ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1248/2009-1252/2009 και 1270/2009, 20/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1248/2009-1252/2009 και 1270/2009) 20 Ιουλίου, 2012 [ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ/στης] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 1248/2009) ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Αιτητής, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ (Υπόθεση Αρ. 1249/2009) ΕΛΕΝΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ (Υπόθεση Αρ. 1250/2009) ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ (Υπόθεση Αρ. 1251/2009) ΠΡΟΚΟΠΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ (Υπόθεση Αρ. 1252/2009) ΜΗΛΙΑ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΟΥ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ (Υπόθεση Αρ. 1270/2009) ΕΛΕΝΗ ΠΑΤΕΡΑ, Αιτήτρια, ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση. ____________________ Στ. Μαξούτη (κα.) για Τ. Παπαδόπουλο και Συνεργάτες, για τους Αιτητές σε όλες τις προσφυγές. Λ. Ουστά (κα.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. Α. Παπαχαραλάμπους, για τα Ε/Μ Ε. Χ΄΄ Κωνσταντή, Μ. Μαντοβάνη, Α. Ξιουρή και Γ. Πελεκάνου. Γ. Γιωργαλλής, για το Ε/Μ Α. Χρίστου. Π. Λεωνίδου, για το Ε/Μ Θ. Κυριάκου. _________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΤΟΣ, Δ.: Με τις εξεταζόμενες συνεκδικαζόμενες προσφυγές οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο δήλωση και/ή απόφαση ότι η απόφαση και/ή πράξη των καθ' ων η αίτηση, η οποία δημοσιεύτηκε την 3.7.2009 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αρ. 4378, υπ' αρ. γνωστοποίησης 884, με την οποία διορίστηκαν εκ νέου, κατόπιν επανεξέτασης αναδρομικά από την 15.3.2007 στη μόνιμη θέση Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αντί και/ή στη θέση των αιτητών, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη κάθε εννόμου αποτελέσματος. Είναι η θέση των αιτητών ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του δεδικασμένου που προέκυψε από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συνεκδικασθείσες Προσφυγές αρ. 771/2007, 772/2007, 773/2007, 774/2007, 775/2007, 776/2007 και 813/2007, η οποία εκδόθηκε στις 20.5.2009. Σύμφωνα με τη θέση των αιτητών η Ε.Δ.Υ., σε πλήρη σύγκρουση με την ακυρωτική απόφαση και χωρίς ποτέ να την έχει εφεσιβάλει εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Αποφάσισε αυθαίρετα και προκλητικά να μην λάβει υπόψιν της τα ευρήματα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταγράφοντας μάλιστα στα πρακτικά της ότι διαφωνεί με τη δικαστική κρίση. Το σχετικό απόσπασμα των πρακτικών (Παράρτημα 2 της ένστασης), παρατηρεί η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, ομοιάζει περισσότερο με γραπτή αγόρευση, σε διαδικασία προσφυγής προς υποστήριξη της νομιμότητας της ήδη ακυρωθείσας απόφασης, παρά με τήρηση πρακτικών συνεδρίασης διοικητικού οργάνου σε διαδικασία επανεξέτασης. Μάλιστα ασκείται και κριτική στην απόφαση του Δικαστηρίου και γίνεται παραπομπή σε άσχετη, με το αντικείμενο της επανεξέτασης, νομολογία. Παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο απόσπασμα από τα πρακτικά που τηρήθηκαν από την ΕΔΥ κατά τη διαδικασία της επανεξέτασης: «Ενόψει αυτού, η Επιτροπή αποφάσισε όπως σημειωθεί στο παρόν πρακτικό της επανεξέτασης η θέση της, που ενισχύεται νομολογιακά, ότι δεν πρέπει να αμφισβητείται από το Δικαστήριο η κρίση της επιτροπής κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση. Σχετική νομολογία, που μιλά από μόνη της ακολουθεί: 'Είναι ανεπίτρεπτο να αμφισβητείται και προσβάλλεται η προσωπική επάρκεια ή εντιμότητα ατόμων που ασκούν διοικητική λειτουργία, και μάλιστα όταν αυτά διορίζονται στη βάση συνταγματικών διατάξεων όπως στην περίπτωση μας. Το διοικητικό δικαστήριο δεν διερευνά κατά πόσο τα μέλη των διοικητικών οργάνων διαθέτουν τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Αυτό που έχει εξουσία να κάνει είναι να ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων τους. Διαφορετικά, τα άτομα που συνθέτουν συλλογικά το διοικητικό όργανο θα ήσαν προσωπικά υπόλογα στο δικαστήριο, και ενδεχομένως να ανακρίνονται, για την ορθότητα και αλήθεια των όσων αναφέρονται στα πρακτικά των αποφάσεων τους. Στην αίτηση που μας απασχολεί καταγράφεται στο πρακτικό πως ο Πρόεδρος και τα μέλη της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας χρησιμοποίησαν τις σημειώσεις τους, για τους λόγους που ήδη ανέφερα. Είναι αδιανόητο για το Δικαστήριο να αμφισβητεί αυτή την καταχώρηση, και να θέλει να επιβεβαιώσει την αλήθεια της». (Προσφυγή αρ. 20/2000, Ανδρούλλα Αγρότου ν. ΕΔΥ.) Πέραν αυτού, η Επιτροπή σημειώνει τη διαφωνία της στη θέση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η ενώπιόν της διαδικασία «είχε σαν αποτέλεσμα να διαγραφεί εντελώς η διαδικασία ενώπιον της Συμβουλευτικής Επιτροπής και προς τούτο τονίζει ότι από τους 82 πρώτους σε τελική αξιολόγηση από τη Συμβουλευτική Επιτροπή προσήλθαν ενώπιον της για προφορική εξέταση οι 78 και η Επιτροπή επέλεξε για διορισμό στις εν λόγω θέσεις τους 68, δηλαδή ένα υψηλότατο ποσοστό, ίσο με 87,2%. Πέραν αυτού, η Επιτροπή τονίζει ότι από τους υπόλοιπους 10 πρώτους, σύμφωνα με την τελική αξιολόγηση από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, που δεν επιλέγηκαν, τόσο ο Διευθυντής, που ήταν και ο Πρόεδρος της οικείας Συμβουλευτικής Επιτροπής, όσο και η Επιτροπή, τους αξιολόγησαν, σε γενικές γραμμές, σε χαμηλότερο επίπεδο από ότι τους επιλεγέντες, κατά την ενώπιόν τους προφορική εξέταση, ασκώντας, με αυτό τον τρόπο, την κρίση και τη διακριτική τους ευχέρεια, στα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος. ............................... Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, και αφού, σε προηγούμενη συνεδρία της, συμμορφούμενη με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επανέφερε τα πράγματα στην κατάσταση που ίσχυε πριν από την απόφαση της που ακυρώθηκε, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας προχώρησε στην επανεξέταση της πλήρωσης 10 μόνιμων θέσεων Βοηθού Ασφαλιστικού Λειτουργού, Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που παραμένουν κενές ύστερα από την ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας με ημερομηνία 26.1.07, σε ότι αφορά τον από 15.3.07 διορισμό 10 Ενδιαφερομένων Μερών στις εν λόγω θέσεις. Η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 34(Α) των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως 2008 και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν πάσχει η κρίση που αποκόμισαν τόσο αυτή όσο και ο Διευθυντής κατά την ενώπιον τους προφορική εξέταση , αποφάσισε ότι η κρίση και των δύο διασώζεται και λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της επανεξέτασης.» Ειδικότερα υποδεικνύουν οι αιτητές, η ΕΔΥ πεπλανημένα θεώρησε, ότι δεν πάσχει η κρίση που αποκόμισε κατά την προφορική εξέταση των υποψηφίων που διεξήχθη στα πλαίσια της αρχικής διαδικασίας για την πλήρωση των θέσεων και ότι η μόνη της υποχρέωση και καθήκον προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, ήταν να επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση που ίσχυε πριν την έκδοση της ακυρωθείσας απόφασης ενημερώνοντας τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για την ακύρωση του διορισμού τους. Οι αιτητές ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ε.Δ.Υ. εκμηδένισε τα πρόσθετα προσόντα που κατείχαν οι αιτητές σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ενδιαφερόμενων προσώπων. Στην προσπάθειά της δε να αιτιολογήσει την απόφασή της, παρατηρούν οι αιτητές, η Ε.Δ.Υ. ανέφερε γενικολογώντας τα πιο κάτω : «Η Επιτροπή, αφού απέδωσε στα εν λόγω προσόντα την ανάλογη βαρύτητα και τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης, έκρινε ότι αυτά δεν μπορούν να ανατρέψουν την απόφαση της, δεδομένου ότι οι επιλεγέντες, οι οποίοι δεν διαθέτουν τέτοια προσόντα υπερείχαν κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική εξέταση και αξιολογήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο αξιολόγησης της (Εξαίρετοι). » Η πιο πάνω όμως αναφορά της Ε.Δ.Υ. επισημαίνουν οι αιτητές έρχεται και πάλι σε πλήρη σύγκρουση με την ακυρωτική δικαστική απόφαση αφού η ίδια ακριβώς αιτιολογία είχε καταγραφεί και κατά την αρχική διαδικασία και αξιολογήθηκε και κρίθηκε από το δικαστήριο ως παράνομη, με αποτέλεσμα η Ε.Δ.Υ. να παραβιάσει και στο σημείο αυτό τον κανόνα του δεδικασμένου και την αρχή της επανεξέτασης. Συγκεκριμένα στην ακυρωτική απόφαση, υποδεικνύουν οι αιτητές, αναφέρεται: «Πρόδηλο είναι επίσης ότι η απόφαση της ΕΔΥ πάσχει εκ θεμελίων, στερούμενη παντελώς αιτιολογίας. ............................... Η ΕΔΥ λοιπόν παραγνώρισε και ουδόλως έλαβε υπόψη της όλη την προηγηθείσα διαδικασία ενώπιον της ΣΕ, η οποία και αποσκοπούσε στον προσδιορισμό αντικειμενικής αξίας, και (βρίσκω πολύ δύσκολο να δεχθώ από σύμπτωση) αξιολόγησε «Εξαίρετος» ακριβώς 82 υποψηφίους για να τους επιλέξει στη συνέχεια για μόνο ουσιαστικά το λόγο ότι τους είχε αξιολογήσει έτσι!» Πέραν όμως της παραβίασης αυτής του δεδικασμένου σε σχέση με τα πρόσθετα προσόντα των αιτητών, υποβάλλουν οι αιτητές, προκύπτει και παραβίαση των καθορισθέντων από τη Νομολογία ορίων της διακριτικής εξουσίας της ΕΔΥ εφόσον η ΕΔΥ παράνομα εξομοίωσε και εξίσωσε την κατοχή των συναφών με τα καθήκοντα της θέσης πρόσθετων προσόντων με τα πρόσθετα προσόντα που δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντα της θέσης. Περαιτέρω ισχυρίζονται οι αιτητές ότι τόσο η Συμβουλευτική Επιτροπή όσο και η ΕΔΥ παρέλειψαν να υπαγάγουν τα προσόντα των υποψηφίων στην πρόνοια 3
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.