μέλος απουσίαζε). Η Σύγκλητος την 2.12.2009 ζήτησε και πάλι από το Συμβούλιο να επανεξετάσει το θέμα. Το Συμβούλιο την 7.12.2009 ανακάλεσε την απόφασή του της 9.11.2009 για νέα επικύρωση της εκλογής και παρέπεμψε το θέμα στη Σύγκλητο. Την 22.12.2009 ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι ο διορισμός του θα έπαυε να ισχύει από 1.1.2010, με αναφορά στο ότι ούτε στη συνεδρία της 14.9.2009 ούτε σε εκείνη της 9.11.2009 εξασφαλίσθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία του συνόλου των μελών. Την επομένη 23.12.2009 η Σύγκλητος εισηγήθηκε στο Συμβούλιο τον τερματισμό της διαδικασίας πλήρωσης της θέσης, εισήγηση που έγινε δεκτή από το Συμβούλιο την 1.2.
- Η προσφυγή προσβάλλει την απόφαση που περιέχεται στην επιστολή της 22.12.2009 για παύση της ισχύος του διορισμού του Αιτητή και με την οποία κατά τη συνεδρία της 9.11.2009 ανακλήθηκε η απόφαση της 14.9.2009 για επικύρωση της εκλογής του Αιτητή. Ο Αιτητής εγείρει θέμα παράβασης του δικαιώματος ακρόασης του, προκειμένου περί ανάκλησης ευμενούς για τον ίδιο απόφασης ώστε η απόφαση για ανάκληση να τον επηρέαζε δυσμενώς αφού οδηγούσε στον τερματισμό του διορισμού του. Εκτός του ότι το θέμα δεν εγείρεται στην προσφυγή, αφού υπάρχει μόνο μία πολύ γενική αναφορά σε παράβαση των γενικών αρχών περιλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης, δεν διαπιστώνω έρεισμα στην εισήγηση. Εδώ δεν επρόκειτο περί θέματος που αφορούσε γεγονότα επί των οποίων οι απόψεις και τα σχόλια του Αιτητή θα ήσαν ενδεχομένως σημαντικά προς λήψη απόφασης, αλλά περί καθαρώς νομικού θέματος. Και επ΄αυτού ο Αιτητής έχει μέσω της προσφυγής του την ευκαιρία να ακουσθεί πλήρως. Η νομολογία στην οποία παραπέμπει το Πανεπιστήμιο είναι απολύτως σχετική. Εισηγείται έπειτα ο Αιτητής ότι υπήρξε παράβαση του κανονισμού 4 των Κανόνων Λειτουργίας του Πανεπιστημίου κατά το ότι η πρόσκληση στη συνεδρία της 9.11.2009 εστάλη 5 αντί 7 ημέρες πριν από τη συνεδρία. Τέτοιο θέμα όμως δεν εγείρεται καθόλου στην προσφυγή και δεν θα εξετασθεί. Να παρατηρήσω μόνο την υπόδειξη του Πανεπιστημίου ότι οι Κανόνες Λειτουργίας δεν συνιστούν νομοθετική διάταξη και ουδόλως καταδεικνύεται ότι η αποστολή της πρόσκλησης πέντε ημέρες αντί επτά πριν από τη συνεδρία δεν έφερε επαρκώς σε γνώση των μελών τη συνεδρία ή επηρέασε τη δυνατότητά τους να παρευρεθούν. Το ίδιο ισχύει για άλλη εισήγηση του Αιτητή ότι το θέμα της ανάκλησης του διορισμού του Αιτητή δεν περιλαμβάνετο επαρκώς στα θέματα τα οποία αφορούσε η πρόσκληση για τη συνεδρία της 9.11.
- Τέτοιο θέμα ουδόλως εγείρεται στην προσφυγή και δεν θα εξετασθεί, παρά το ότι η ευπαίδευτη συνήγορος για το Πανεπιστήμιο έχει παρουσιάσει περαιτέρω στοιχεία που αντιμάχονται το υπόβαθρο της εισήγησης. Η μία και ουσιαστική εισήγηση του αιτητή αφορά τη νομιμότητα της κρίσης του Συμβουλίου, που διείπε την απόφαση για ανάκληση, ότι απαιτείτο πλειοψηφία του συνόλου των μελών ώστε η εκλογή να ήταν νόμιμη. Η κρίση αυτή εβασίσθη στον Κανονισμό 13
(3)του περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Όργανα του Πανεπιστημίου) Κανονισμών του 1994 (ΚΔΠ 55/1994), ο οποίος προνοεί: «Για την εκλογή και προαγωγή του ακαδημαϊκού προσωπικού οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία του συνόλου των μελών των οργάνων.» Ο Κανονισμός, εισηγείται ο Αιτητής, είναι ultra vires του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 1989 (Ν. 144/1989), το άρθρο 7
(2)του οποίου προβλέπει ότι: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών του.» Ούτε αυτή την εισήγηση προτίθεμαι να την εξετάσω αφού και πάλι δεν καλύπτεται από τα νομικά σημεία και τα γεγονότα της προσφυγής. Τα νομικά σημεία είναι διατυπωμένα υπό τη μορφή αναφοράς σε γενικές αρχές, ο δε μόνος ισχυρισμός στα γεγονότα είναι ότι «Η απόφαση είναι έκδηλα παράνομη και καταχρηστική και έγινε για αλλότριους σκοπούς που θα αναπτυχθούν κατά τη δικάσιμο μετά την ένσταση.» Όχι μόνο δε δεν υπάρχει αναφορά σε ultra vires του Κανονισμού ως προς το Νόμο αλλά και στο νομικό σημείο 6, στο οποίο γίνεται αναφορά στο Ν. 144/1989 και στην ΚΔΠ 55/1994 γενικά, η θέση του Αιτητή είναι, αντιθέτως, ότι η απόφαση αντίκειτο στο Ν. 144/1989 και στην ΚΔΠ 144/1989, αναφορά δηλαδή πλήρως αντιφατική προς την εισήγηση που γίνεται στην αγόρευση για ultra vires της ΚΔΠ 144/1989 και δη του Κανονισμού 13
(3), ο οποίος ουδόλως μνημονεύεται στα νομικά σημεία. Η προσφυγή απορρίπτεται με €1000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ του Πανεπιστημίου και εναντίον του Αιτητή. Δ. Χατζηχαμπής, Δ. /ΚΧ"Π cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο