P F C MOTORS LIMITED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1139/2009, 3/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1139/2009) 3 Δεκεμβρίου, 2012 [ΝΙΚΟΛΑ?ΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Ρ. F. C. MOTORS LIMITED , Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ, Καθ΄ων η αίτηση. _______________ Σ. Α. Ευαγγέλου, για τους Αιτητές. Ε. Συμεωνίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ______________ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, Δ.: Οι αιτητές είναι εταιρεία η οποία έχει την έδρα της στην Κοκκινοτριμιθιά και είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Φ.Π.Α. Η επιχειρηματική τους δραστηριότητα είναι η εμπορία κυρίως εισαγόμενων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Λειτουργοί του Τομέα Διερευνήσεων της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. ασκώντας τις εξουσίες τους βάσει των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι 2008, διενήργησαν έρευνα στα υποστατικά των αιτητών στις 8.10.2008, με σκοπό την επιβεβαίωση της ορθότητας των στοιχείων που περιέχονται στις φορολογικές δηλώσεις που είχαν υποβάλει στην ΄Εφορο Φ.Π.Α. και τη διερεύνηση πιθανών αδικημάτων. Η φορολογική περίοδος που ηλέγχθη ήταν από 1.8.2001 μέχρι 31.7.
- Με σκοπό τον έλεγχο των αγορών αυτοκινήτων των αιτητών από προμηθευτές στο Ηνωμένο Βασίλειο, προωθήθηκε στις 6.11.2008 αίτημα μέσω της Κεντρικής Υπηρεσίας Διασύνδεσης, στο αντίστοιχο γραφείο του Ηνωμένου Βασιλείου αναφορικά με τον προμηθευτή Peters Motors Ltd και ζητήθηκε να εξεταστεί κατά πόσο συγκεκριμένα αυτοκίνητα που περιλήφθηκαν σε κατάσταση που συνόδευε το αίτημα, είναι αυτοκίνητα δικαιούχα να πωληθούν με βάση το σχέδιο περιθωρίου κέρδους. Στις 23.1.2009 οι φορολογικές υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου ανταποκρίθηκαν και απάντησαν ότι για δεκαέξι αυτοκίνητα δεν μπορούσε να εφαρμοστεί το σχέδιο περιθωρίου κέρδους κατά την παράδοσή τους και την απόδοση του Φ.Π.Α. στην ΄Εφορο. Από τον έλεγχο των βιβλίων των αιτητών διαπιστώθηκε ότι για δεκατρία αυτοκίνητα που δεν είναι δικαιούχα για χρήση του σχεδίου περιθωρίου κέρδους, οι αιτητές εφάρμοσαν το σχέδιο περιθωρίου κέρδους για απόδοση του φόρου εκροών κατά την παράδοσή τους στη Δημοκρατία. Εν όψει των πιο πάνω η Έφορος Φ.Π.Α. (στος εξής «η ΄Εφορος»), έκρινε ότι οι φορολογικές δηλώσεις τις οποίες υπέβαλαν οι αιτητές για τις φορολογικές περιόδους από 1.11.2004 μέχρι 31.10.2007, ήταν ελλιπείς και/ή ανακριβείς και ως εκ τούτου η ΄Εφορος προέβη σε βεβαίωση φόρου με βάση το άρθρο 49 των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων του 2000 μέχρι
- Οι αιτητές ειδοποιήθηκαν με επιστολή ημερ. 9.6.2009 ότι όφειλαν να καταβάλουν στην ΄Εφορο συνολικό ποσό φόρου ύψους €35.337,
- Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αιτητές με την παρούσα προσφυγή. Υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη με το νόμο και το Σύνταγμα, ότι ελήφθη καθ΄ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας, στερείται αιτιολογίας, δεν είναι αποτέλεσμα επαρκούς έρευνας, ενώ είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και οι Κ.Δ.Π. 316/2001 και Κ.Δ.Π. 36/2002 πληρούνται, αφού τα αυτοκίνητα τα οποία πωλούσαν ήταν μεταχειρισμένα, δεν είχε εκδοθεί γι΄ αυτά τιμολόγιο ή άλλο παρόμοιο έγγραφο, ενώ ήταν οχήματα τα οποία δεν αποτελούσαν ενδοκοινοτική απόκτηση για τους αιτητές αφού ουδέποτε έδωσαν τον αριθμό εγγραφής τους στο Κυπριακό Μητρώο Φ.Π.Α. στην εταιρεία PML. Η βασική νομοθετική διάταξη που αφορά την εφαρμογή του σχεδίου περιθωρίου κέρδους σε μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, περιλαμβανομένων αυτών που εισάγονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης είναι το άρθρο 40 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν. 95(Ι)/2000, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «40.-
(1)Κανονισμοί που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο δύνανται να προβλέπουν σε σχέση με οποιαδήποτε περιγραφή παραδόσεων για τις οποίες εφαρμόζεται το παρόν άρθρο που μπορεί να καθορίζεται στους Κανονισμούς, ότι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δικαιούται να επιλέξει, όταν πραγματοποιεί παραδόσεις εκείνης της περιγραφής, να επιβάλλεται Φ.Π.Α. επί του περιθωρίου κέρδους επί των παραδόσεων, αντί επί της αξίας τους.
(2)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ακόλουθες παραδόσεις, δηλαδή - (α) παραδόσεις έργων τέχνης, αρχαιοτήτων ή αντικειμένων συλλογών. (β) παραδόσεις μηχανοκινήτων οχημάτων. και (γ) οποιαδήποτε παράδοση αγαθών μέσω προσώπου που ενεργεί ως αντιπρόσωπος αλλά στο δικό του όνομα, σε σχέση με την παράδοση.». Ο κανονισμός 8
(3)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμών του 2001, Κ.Δ.Π. 316/2001, ρυθμίζει τις περιπτώσεις που πρόσωπο δύναται να επιλέξει να αποδώσει το Φ.Π.Α. τον επιβλητέο επί της παράδοσης με αναφορά στο περιθώριο κέρδους επί της παράδοσης αντί στην αξία τους. Οι περιπτώσεις αυτές είναι: Όταν το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έλαβε την κατοχή των αγαθών δυνάμει (i) παράδοσης σε σχέση με την οποία κανένας Φ.Π.Α. δεν ήταν επιβλητέος δυνάμει του νόμου, (ii) παράδοσης επί της οποίας ο Φ.Π.Α. ήταν επιβλητέος επί του περιθωρίου κέρδους σύμφωνα με την παράγραφο
(1), (iii) πράξης εκτός από πράξη που αφορά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων επιχείρησης ή μέρους της επιχείρησης ως δρώσα οικονομική μονάδα η οποία θεωρήθηκε δυνάμει οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8
(3)του Νόμου ότι δεν είναι ούτε παράδοση αγαθών, ούτε παροχή υπηρεσιών, (
- iv)πράξης που αφορά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων επιχείρησης ή μέρους της επιχείρησης ως δρώσα οικονομική μονάδα η οποία δεν θεωρήθηκε ούτε ως παράδοση αγαθών ούτε ως παροχή υπηρεσιών αν ο μεταβιβάζων έλαβε την κατοχή των αγαθών κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παρούσα υποπαράγραφο, ή (
- v)αν τα αγαθά είναι έργα τέχνης, παράδοσης σε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο από το δημιουργό τους ή τους κληρονόμους του. Στην Ερμηνευτική Εγκύκλιο 87 της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. του Τμήματος Τελωνείων αναφέρεται ότι τα σχέδια περιθωρίου κέρδους που προβλέπονται στο άρθρο 40 της περί Φ.Π.Α. νομοθεσίας και ρυθμίζονται από τους περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμούς όπως έχουν τροποποιηθεί, μπορούν να εφαρμοστούν για συναλλαγές με πρόσωπα που ανήκουν σε άλλα κράτη μέλη, νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, το οποίο αγοράζει δικαιούχα αγαθά από ιδιώτη από άλλο κράτος μέλος, από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο παραδίδει τα αγαθά με βάση σχέδιο περιθωρίου, αντίστοιχο με αυτό που προβλέπεται στο άρθρο 40 της περί Φ.Π.Α. νομοθεσίας, έχει δικαίωμα να εφαρμόσει σχέδιο περιθωρίου κατά την παράδοση των δικαιούχων αγαθών στη Δημοκρατία. Σε μια τέτοια περίπτωση ο τόπος φορολόγησης της αγοράς δικαιούχου αγαθού είναι το κράτος μέλος από όπου αυτό αγοράζεται. Η μεταπώληση των δικαιούχων αγαθών στην Κύπρο, φορολογείται στην Κύπρο με τη χρήση του σχεδίου περιθωρίου κέρδους, δηλαδή για το περιθώριο κέρδους που πραγματοποιείται στην Κύπρο. Όμως, υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο στη Δημοκρατία που πραγματοποιεί απόκτηση αγαθών από άλλο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο σε άλλο κράτος μέλος, όταν ο πωλητής στο άλλο κράτος μέλος δεν εφάρμοσε αντίστοιχο σχέδιο περιθωρίου κέρδους, δεν έχει δικαίωμα να εφαρμόσει σχέδιο περιθωρίου για τη μεταγενέστερη παράδοση των εν λόγω αγαθών στη Δημοκρατία, έστω και αν τα αγαθά είναι δικαιούχα αγαθά. Σε τέτοια περίπτωση το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο στη Δημοκρατία έχει υποχρέωση να αποδώσει λογαριασμό για την απόκτηση των αγαθών, σύμφωνα με τις κανονικές διατάξεις της περί Φ.Π.Α. νομοθεσίας για απόκτηση αγαθών, καθότι ο τόπος φορολόγησης αποκτήσεων είναι το κράτος μέλος του προσώπου που πραγματοποιεί την απόκτηση. ΄Εχει επίσης υποχρέωση να επιβάλει και να αποδώσει Φ.Π.Α. επί της αξίας της παράδοσης, όταν θα παραδώσει τα αγαθά στη Δημοκρατία. Όπως η εγκύκλιος συνεχίζει, κατ΄ ανάλογο τρόπο, εμπορευόμενος, υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο στη Δημοκρατία, που παραδίδει δικαιούχα αγαθά έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει σχέδιο περιθωρίου για παράδοση σε πρόσωπο σε άλλο κράτος μέλος. Σε τέτοια περίπτωση οφείλει να αποδώσει Φ.Π.Α. στη Δημοκρατία επί του περιθωρίου κέρδους. Ο Κύπριος εμπορευόμενος όμως μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει το σχέδιο για παράδοση δικαιούχων αγαθών σε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο σε άλλο κράτος μέλος και σε τέτοια περίπτωση θα πραγματοποιήσει ενδοκοινοτική παράδοση των δικαιούχων αγαθών, με μηδενικό συντελεστή Φ.Π.Α. αν πληρούνται οι προϋποθέσεις σύμφωνα με την ερμηνευτική εγκύκλιο υπ΄ αρ. 85. Στην ίδια εγκύκλιο σημειώνεται ότι το σχέδιο περιθωρίου εφαρμόζεται και για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Η τιμή στην οποία αποκτήθηκε μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, που λαμβάνεται υπ΄ όψιν για σκοπούς υπολογισμού του περιθωρίου κέρδους, περιλαμβάνει και το φόρο κατανάλωσης που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε σε ισχύ περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, (Κ.Δ.Π. 36/2002), δεν περιλαμβάνει όμως έξοδα μεταφοράς, επισκευής κλπ. Στην ίδια εγκύκλιο υπενθυμίζεται ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής σχεδίου περιθωρίου για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα τα οποία εισάγονται στη Δημοκρατία από χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του σχεδίου περιθωρίου κέρδους είναι τα αυτοκίνητα που πωλήθηκαν με βάση το σχέδιο αυτό, να ήταν δικαιούχα για να ενταχθούν στο σχέδιο. Οι αιτητές παραθέτουν στην αγόρευσή τους τους λόγους για τους οποίους πιστεύουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για να τους επιτραπεί να χρησιμοποιήσουν το περιθώριο κέρδους. Υποστηρίζουν ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και οι Κ.Δ.Π. 316/2001 και Κ.Δ.Π. 36/2002, αφού τα αυτοκίνητα τα οποία πωλούσαν ήταν μεταχειρισμένα και δεν είχε γι΄αυτά εκδοθεί τιμολόγιο το οποίο να δείχνει ποσό Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ήταν αυτοκίνητα τα οποία δεν αποτελούσαν ενδοκοινοτική απόκτηση για τους αιτητές, αφού ουδέποτε είχαν δώσει τον αριθμό εγγραφής τους στο Κυπριακό Μητρώο Φ.Π.Α. στην PML. Οι αιτητές περαιτέρω ισχυρίζονται ότι δεν είχε εκδοθεί οποιοδήποτε τιμολόγιο το οποίο να δείχνει ποσό ως Φ.Π.Α. ή ως αποδοτέο ως Φ.Π.Α., όπως είναι μια από τις προϋποθέσεις του κανονισμού 8
(4)της Κ.Δ.Π. 316/2001. Ο κανονισμός 8
(4)(α) προβλέπει ότι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο δεν μπορεί να προβεί σε επιλογή δυνάμει της παραγράφου (
- i)όταν η συναλλαγή είναι μίσθωση, (
- ii)τιμολόγιο ή παρόμοιο έγγραφο που δείχνει ποσό ότι είναι Φ.Π.Α. ή ότι είναι αποδοτέο ως Φ.Π.Α. εκδίδεται σε σχέση με τη συναλλαγή, (iii) η παράδοση είναι αγαθών που διατίθενται κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρονται στον κανονισμό 3
(1)(α), (β) ή (γ) αλλά που δεν αγνοείται δυνάμει εκείνου του κανονισμού. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην περίπτωσή τους γιατί τα τιμολόγια τα οποία έλαβαν από τον Άγγλο πωλητή, ανέφεραν ότι κανένα ποσό Φ.Π.Α. δεν είχε διεκδικηθεί. Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές η φράση που αναγράφεται στα τιμολόγια "VAT has not and will not be claimed in respect of the vehicle sold on this invoices" (Φ.Π.Α. δεν έχει και δεν θα απαιτηθεί αναφορικά με το όχημα το οποίο πωλήθηκε με το παρόν τιμολόγιο), η φράση εισήχθη από την PML γιατί τέτοιες ήταν οι απαιτήσεις των διατάξεων της αγγλικής νομοθεσίας για τα τιμολόγια αγοράς και πώλησης του σχεδίου περιθωρίου κέρδους. Αντίστοιχες διατάξεις υπάρχουν και στην κυπριακή νομοθεσία αφού πρόκειται για εναρμονιστικές διατάξεις. Οι αντίστοιχες κυπριακές νομοθετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στη γνωστοποίηση υπ΄ αρ. Κ.Δ.Π. 36/2002 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 17 και 18. Η υποπαράγραφος (η) των κανονισμών 17 και 18 της Κ.Δ.Π. 36/2002 αναφέρει το λεκτικό που πρέπει να αναγράφεται στα τιμολόγια των αυτοκινήτων που πωλούνται με βάση το σχέδιο περιθωρίου κέρδους: «(η) Σε περίπτωση που αγοράζονται αγαθά από εγγεγραμμένο πρόσωπο, δήλωση υπογραμμένη από τον πωλητή ότι τα αγαθά έχουν πωληθεί στην αναγραφόμενη τιμή και ότι «δεν έχει διεκδικηθεί έκπτωση φόρου εισροών και δεν πρόκειται να διεκδικηθεί έκπτωση φόρου εισροών και δεν πρόκειται να διεκδικηθεί από μένα σε σχέση με τα αγαθά που πωλούνται με αυτό το τιμολόγιο». Οι καθ΄ ων η αίτηση στην έρευνά τους βασίστηκαν στις πληροφορίες που είχαν καταχωρηθεί από τους αιτητές στο βιβλίο αποθεμάτων, στο οποίο ήταν καταγραμμένοι οι αριθμοί των τιμολογίων αγοράς από τον ΄Αγγλο πωλητή. Με βάση τα στοιχεία αυτά προχώρησαν σε επαλήθευση των στοιχείων και κατ΄ επέκταση επιβεβαίωση από τις βρεττανικές αρχές στις οποίες έχουν αποταθεί ότι οι αιτητές λανθασμένα εφάρμοζαν στις πωλήσεις αυτών των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων το σχέδιο περιθωρίου κέρδους, με αποτέλεσμα να αποδίδει στο κράτος Φ.Π.Α. μόνο επί τους κέρδους του και όχι επί της αξίας του αυτοκινήτου. ΄Ετσι οι καθ΄ ων η αίτηση απέστειλαν συγκεκριμένο ερώτημα στις βρεττανικές αρχές καλώντας τες να επιβεβαιώσουν κατά πόσο τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα ήταν αυθεντικά αυτοκίνητα περιθωρίου κέρδους και αν δεν ήταν, κατά πόσο ο προμηθευτής έχει αξιώσει την απόδοση της καταβολής Φ.Π.Α. Οι βρεττανικές αρχές ανταποκρίθηκαν και πληροφόρησαν ότι συγκεκριμένα αυτοκίνητα αγοράστηκαν με τιμολόγια Φ.Π.Α. και συνεπώς δεν εδικαιούντο να πωληθούν με βάση το σχέδιο περιθωρίου κέρδους, παρ΄ όλον ότι ο προμηθευτής δεν είχε αξιώσει την επιστροφή οποιουδήποτε φόρου για τα αυτοκίνητα αυτά. Ύστερα από την πιο πάνω απάντηση των αρμόδιων βρεττανικών αρχών, οι καθ΄ ων η αίτηση θεώρησαν ότι οι αιτητές λανθασμένα εφάρμοσαν στα πλείστα αυτοκίνητα το σχέδιο περιθωρίου κέρδους και συνεπώς οι παραδόσεις του Άγγλου πωλητή ήταν ενδοκοινοτικές παραδόσεις. Η έρευνα στην οποία προέβηκαν οι βρεττανικές αρχές κατέδειξε ότι τα πλείστα αυτοκίνητα δεν δικαιούνταν να πωληθούν από τους αιτητές με βάση το περιθώριο κέρδους γιατί ούτε ο Άγγλος προμηθευτής δικαιούτο να τα πωλήσει με βάση το περιθώριο κέρδους. Όπως ορθά παρατηρούν οι καθ΄ ων η αίτηση στη γραπτή τους αγόρευση όφειλαν να εφαρμόσουν τις αρχές της ορθής φορολογικής μεταχείρισης για τις πιο πάνω συναλλαγές μόνο όταν είχαν σφαιρική γνώση των γεγονότων την οποία απέκτησαν ύστερα από την επαφή τους με τις βρεττανικές αρμόδιες αρχές, διαδικασία η οποία συνάδει με τις σχετικές θεσμοθετηθείσες από την Ευρωπαϊκή Ένωση διαδικασίες αμοιβαίας συνδρομής κατά τη διενέργεια των φορολογικών ελέγχων, ακριβώς για να εξακριβώνονται τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και να διασφαλίζεται ο υγιής φορολογικός ανταγωνισμός μεταξύ των εμπορευομένων στα διάφορα κράτη μέλη. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι δεν θα πρέπει να καταδικαστούν για παραλείψεις ή λάθη άλλων εμπορευόμενων σε άλλα κράτη αφού δεν είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν το φορολογικό χειρισμό του. Ούτε αυτό το επιχείρημα ευσταθεί. Το σχέδιο περιθωρίου κέρδους εφαρμόζεται από τα υποκείμενα στο φόρο πρόσωπα εθελοντικά και η εφαρμογή του σχεδίου καθίσταται νόμιμη νοουμένου ότι το πρόσωπο που το εφαρμόζει έχει τηρήσει όλα τα προβλεπόμενα. Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι χωρίς την τήρηση όλων των προβλεπομένων για την εφαρμογή του σχεδίου δεν μπορούσαν να αποδώσουν φόρο στο περιθώριο κέρδους. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Nicolas Tyrimos Tavern Restaurant Ltd
(2000)3 Α.Α.Δ. 679, 685, ο Φ.Π.Α. είναι αυτοβεβαιούμενος φόρος, η δε καταγραφή ή λήψη όλων των απαραίτητων πληροφοριών που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και πληρωμή του αποτελεί ευθύνη του επιχειρηματία (βλέπε ακόμα Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 21). Οι αιτητές είχαν συνεπώς την ευθύνη να ελέγξουν κατά πόσο τα αγαθά που ενέταξαν στο σχέδιο περιθωρίου κέρδους ήταν δικαιούχα να ενταχθούν σε αυτό. Χαρακτηριστική είναι η παράγραφος 16 της γνωστοποίησης που ρυθμίζει τα ζητήματα του σχεδίου περιθωρίου κέρδους (Κ.Δ.Π. 36/2002): «16.-
(1)Σε περίπτωση που υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αγοράζει αγαθά τα οποία προτίθεται να περιλάβει στο σχέδιο, πρέπει- (α) να ελέγξει ότι τα αγαθά είναι δικαιούχα για το σχέδιο.» Παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στην παράγραφο 18 της Κ.Δ.Π. 36/2002 η οποία προβλέπει ότι σε περίπτωση που υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο πωλεί δικαιούχα αγαθά, πρέπει να ελέγξει ότι έχει ακολουθήσει τις διατάξεις της παραγράφου 16, διαφορετικά δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το σχέδιο. Η υποχρέωση αναζήτησης όλων των απαιτούμενων πληροφοριών βάρυνε τους αιτητές. Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι βασίστηκαν μόνο στα τιμολόγια από τον ΄Αγγλο προμηθευτή για να θεωρήσουν ότι τα αυτοκίνητα αυτά θα μπορούσαν να πωληθούν κάτω από το σχέδιο περιθωρίου κέρδους. ΄Ομως αυτό δεν ήταν αρκετό αφού προφανώς οι αιτητές παρέβλεψαν ορισμένα στοιχεία που θα τους επέτρεπαν να αντιληφθούν, όπως αντιλήφθηκαν και οι καθ΄ ων η αίτηση, ότι τα αυτοκίνητα δεν ήταν δικαιούχα. Οι αιτητές υποστηρίζουν ακόμα ότι η αρχή της αναλογικότητας καθορίζει ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει και οι απαιτήσεις που πρέπει να έχει ένα κράτος μέλος από τους φορολογούμενούς του για σκοπούς εφαρμογής των νομοθεσιών, δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού του μέτρου. Σημειώνουν ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Υπηρεσία Φ.Π.Α. του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλαδή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο προμηθευτής από τον οποίο προμηθεύονται οχήματα, να τους επιβεβαιώσουν ότι όντως οι όροι κάτω από τους οποίους τα πωλούσαν, είναι ορθοί. Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές οι αρχές αυτές επιβεβαιώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων μεταξύ των οποίων και η υπόθεση C-409/04 (Teleos Plc and Others v. Commissioners of Customs and Excise) ημερ. 27.9.2007. Θα συμφωνήσω με τους καθ΄ ων η αίτηση ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Teleos Plc, ανωτέρω, δεν είναι τα ίδια με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η υπόθεση Teleos πράγματι αφορά ενδοκοινοτική συναλλαγή και το κατά πόσο τα αγαθά μεταφέρθηκαν εκτός της χώρας με ευθύνη των αγοραστών, οι οποίοι υπέγραψαν έγγραφα για την ανάληψη της υποχρέωσης για απομάκρυνσή τους. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξαν τρίτοι στη συναλλαγή, ούτε και έγινε φοροαποφυγή από τρίτους με αποτέλεσμα να επηρεαστούν οι αιτητές. Στην ουσία η φοροαποφυγή έγινε από τους ίδιους τους αιτητές. Καταλήγω ότι εφ΄ όσον οι αιτητές επέλεξαν να εφαρμόσουν το σχέδιο περιθωρίου κέρδους έπρεπε να προβούν στην κατάλληλη έρευνα για να βεβαιωθούν ότι τα επίδικα αυτοκίνητα ήταν δικαιούχα κάτω από το σχέδιο περιθωρίου κέρδους. Οι αιτητές τέλος υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε γιατί οι ίδιοι δεν εξέφρασαν επιθυμία συμβιβασμού. Ο ισχυρισμός βασίζεται στο εσωτερικό σημείωμα των καθ΄ ων η αίτηση (Παράρτημα 1 στην ένσταση) και συγκεκριμένα στη σελ. 4, στα όσα αναφέρει ο κ. Θεοφ. Σκαπούλλης, ότι δηλαδή η υπόθεση θα οδηγηθεί σε ποινικό δικαστήριο αφού ο διευθυντής (των αιτητών) κ. Χρίστος Παπαδόπουλος δεν εξέφρασε επιθυμία συμβιβασμού. Σύμφωνα πάντα με τους αιτητές η προσέγγιση των καθ΄ ων η αίτηση ουσιαστικά ισοδυναμεί με παραδοχή ότι επειδή δεν μπορούσαν να προχωρήσουν εναντίον τους εξέδωσαν βεβαίωση, η οποία είναι αυθαίρετη και ελήφθη καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Και αυτό το επιχείρημα θα πρέπει να απορριφθεί. Το θέμα της ποινικής δίωξης και η διαδικασία έκδοσης βεβαίωσης φόρου είναι δύο ανεξάρτητες διαδικασίες. Η βεβαίωση φόρου προέκυψε γιατί οι αιτητές όφειλαν να είχανε αποδώσει στο κράτος φόρο επί ολόκληρης της αξίας των αυτοκινήτων και όχι μόνο στο κέρδος. Η ποινική τους δίωξη δεν έχει σχέση με τη βεβαίωση αυτή αλλά αφορά ενέργειες των αιτητών οι οποίες συνιστούν ποινικά αδικήματα με βάση το νόμο, όπως ενέργειες που δυνατόν να ενέχουν στοιχεία απάτης. Δεν αντιλαμβάνομαι πως τα δύο θέματα σχετίζονται, ούτε συμφωνώ ότι έχει παρατηρηθεί κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης. Εν όψει όλων των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Φρ. Νικολαΐδης, Δ. /ΜΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο