← Κύπρος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1060/2011 και 1061/2011, 8/11/2012

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1060/2011 και 1061/2011, 8/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1060/2011 και 1061/2011) 8 Νοεμβρίου, 2012 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 1060/2011) ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
  2. ΕΦΟΡΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,
  3. ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. ________________________ (Υπόθεση Αρ. 1061/2011) ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ
  4. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ,
  5. ΕΦΟΡΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ,
  6. ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. Θ. Ανδρέου, για τον Αιτητή και στις δύο προσφυγές. Λ. Χριστοδουλίδου (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι δύο προσφυγές καταχωρήθηκαν από τον ίδιο Αιτητή. Με την προσφυγή αρ. 1060/2011, ο Αιτητής ζητά ακύρωση της απόφασης του Εφόρου Ασφαλίσεων η οποία περιέχεται σε σχετική επιστολή του ημερ. 26.5.2011 με την οποία αρνήθηκε να προωθήσει την αίτηση του Αιτητή ημερ. 7.4.2011, για εγγραφή του στο Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων, επιβάλλοντάς του, παράλληλα συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Με την προσφυγή αρ. 1061/2011, ο Αιτητής ζητά δήλωση ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να εκδώσουν απόφαση στην αίτηση του αιτητή, ημερ. 7.4.2011, για εγγραφή του στο Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων, μέσα στην προθεσμία τριών μηνών, ως η οφειλόμενη ενέργειά τους, σύμφωνα με το άρθρο 178

(2)του περί Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2002 (Ν. 35(Ι)/2002), στο εξής «ο Νόμος». Τα γεγονότα των δύο υποθέσεων Ο Αιτητής, στις 15.1.2009 εξασφάλισε από την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών (Καθ' ων η αίτηση 3), στο εξής «η Υπηρεσία», εγγραφή στο Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων, σύμφωνα με το άρθρο 170 του Νόμου, για να ενεργεί εκ μέρους των εταιρειών Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ και Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ. Στις 7.12.2009, οι πιο πάνω δύο ασφαλιστικές εταιρείες, με επιστολές τους προς την Υπηρεσία, ζητούσαν τη διαγραφή του Αιτητή από το εν λόγω Μητρώο και ενημέρωναν παράλληλα ότι όφειλε σ' αυτές τα ποσά των €56.458,97 και €38.106,08, αντίστοιχα. Στις 29.12.2009, η Υπηρεσία προέβη στη σχετική διαγραφή του Αιτητή χωρίς, όπως προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση, ο ίδιος να αντιδράσει. Όμως στη συνέχεια (8.3.2010) οι δικηγόροι του Αιτητή, απέστειλαν επιστολές στην Υπηρεσία, με κοινοποίηση στις πιο πάνω δύο ασφαλιστικές εταιρείες, με τις οποίες προέβαλλαν ότι, δεν αποστέλλονταν στον Αιτητή αναλυτικές καταστάσεις από τις πιο πάνω εταιρείες, ώστε να φαίνονται τυχόν οφειλές του με σκοπό την έγκαιρη τακτοποίησή τους. Οι δύο Ασφαλιστικές Εταιρείες, με επιστολή τους ημερ. 11.3.2010, προς την Υπηρεσία και με κοινοποίηση στους δικηγόρους του Αιτητή, απάντησαν στην επιστολή των τελευταίων και στους ισχυρισμούς του Αιτητή. Στην εν λόγω επιστολή, ανέφεραν ότι αποστέλλονταν στον Αιτητή μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών, όσον αφορά στην πορεία των εργασιών του με τις πιο πάνω εταιρείες και ότι στις καταστάσεις παρουσιάζετο με σαφήνεια το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην επιστολή επισυνάπτονταν αντίγραφα όλων των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Αιτητής, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τις πιο πάνω εταιρείες, δηλαδή, από 15.1.2009 μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της συνεργασίας τους στις 29.12.2009, ουδέποτε ενημέρωσε, ως όφειλε, την Υπηρεσία ότι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις δύο εταιρείες. Μετά από σχεδόν ένα χρόνο, ο Αιτητής, στις 7.4.2011, υπέβαλε στην Υπηρεσία αίτηση ημερ. 10.2.2011 για να εγγραφεί στο Μητρώο Ασφαλιστικών Συμβούλων ώστε να ενεργεί εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας Interlife Insurance Co Ltd. Ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις 11.5.2011, αποστάληκε στην Υπηρεσία αντίγραφο της αγωγής αρ. 254/2010 από την Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ και της αγωγής αρ. 7308/2010 από την Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ, εναντίον του Αιτητή. Ενόψει τούτου, στις 26.5.2011, αποστάληκε στον Αιτητή επιστολή με την οποία η Υπηρεσία του κοινοποιούσε την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι η αίτησή του δεν μπορούσε να τύχει περαιτέρω προώθησης στο παρόν στάδιο. Επίσης τον πληροφορούσε ότι σύμφωνα με το άρθρο 175
(2)του Νόμου, είχε υποχρέωση να ενημερώσει την Υπηρεσία, κατά πόσο είχε διευθετήσει τη διαφορά του με τις εταιρείες Εθνική Γενικών Ασφαλειών (Κύπρου) Λτδ και Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ. Στις 10.6.2011, ο Αιτητής μέσω των νέων δικηγόρων του, απέστειλε απαντητική επιστολή στην Υπηρεσία, με την οποία προέβαλλε ότι ως αιτητής για να εγγραφεί σε Μητρώο Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών δεν έχει υποχρέωση να διευθετήσει την οικονομική διαφορά που προέκυψε με τις δύο εταιρείες που συνεργαζόταν μέχρι πρόσφατα. Η Υπηρεσία σε απάντησή της ημερ. 4.7.2011 προς τους δικηγόρους του Αιτητή, τους πληροφορούσε ότι το περιεχόμενο της επιστολής της με ημερ. 26.5.2011 που αποστάληκε στον ίδιο τον Αιτητή, εξακολουθεί να ισχύει. Ο Αιτητής εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλει ουσιαστικά 5 λόγους ακύρωσης, ότι:-
(1)Παραβιάζει τα Άρθρα 25, 26, 29 και 30 του Συντάγματος και τα άρθρα 15 και 16 της ΕΣΑΔ,
(2)παραβιάζει τη σχετική Νομοθεσία,
(3)παραβιάζει τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου,
(4)είναι αποτέλεσμα μη δέουσας αιτιολογίας και
(5)είναι αποτέλεσμα κατάχρησης και ή υπέρβασης εξουσίας. Οι προδικαστικές ενστάσεις Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν 3 προδικαστικές ενστάσεις, δύο στην κάθε Αίτηση, με την πρώτη που αφορά στο έννομο συμφέρον να είναι κοινή:-
(1)Ο Αιτητής στερείται έννομου συμφέροντος γιατί όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε μέτρα για να την προσβάλει,
(2)η προσβαλλόμενη από τον Αιτητή πράξη δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά πληροφοριακού χαρακτήρα, αφού η εκτελεστή πράξη είναι άλλης ημερομηνίας και
(3)η καταχώριση δύο προσφυγών συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αφού και οι δύο προσβάλλουν την ίδια απόφαση. (Η τρίτη προδικαστική ένσταση, ηγέρθη στα πλαίσια της προσφυγής 1061/11) Προέχει η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων. Κατά πόσον ο Αιτητής στερείται έννομου συμφέροντος -Προδικαστική ένσταση 1 Η δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αυτή που περιέχεται στην επιστολή του Εφόρου, ημερ. 29.12.2009, με την οποία διαγράφεται ο Αιτητής από το σχετικό Μητρώο, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 179
(1)(α), δεν διατηρούσε σύμβαση συνεργασίας με οποιαδήποτε ασφαλιστική εταιρεία. Όμως αυτό είναι εσφαλμένο, αφού η απόφαση που προσβάλλεται είναι αυτή που περιέχεται στην επιστολή του Εφόρου ημερ. 26.5.2011, με την οποία κρίθηκε ότι σύμφωνα με τα άρθρα 170 και 175
(2)του Νόμου, η αίτηση του δεν μπορούσε να εξεταστεί περαιτέρω, καθότι υπήρχε οικονομική διαφορά με τις δύο ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες ήγειραν εναντίον του Αιτητή δύο αγωγές, οι οποίες ακόμη εκκρεμούσαν. Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Οι δύο πράξεις είναι εντελώς διαφορετικές. Η πρώτη, ημερ. 29.12.2009 είχε ως βάση την έλλειψη σύμβασης συνεργασίας και τη διαγραφή του από το Μητρώο, ενώ η δεύτερη είχε σχέση με την εκκρεμότητα οικονομικών διαφορών και όχι με την έλλειψη σύμβασης συνεργασίας. Η πρώτη αφορούσε τη διαγραφή του από το Μητρώο ως συνεργάτη των δύο ασφαλιστικών εταιρειών, Εθνική Ασφαλιστική (Κύπρου) Λτδ και Εθνική Γενικών Ασφαλίσεων (Κύπρου) Λτδ. Ο Αιτητής επέλεξε να μην προσβάλει με προσφυγή την απόφαση του Εφόρου να τον διαγράψει και το θέμα για την πρώτη πράξη, έληξε. Με τη δεύτερη απόφασή του, η οποία είναι και η προσβαλλόμενη, ο Έφορος αρνήθηκε να προωθήσει την αίτηση για εγγραφή του Αιτητή στο Μητρώο ως συνεργάτη της ασφαλιστικής εταιρείας Interlife Insurance Co Ltd, με την οποία προφανώς συνήψε σύμβαση συνεργασίας. Οι δύο πράξεις δεν συνδέονται μεταξύ τους και ως εκ τούτου η πρώτη προδικαστική ένσταση, ότι ο Αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος, καθότι όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την είχε προσβάλει, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά πόσον προσβάλλεται μη εκτελεστή διοικητική πράξη - Προδικαστική ένσταση 2 Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη με την προσφυγή 1060/11 απόφαση, δεν συνιστά εκτελεστή πράξη, αλλά πράξη πληροφοριακού χαρακτήρα. Ούτε η δεύτερη προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Η πράξη που περιέχεται στην επιστολή ημερ. 26.5.2011 και η οποία προσβάλλεται με την προσφυγή 1060/11, δεν είναι πληροφοριακού χαρακτήρα, αλλά εκτελεστή πράξη, εφόσον παράγει έννομα αποτελέσματα που επηρεάζουν τον Αιτητή. Δεν πρόκειται για πράξη καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα, αφού η διοίκηση δεν περιορίζεται στην έκφραση της πρόθεσης, αλλά εκφράζει τη βούληση της να μην εγγράψει τον Αιτητή στο Μητρώο. Κατά πόσον η καταχώρηση δύο προσφυγών για την ίδια πράξη, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας - Προδικαστική ένσταση 3 Είναι γεγονός ότι θα μπορούσε να κινηθεί μια μόνο προσφυγή, με την οποία να ζητούνται δύο συναφείς θεραπείες, ήτοι:- (α) ο έλεγχος της νομιμότητας της άρνησης της διοίκησης να προωθήσει την αίτηση για εγγραφή του Αιτητή στο Μητρώο, και σε περίπτωση επιτυχίας, όπως (β) η διοίκηση εκπληρώσει την οφειλόμενη ενέργεια της να προωθήσει την αίτηση και να απαντήσει στον Αιτητή μέσα στα χρονικά πλαίσια που ορίζει ο Νόμος (άρθρο 178
(2), Ν. 35(Ι)/2002) και το Σύνταγμα (Άρθρο 29). Όμως η έγερση δύο διαφορετικών προσφυγών, οι ποίες μεταξύ τους έχουν συνάφεια και στρέφονται κατά της ίδιας πράξης, δεν μπορεί να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, εφόσον οι δύο προσφυγές μπορούν να συνεκδικαστούν, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση, με τη συγκατάθεση των Καθ' ων η αίτηση και χωρίς να επηρεάζονται ουσιαστικά τα συμφέροντά τους. Με κάθε σεβασμό, διαφωνώ με τα αποφασισθέντα από τον αδελφό Δικαστή Νικολάτο, στην Κορνιώτης ν. Δημοκρατία, Συνεκδ. Υποθ. 90/11 και 91/11, ημερ. 23.4.2012, επί παρόμοιων προδικαστικών ενστάσεων. Αντίθετα, συμφωνώ με το σκεπτικό του αδελφού δικαστή Ναθαναήλ, στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. 92/11 και 93/11, ημερ. 30.3.2012. Οι λόγοι ακυρότητας Έρχομαι τώρα στους λόγους ακυρότητας. Παρόμοια θέματα με αυτά που εγείρονται από τον Αιτητή στους 5 λόγους ακυρότητας, έχουν εξεταστεί από το Ναθαναήλ, Δ. στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω. Έχω μελετήσει το σκεπτικό επί της ουσίας και συμφωνώ απόλυτα. Δεν έχω να προσθέσω οτιδήποτε άλλο χρήσιμο. Γι' αυτό παραθέτω το σχετικό μέρος του σκεπτικού, το οποίο και υιοθετώ:- «Επί της ουσίας, ο αιτητής κρίνεται ότι έχει δίκαιο. Αυτό διότι η προσβαλλόμενη πράξη ημερ. 2.12.2010 στηρίζεται στο άρθρο 175
(2)του Νόμου και στην κατ΄ ισχυρισμόν ελλειμματική αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής στον Τύπο ΕΑ/Δ.2. Το άρθρο 175
(2), προβλέπει τη δυνατότητα για την Έφορο οποτεδήποτε μετά την υποβολή αιτήσεως για εγγραφή στο Μητρώο οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, να απαιτήσει την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων «. ... που κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αιτήσεως.». Ορθά υποδεικνύει ο αιτητής μέσω του δικηγόρου του, ότι οι προϋποθέσεις για εγγραφή που τίθενται κάτω από το άρθρο 172
(1), αφορούν την ικανότητα και καταλληλότητα του φυσικού προσώπου που προτίθεται να ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης, παραπέμπει δε σε προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 171 του Νόμου. Αυτές αφορούν την ανάγκη κατοχής ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης που να καλύπτει οποιαδήποτε επαγγελματική αμέλεια, εκτός εάν η ασφάλιση αυτή, ή, άλλη ανάλογη εγγύηση, παρέχονται ήδη από ασφαλιστική ή άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας ο διαμεσολαβητής εξουσιοδοτείται να ενεργεί. Στην προκείμενη περίπτωση δεν τέθηκε πρόβλημα σε σχέση με ζήτημα που αφορά την εγγύηση. Το άρθρο 172
(2)του Νόμου, προνοεί επίσης ότι πρόσωπο λογίζεται ως ικανό για άσκηση των εργασιών του εφόσον διαθέτει επαρκείς γενικές εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες ανάλογα με τις εργασίες που προτίθεται να ασκεί είτε στον κλάδο γενικής φύσεως, είτε στον κλάδο ζωής. Περαιτέρω και ιδιαίτερα το εδάφιο
(3)του πιο πάνω άρθρου, προνοεί ρητά ότι πρόσωπο δεν λογίζεται να είναι κατάλληλο εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53
(5)(β) του Νόμου. Αναδρομή δε στο συγκεκριμένο αυτό άρθρο, αποκαλύπτει ότι η καταλληλότητα απόλλυται στις περιπτώσεις όπου πρόσωπο είτε καταδικάστηκε για πλαστογραφία, κλοπή, απάτη και σειρά άλλων αδικημάτων που καταγράφονται στην υποπαράγραφο (i), είτε κηρύχθηκε σε πτώχευση και δεν αποκαταστάθηκε, είτε κατείχε προηγουμένως ειδική συμμετοχή ή θέση διευθύνοντος προσώπου σε ασφαλιστική επιχείρηση, η άδεια της οποίας ανακλήθηκε για σοβαρή παραβίαση των υποχρεώσεων της, εκτός εάν ο αιτητής αποδείξει ότι ο ίδιος δεν συναίνεσε, ούτε συνέπραξε στην παραβίαση. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω, είναι ορθή η θέση του δικηγόρου του αιτητή ότι η εξουσία της Εφόρου να επιζητεί πρόσθετα στοιχεία που κρίνει αναγκαία, πρέπει να έχουν αναφορά σε σχέση με την εξέταση της αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο, η οποία αίτηση με τη σειρά της εξετάζεται στα πλαίσια των προαναφερομένων άρθρων του Νόμου, τα οποία, μεταξύ άλλων, αφορούν και την καταλληλότητα και ικανότητα ενός αιτητή, όπως αυτές προκαθορίζονται στον ίδιο το Νόμο. Ουδεμία εξουσία έχει η Έφορος να επιζητεί στοιχεία αναφορικά με τις τυχόν οικονομικές υποχρεώσεις του αιτητή που ενδεχομένως προέκυψαν από τη συνεργασία του με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και η αναζήτηση τέτοιων στοιχείων, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που περιέχεται στην ένσταση της Εφόρου, αλλά και στο διοικητικό φάκελο, είναι έξω από το νομοθετημένο πλαίσιο. Αυτό καθίσταται φανερό και από την επιστολή της Εφόρου ημερ. 3.8.2010 προς τον αιτητή, Παράρτημα 4 στην ένσταση, με την οποία του ζητήθηκε να δώσει εξηγήσεις αναφορικά με την οικονομική οφειλή του προς την Εθνική χωρίς να αναφερθεί από πού η Έφορος αντλούσε εξουσία για την παροχή τέτοιας εξήγησης. Αυτή η επιστολή της Εφόρου ακολούθησε την πληροφόρηση από την Εθνική στις 29.7.2010, Παράρτημα 2 στην ένσταση, ως προς τις οικονομικές οφειλές του αιτητή προς αυτήν. Η αλληλογραφία που ακολούθησε στις 22.9.2010 και 28.9.2010, μεταξύ της Εφόρου και της Εθνικής, (Παραρτήματα 7 και 8 στην ένσταση), ήταν σε αυτά τα πλαίσια και φαίνεται ότι επηρέασαν την απόφαση της Εφόρου ημερ. 2.12.2010, η οποία ζήτησε από τον αιτητή να βεβαιώσει την Έφορο ότι δεν υφίστατο κανένα πρόβλημα οικονομικής φύσεως μεταξύ αυτού και της Εθνικής. Τέτοιο ζητούμενο ή προϋπόθεση, όμως, για νόμιμη εξέταση αιτήσεως αιτητή για εγγραφή στο Μητρώο, δεν απαντάται οπουδήποτε στο Νόμο. Ούτε και το ίδιο το έντυπο ΕΑ/Δ.2, Παράρτημα 6 στην ένσταση, εμπεριέχει οτιδήποτε το σχετικό σε σχέση με εκκρεμότητα οικονομικής οφειλής από προηγούμενη συνεργασία ατόμου με ασφαλιστική εταιρεία. Ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε παράγραφος στο εν λόγω έντυπο που να αναφέρεται στην αναγκαιότητα εξόφλησης οποιασδήποτε οικονομικής οφειλής. Στην παρ. 10 του εντύπου, η προϋπόθεση που εκεί αναφέρεται είναι σε σχέση με τα προσόντα, όπως αυτά απαιτούνται από το Νόμο. Κατά παρόμοιο τρόπο και οι παρ. 11 και 12 αφορούν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ότι δηλαδή ο αιτούμενος την εγγραφή, πρέπει να συνυποβάλει πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου, σε διαφορετική δε περίπτωση αν υπάρχει, δηλαδή, καταδίκη για ένα εκ των αδικημάτων που εκεί αναφέρονται, θα πρέπει να δοθούν στοιχεία, καθώς και η ποινή που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο. Παρόμοια, ζητείται η υποβολή βεβαιώσεως μη πτώχευσης. Η παρ. 13, απαιτεί αντίγραφο της απαιτούμενης ασφάλισης αστικής ευθύνης. Γενικά, όλο το έντυπο επιζητεί την παροχή πληροφοριών σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου και τους Κανονισμούς. Καμία αναφορά δεν υπάρχει σε σχέση με οικονομικές οφειλές, πόσον μάλλον την εξόφληση αυτών. Διαφορετική αντιμετώπιση, θα ερχόταν ενδεχομένως σε αντίθεση με τις διατάξεις των Άρθρων 25 και 26 του Συντάγματος, διότι θα αντέβαινε στο δικαίωμα εργασίας και συμβατικής συνομολόγησης. Δεν θα ήταν δυνατό να αναμένεται η εξ ολοκλήρου εξόφληση τυχόν υποχρεώσεων σε προηγούμενη ασφαλιστική εταιρεία, ιδιαιτέρως όταν υπάρχει διάσταση θέσεων επί της οφειλής, όπως και εδώ όπου ηγέρθηκαν αγωγές και ανταπαίτηση, πριν ένας αιτητής δυνηθεί να εγγραφεί εκ νέου στο Μητρώο, για να ασκεί το επάγγελμα του διαμεσολαβητή. Η Δημοκρατία λέγει ότι δεν υπάρχει καμιά παραβίαση διότι η Έφορος απλά τήρησε τη νομοθεσία επιδιώκοντας, καθηκόντως, την παροχή στοιχείων προς εξέταση της αίτησης. Όπως, όμως, αποφασίσθηκε ήδη, δεν ήταν εντός των νομίμων δικαιωμάτων της Εφόρου να ζητήσει τα στοιχεία αυτά, θεωρώντας συνεπώς λανθασμένα και την αίτηση ελλιπή. Η απόφαση στην Κώστας Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, προσφ. αρ. 1550/2005, ημερ. 29.1.2007 (Κωνσταντινίδης, Δ.) είναι ευθέως σχετική. Το απόσπασμα που ακολουθεί εφαρμόζεται απόλυτα και εδώ: «Σε συμφωνία με τις εισηγήσεις του αιτητή, καταλήγω πως η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί το Νόμο. Το άρθρο 172
(1)αναφέρεται στην κρίση του Εφόρου σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 171 και δεν τίθεται εδώ θέμα μη συνύπαρξής τους. Τα περαιτέρω, αν δηλαδή ο αιτητής είναι πρόσωπο "ικανό και κατάλληλο για την άσκηση των εργασιών αυτών", τελούν υπό τις παραγράφους που ακολουθούν. Εκείνη της παραγράφου
(2)ως προς την ικανότητα που πάλιν δεν αφορά στην περίπτωση και εκείνη της παραγράφου 3 ως προς την καταλληλότητα, όπως τα έχω παραθέσει. Το άρθρο 53 αναφέρεται στην ικανότητα και καταλληλότητα διευθυνόντων κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία και, σε εκείνη την περίπτωση, προσδιορίστηκε το περιεχόμενο του όρου "ικανό και κατάλληλο" με τις παραγράφους 5(α) και 5(β). Το άρθρο 172
(3)παραπέμπει μόνο στο άρθρο 53
(5)(β), όχι στο (α), και σε αυτό και μόνο είναι δυνατό να εντοπιστεί ποιο πρόσωπο, για τους σκοπούς εγγραφής του ως ασφαλιστικού αντιπροσώπου, δεν λογίζεται κατάλληλος. Δεν περιλαμβάνεται σ΄ αυτό η μη εξόφληση οφειλής και στοιχειοθετείται λόγος ακυρότητας.» Στην πιο πάνω απόφαση, τα γεγονότα της οποίας ήταν πολύ παρόμοια με τα υπό κρίση δεδομένα, απορρίφθηκε εισήγηση της ίδιας δικηγόρου της Εφόρου, ότι το άρθρο 53
(5)(β) παρέχει ευρύτερη διακριτική εξουσία να θεωρηθεί αιτητής ακατάλληλος και για λόγους άλλους από αυτούς που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο. Παραμένει το ζήτημα της παράβασης οφειλόμενης ενέργειας. Παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει να εμπίπτει στην έννοια της «παράλειψης» του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Άλλως, πρόκειται για μη εκτελεστή διοικητική πράξη, όπως είναι η ρύθμιση μιας εσωτερικής λειτουργίας μιας αρχής ή ενός οργάνου. (Κουκκουλαρίδης ν. Ρ.Ι.Κ., υπόθ. αρ. 236/93, ημερ. 26.6.1996 και Yiallourou v. Republic
(1976)3 C.L.R. 214). Παράλειψη τοποθέτησης, για παράδειγμα, υπαλλήλων που επηρεάζονται σε νέες κλίμακες αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και είναι αναθεωρήσιμη ως εκτελεστή διοικητική παράλειψη (Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2001)3 Α.Α.Δ. 603), ενώ παράλειψη αναβάθμισης κλίμακος υπαλλήλου επίσης είναι αναθεωρήσιμη, (Ζωή Αδαμίδου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1304/09, ημερ. 31.5.2011). Στη Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 165, λέχθηκε ότι «Παραλείψεις της διοίκησης είναι εκτελεστές και μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο αναθεώρησης μόνο εφόσον η λήψη θετικής ενέργειας επιβάλλεται από το Νόμο.». Η Έφορος δυνάμει του άρθρου 178
(2)του Νόμου οφείλει να εκδώσει απόφαση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Επομένως, σαφέστατα το διοικητικό όργανο οφείλει να λάβει θέση και να εκδώσει απόφαση επί σχετικής αιτήσεως. Το ζητούμενο εδώ δεν είναι κατά πόσο η προθεσμία των τριών μηνών είναι ή όχι ανατρεπτική ή απλώς ενδεικτική, (δέστε για το θέμα και τις πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας στις Ανδρέας Στυλιανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 158/08, ημερ. 15.6.2011 και Σάββας Χαραλάμπους ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου, Α.Ε. αρ. 55/09, ημερ. 23.2.2012), και εσφαλμένα η Έφορος προχωρεί στην αγόρευση της να θέσει τέτοιο ζήτημα εφόσον η προσφυγή υπ΄ αρ. 93/2011 δεν επιζητεί την ακύρωση της διοικητικής απόφασης λόγω μη λήψης αυτής εντός της προθεσμίας, αλλά αντίθετα επιδιώκει την έκδοση της και γι΄ αυτό εισηγείται ότι υπάρχει παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Ορθά εισηγείται ο αιτητής ότι η διακριτική ευχέρεια που έχει η Έφορος με το να ζητήσει πρόσθετα στοιχεία, ουδόλως σχετίζεται ή συνδέεται με την έννομη παραγωγή διοικητικής πράξης. Όπως έχει ήδη αποφασιστεί, η Έφορος δεν είχε δικαίωμα αναζήτησης των συγκεκριμένων στοιχείων και επομένως ενήργησε έξω από την όποια διακριτική της ευχέρεια. Άλλωστε, η κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας ώστε να εκφεύγει των ακραίων ορίων της, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, διότι διαφορετικά η διοίκηση μπορεί να αποφεύγει με τον τρόπο αυτό το δικαστικό έλεγχο και ο ιδιώτης να στερείται της δικαστικής προστασίας, (δέστε Γέροντα, Λύτρα, Παυλόπουλου, Σιούτη, Φλογαίτη: «Διοικητικό Δίκαιο» (έκδ. 2004) σελ. 200 και Ψαθάς ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1089/2008, ημερ. 26.1.2010). Ούτε βεβαίως επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ο αιτητής επειδή δεν άσκησε το δικαίωμα του για ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό κατά το άρθρο 43 του Νόμου, όπως προνοείται από το άρθρο 178
(2). Πρόκειται βεβαίως για δυνητική και όχι υποχρεωτική ενέργεια που δυνατόν να λάβει ο αιτητής. Ποσώς δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του να τύχει απάντησης και απόφασης εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος. Θα μπορούσε ενδεχομένως να εγερθεί ζήτημα ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί απόφαση εντός της προθεσμίας και επομένως δεν υπάρχει παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας. Δεν είναι έτσι όμως που τοποθετείται η Δημοκρατία. Θέση της ήταν ότι δικαιωματικά ζήτησε πρόσθετα στοιχεία και επομένως η Έφορος δεν εξέτασε επί της ουσίας της την αίτηση για να εκδώσει απόφαση, θεωρώντας μάλιστα την προσβαλλόμενή πράξη ως πληροφοριακού χαρακτήρα. Όπως εξηγήθηκε, δεν νοείτο η Έφορος να ζητήσει τα συγκεκριμένα στοιχεία, ενεργώντας δε με τον τρόπο αυτό, δεν άσκησε εύλογη διακριτική ευχέρεια, αλλά αντίθετα απεμπόλησε την εξουσία της να αποφασίσει υπό το πρόσχημα της ευχέρειας.» Ενόψει των πιο πάνω, οι δύο προσφυγές θα πρέπει να επιτύχουν. Για διευκόλυνση της έκδοσης απόφασης, οι δύο προσφυγές αποσυνενώνονται. Στην προσφυγή 1060/11 η απόφαση ημερ. 26.5.2011 ακυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος, ενώ στην προσφυγή 1061/11 διατάσσεται όπως παν παραληφθέν εκτελεστεί. Ενόψει της συνένωσης και συνεκδίκασης των δύο προσφυγών, επιδικάζω υπέρ του Αιτητή €2.000 έξοδα, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.