ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1680/2011, 27/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1680/2011) 27 Σεπτεμβρίου, 2012 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ, Αιτητής, ν.
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ,
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά. Δ. Εργατούδη (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής, ο οποίος είναι κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, με την παρούσα προσφυγή του, ζητά ακύρωση της πράξης του Αναπληρωτή Διευθυντή Φυλακών να τον μεταφέρει από την πτέρυγα διαμονής του, στην πτέρυγα απομόνωσης, γνωστής ως «Ειδικό 8». Τα γεγονότα της υπόθεσης Στις 9.11.2011 η Επιτροπή Κατάταξης, αφού μελέτησε τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της και τα οποία, όπως αναφέρεται στην ένσταση, άπτονταν θεμάτων ασφαλείας, ενεργώντας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, τοποθέτησε τον Αιτητή στη συγκεκριμένη πτέρυγα, μέχρι 30.11.
- Η πτέρυγα «Ειδικό 8», όπως προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση, λειτουργεί ως κανονική πτέρυγα, όπου οι κρατούμενοι απολαμβάνουν όλα τα προβλεπόμενα από τους Νόμους και Κανονισμούς δικαιώματα και προνόμια. Αντίθετα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ειδική πτέρυγα, την οποία η διεύθυνση των φυλακών χρησιμοποιεί για να επιβάλλεται στους κρατούμενους τους οποίους παραπέμπει εκεί. Ο Αιτητής, ο οποίος χειρίζεται μόνος του την υπόθεσή του, προβάλλει κατά τρόπο γενικό, ότι η απόφαση για παραπομπή στη συγκεκριμένη πτέρυγα, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και εν πάση περιπτώσει παραβιάζει το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν προδικαστική ένσταση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά εσωτερικό μέτρο, οπότε η παρούσα προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη παραδεκτή. Ενόψει της φύσης της προδικαστικής ένστασης, η οποία άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, έγινε δεχτό αίτημα για εκδίκαση προδικαστικώς της ένστασης, για να αποφασιστεί κατά πόσο η προσφυγή είναι ή όχι παραδεχτή. Τόσο η δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση, όσο και ο Αιτητής, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις επί της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης και αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δικηγόρος για τη Δημοκρατία αναφέρθηκε γενικά στις αρχές που καθορίζουν την εκτελεστότητα των διοικητικών πράξεων, χωρίς όμως να εξηγήσει το νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο ενήργησε η Επιτροπή Κατάταξης. Από την άλλη, ο Αιτητής αρχικά διατύπωσε παράπονο ότι οι αρχές των φυλακών του αφαίρεσαν έγγραφα που ετοίμαζε για να τον βοηθήσουν στο Δικαστήριο. Όμως το θέμα διευθετήθηκε μετά από παρέμβαση της συνηγόρου για τη Δημοκρατία και ο Αιτητής μπόρεσε και καταχώρησε τη γραπτή του αγόρευση, στην οποία υποστηρίζει ότι υπάρχει αυθαιρεσία στις φυλακές και το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην αποδεχθεί την προσφυγή του, γιατί διαφορετικά, θα ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιώματός του για πρόσβαση στο Δικαστήριο και παροχή αποτελεσματικής θεραπείας. Το θέμα είναι αμιγώς νομικό. Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, για να μπορεί να ελεγχθεί η νομιμότητα μιας πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι εκτελεστή. Όπως αναφέρθηκε από την Ολομέλεια στη Δημοκρατία ν. Sunoil Bunkering Ltd
(1994)3 ΑΑΔ 26, το κριτήριο της εκτελεστότητας μιας πράξης είναι η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, δηλαδή της δημιουργίας ή κατάργησης ενός δικαιώματος ή υποχρέωσης που δεν υφίσταντο πριν την έκδοσή της. Παράδειγμα πράξεων που δεν είναι εκτελεστές, συνοψίστηκαν από τον αδελφό Δικαστή Νικολάτο, στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 581/11, ημερ. 16.1.2012, στην οποία Αιτητής ήταν ο παρόν διάδικος. Σε σχέση με διοικητικά μέτρα εσωτερικής φύσης, τα οποία εντάσσονται στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών του Διευθυντή των Φυλακών, αναφέρθηκαν τα εξής:- «Στο σύγγραμμα Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης, 2η έκδοση, στις σελ. 116-118 αναφέρονται κάποια παραδείγματα εκτελεστών πράξεων και κάποια άλλα διοικητικών μέτρων εσωτερικής φύσης. Στην υπόθεση Vrahimis v. Republic
(1984)3(B) C.L.R. 1428 τονίστηκε ότι το διοικητικό δίκαιο διακρίνει τις δηλώσεις της διοίκησης οι οποίες είναι καθοριστικές των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των πολιτών, από τις πράξεις εσωτερικής φύσης οι οποίες δεν έχουν διακριτά νόμιμα αποτελέσματα. Ο καθηγητής Forsthoff (πρώτος Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας) στο σύγγραμμα του «The Administrative Act» κατηγοριοποιεί τις πράξεις ανάλογα με το κατά πόσον αναφέρονται σε μια «βασική σχέση» ή μόνο σε μια «λειτουργική σχέση». Μόνον οι πρώτες πράξεις υπόκεινται σε αναθεωρητικό δικαστικό έλεγχο. Μεταξύ των παραδειγμάτων που δίνει για τη λειτουργική σχέση είναι και οδηγία των Αρχών των Φυλακών να υποβληθεί ένας κρατούμενος σε ιατρική εξέταση. Ο καθηγητής Στασινόπουλος στο σύγγραμμα του «Το Δίκαιο των Διοικητικών Πράξεων» του 1991, στις σελ. 141-143, εξηγεί ότι η επιβολή πειθαρχίας, στα πλαίσια μιας λειτουργικής σχέσης, συνιστά πράξη η οποία συναρτάται με τη διοικητική σχέση που έχει ένα όργανο και αυτοί που υπόκεινται στην εξουσία του. Τέτοιες πράξεις βρίσκονται εκτός του δικαστικού ελέγχου καθότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Η εξουσία επιβολής πειθαρχίας, από ένα όργανο, θεωρείται, σε τέτοιες περιπτώσεις, ως θεσμικά απαραίτητη για τη λειτουργία του οργάνου. Κατά συνέπεια ποινές, παρεμφερείς με την άσκηση τέτοιας θεσμικής εξουσίας, διακρίνονται από τις, καθ΄ αυτό, πειθαρχικές ποινές, όπως είναι αυτές που επιβάλλονται σε δημοσίους λειτουργούς και οι οποίες έχουν άμεσες συνέπειες στην υπόσταση και τη σταδιοδρομία τους. Σύμφωνα με τη γαλλική διοικητική νομολογία, όπως την εξηγεί ο καθηγητής Τάχος, υπάρχει διάκριση μεταξύ διοικητικών πράξεων καθοριστικών νομικών δικαιωμάτων και εσωτερικών πράξεων της διοικήσεως. Τα δικαστήρια αποφασίζουν κατά πόσον μια πράξη ανήκει στην πρώτη ή τη δεύτερη κατηγορία, με ευελιξία, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνον τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας πράξης αλλά και τις συνέπειες που έχει στους πολίτες. Τα δικαστήρια λαμβάνουν επίσης υπόψη όχι μόνον τις σχετικές νομικές αρχές αλλά και ζητήματα πολιτικής του δικαίου. Κατά πόσον δηλαδή είναι επιθυμητό μια πράξη να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ή όχι. Συναφώς έχει αποφασιστεί ότι πράξεις που αφορούν σε πειθαρχικά μέτρα μαθητών σχολείων, είναι ανεπιθύμητο να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, εκτός εάν επηρεάζουν τη βασική σχέση μαθητή-σχολείου (Δέστε: Πολυχρόνης ν. Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 48). Ο καθηγητής Δαγτόγλου στο «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 3η έκδοση, του 1992, αναφέρει στη σελ. 238 ότι ο σχολικός κανονισμός που αφορά την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαθητών ενός σχολείου, έχει, εφόσον περιορίζεται σε εύλογα, από την ανάγκη ομαλής λειτουργίας του σχολείου επιβαλλόμενα όρια, εσωτερικό μόνο χαρακτήρα. Μέτρο εσωτερικής τάξεως αποτελεί και η επιβολή πειθαρχικής ποινής για την παράβαση των σχολικών κανονισμών, όταν η ποινή έχει μορφή και ένταση που δεν επηρεάζει τον πυρήνα της σχολικής σχέσεως. Στην πρόσφατη απόφαση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 316/11, ημερ. 3.8.11, (ο αιτητής ήταν ο ίδιος με τον παρόντα αιτητή), ο αδελφός Δικαστής Κωνσταντινίδης έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή των Φυλακών να απορρίψει το αίτημα του αιτητή να δέχεται επισκέψεις μελών της οικογένειας του, σε ανοικτό χώρο των Φυλακών (αντί σε κλειστό), συνιστούσε διοικητικό μέτρο εσωτερικής φύσης και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη. Στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 2009/06, ημερ. 8.6.07, (αφορά και πάλι τον ίδιο αιτητή), η αδελφή Δικαστής Παπαδοπούλου έκρινε ότι η απόφαση του Διευθυντή των Φυλακών να απαγορεύσει επισκέψεις φίλων του αιτητή στις Φυλακές, δεν συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά εσωτερικό μέτρο λειτουργίας και ασφάλειας των Φυλακών.» Σχετική είναι επίσης και η πρόσφατη υπόθεση Κίτα ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1545/10, ημερ. 10.2.2012 (πειθαρχική ποινή εγκλεισμού). Η προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, η πράξη δεν αφορά σε ποινή, αλλά απλώς σε μετακίνηση από μια πτέρυγα σε άλλη. Πρόκειται για πράξη εσωτερικής φύσης, όπως ο όρος καθορίστηκε νομολογιακά. Κατά την άποψή μου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα τα οποία να επηρεάζουν άμεσα και προσωπικά τον Αιτητή. Αυτό γιατί, με την έκδοσή της, δεν δημιουργούνται ούτε υποχρεώσεις αλλά και ούτε καταργείται κάποιο δικαίωμα του Αιτητή. Δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά στα δικαιώματα των κρατουμένων στην πτέρυγα «Ειδικό 8» με αυτή των υπόλοιπων κρατουμένων σε άλλες πτέρυγες. Η μόνη διαφορά φαίνεται να αφορά σε θέματα ασφάλειας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την άποψή μου, συνιστά εσωτερικό μέτρο, το οποίο λήφθηκε στα πλαίσια της αρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου, ήτοι τον Αν. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών και αποσκοπεί στην εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος το οποίο διευθύνει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μετακίνηση του Αιτητή από τη μια πτέρυγα των φυλακών σε άλλη, έγινε, όπως αναφέρεται στα γεγονότα, για σκοπούς ασφάλειας. Η πράξη μπορεί να παραλληλιστεί με την περίπτωση που ο προϊστάμενος μιας δημόσιας υπηρεσίας, για σκοπούς τους οποίους θεωρεί ότι εξυπηρετούν την υπηρεσία του καλύτερα, προβαίνει σε εσωτερικές μετακινήσεις. Τέτοιας φύσεως αποφάσεις δεν ελέγχονται από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού δεν υπάγονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ούτε τα όσα προβάλλει ο Αιτητής περί εκδικητικής συμπεριφοράς από μέρους του Αν. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών, μπορούν να υπαχθούν στον έλεγχο του Ανωτάτου. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περί εκδικητικής μεταχείρισης, κατά την άποψή μου μπορεί να υπαχθεί στον έλεγχο των αρμόδιων διοικητικών οργάνων και στα πλαίσια διοικητικής διαδικασίας και όχι στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, που αφορά στη συγκεκριμένη πράξη που προσδιορίζεται στην προσφυγή. Ως προς τα παράπονα του Αιτητή, ότι η εικοσαήμερη μετακίνησή του ήταν το αποτέλεσμα εκδικητικής συμπεριφοράς και εφόσον επηρέαζε τα δικαιώματα του, θα έπρεπε να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο, παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν από τον αδελφό δικαστή Νικολάτο, στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας κ.α., ανωτέρω, τα οποία και υιοθετώ:- «Κατά την κρίση μου και η ποινή που επιβλήθηκε στον αιτητή, από το Διευθυντή των Φυλακών, στην παρούσα υπόθεση συνιστά διοικητικό μέτρο εσωτερικής φύσης εφόσον εντάσσεται στα πλαίσια της άσκησης των εξουσιών του Διευθυντή των Φυλακών για διατήρηση της πειθαρχίας και της τάξης στο ίδρυμα ή και για πειθαρχικούς σκοπούς και δεν επηρεάζει την υπόσταση και τα έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αιτητή. Θεωρώ ότι οι ποινές που του επιβλήθηκαν εντάσσονται στο πλαίσιο της λειτουργικής σχέσης του σωφρονιστικού ιδρύματος με τον αιτητή, ο οποίος είναι φυλακισμένος εκεί. Είναι παραδεκτό, εξάλλου, ότι διοικητικά μέτρα εσωτερικής φύσης είναι δυνατό να επηρεάζουν, παρεμφερώς, κάποια δικαιώματα, όπως π.χ. το δικαίωμα εξόδου από τη χώρα στις περιπτώσεις που κάποιος τίθεται στον κατάλογο απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη φύση του μέτρου. Για σκοπούς πολιτικής του δικαίου εκτιμώ ότι δεν θα ήταν ορθό το Ανώτατο Δικαστήριο να καταστεί κριτής των μέτρων εσωτερικής πειθαρχίας που λαμβάνει ο Διευθυντής των Φυλακών με σκοπό την τήρηση της πειθαρχίας και της τάξης στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση βέβαια να σέβεται πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα των κρατουμένων-φυλακισμένων στις Φυλακές και να τους παρέχει τη δυνατότητα αναθεώρησης των αποφάσεων του Διευθυντή των Φυλακών, από ανεξάρτητο Σώμα, όμως αυτό δεν υπαγορεύει ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή θα πρέπει να υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, απευθείας, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Ονουφρίου ν. Κύπρου, αρ. Αιτήσεως 24407/04, ημερ. 7.1.10, η οποία επίσης αφορά τον παρόντα αιτητή και στην οποία παρατίθεται απόσπασμα από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας (CPT), ημερ. 5.4.2008. Στην υπόθεση εκείνη το ΕΔΑΔ έκρινε ότι η προσφυγή του αιτητή, που αφορούσε παράπονα του δυνάμει των άρθρων 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, ήταν παραδεκτή. Σημειώνω συναφώς ότι στην προαναφερόμενη απόφαση του ΕΔΑΔ το δικαστήριο παρατήρησε ότι δεν πείστηκε ότι το άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προσφέρει αποτελεσματική θεραπεία σε αιτητή που παραπονείται για απόφαση Διευθυντή των Φυλακών να τον θέσει σε απομόνωση και να περιορίσει τα δικαιώματα επισκέψεων του. Παρά την περί του αντιθέτου θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας (η οποία βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που προβάλλει στην παρούσα υπόθεση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου) το ΕΔΑΔ παρατήρησε ότι δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου απόφαση του Διευθυντή των Φυλακών, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, έχει προσβληθεί επιτυχώς, δια προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146. Δεν μου διαφεύγει η ύπαρξη του Συμβουλίου Φυλακών στο οποίο κάποιος, που διαφωνεί με απόφαση του Διευθυντή των Φυλακών δυνάμει των προαναφερόμενων κανονισμών, μπορεί να προσφύγει. Το κράτος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι προσφεύγοντες, στο Συμβούλιο των Φυλακών, έχουν όλα τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε να μπορούν να υποβάλλουν και να προωθούν τα οποιαδήποτε παράπονα τους, με τρόπο δίκαιο και πάντοτε με σεβασμό στα δικαιώματα τους, όπως υπέδειξε το ΕΔΑΔ στην Ονουφρίου ν. Κύπρου (ανωτέρω). Το ζήτημα του κατά πόσον χωρεί προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 146, από απόφαση του Συμβουλίου Φυλακών το αφήνω ανοικτό, εφόσον δεν έχω ακούσει σχετική επιχειρηματολογία και δεν εγείρεται στην παρούσα προσφυγή.» Για τους λόγους που εξήγησα, η προδικαστική ένσταση γίνεται δεχτή. Η προσβαλλόμενη πράξη κρίνεται μη εκτελεστή και η προσφυγή μη παραδεχτή. Έχοντας υπόψη ότι ο Αιτητής είναι κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, δεν επιδικάζω εις βάρος του οποιαδήποτε έξοδα. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο