← Κύπρος

ΑΛΙΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1195/2011, 30/1/2013

ΑΛΙΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1195/2011, 30/1/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1195/2011) 30 Ιανουαρίου

  1. [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΛΙΚΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αιτήτρια - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση ----------------------------------- Α. Κωνσταντίνου, για την Αιτήτρια. Λ. Λάμπρου-Ουστά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. Καμιά εμφάνιση για τα Ενδιαφερόμενα Μέρη. ------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η αιτήτρια επεδίωξε διορισμό ή προαγωγή στη θέση Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού Α΄, αλλά μετά τις εκθέσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής και της προφορικής συνέντευξης ενώπιον της Ε.Δ.Υ., η τελευταία προήγαγε τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη αντ΄ αυτής, από 1.5.
  2. Η προσφυγή υπ΄ αρ. 695/2007 που η αιτήτρια καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο και η οποία συνεκδικάστηκε με τις προσφυγές υπ΄ αρ. 742/2007 και 1035/2007, πέτυχε εν μέρει με την ακύρωση της προαγωγής των εδώ ενδιαφερομένων μερών, αλλά απερρίφθη ως προς δύο άλλους επιλεγέντες. Ο λόγος ακύρωσης εστιάστηκε στην κρίση του Δικαστηρίου (Νικολαΐδης, Δ.), ότι η καθοριζόμενη ως πλεονέκτημα από το σχέδιο υπηρεσίας με την παρ. 3

(6), ευδόκιμη πείρα στο Γενικό Διοικητικό Προσωπικό, που η αιτήτρια δεν κατείχε, ήταν ultra vires, αντισυνταγματική και άκυρη, παραβιάζουσα το Άρθρο 28 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας. Η αιτήτρια, παρά την ευνοϊκή γι΄ αυτήν απόφαση, καταχώρησε την Αναθεωρητική Έφεση υπ΄ αρ. 171/2010 εναντίον του μέρους εκείνου της απόφασης που ήταν απορριπτική για τις θέσεις της, ότι η σύσταση του διευθυντή ήταν άκυρη ως συγκρουόμενη με τα στοιχεία των φακέλων και ότι η Ε.Δ.Υ. πλανήθηκε ως προς τη διαφορά στην αξιολόγηση των υποψηφίων κατά την προφορική συνέντευξη, έφεση η οποία εκκρεμεί. Η Ε.Δ.Υ. προχώρησε στην επανεξέταση των δύο κενών θέσεων και με σχετική απόφαση της, ημερ. 2.9.2011, διόρισε ή προήγαγε εκ νέου τα ενδιαφερόμενα μέρη αναδρομικά από 1.5.2007. Η αιτήτρια προβάλλει αριθμό λόγων για την επιδιωκόμενη ακύρωση και της νέας απόφασης της Ε.Δ.Υ. Εισηγείται εν πρώτοις ότι υπερέχει έναντι του ενδιαφερομένου μέρους Μαρίας Αλεξάνδρου σε αρχαιότητα, πείρα και στην προτίμηση του σχεδίου υπηρεσίας και έναντι του ενδιαφερομένου μέρους Πατρίνας Ταραμίδου σε αρχαιότητα και πείρα. Περαιτέρω, ότι η Ε.Δ.Υ. έλαβε ουσιωδώς υπόψη της κατά την επιλογή των ενδιαφερομένων μερών την τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής για να παρακάμψει την αρχαιότητα ή προτίμηση του σχεδίου υπηρεσίας στα οποία υπερείχε η αιτήτρια. Και ενώ με την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή αρ. 695/2007, η παρ. 3
(6)του σχεδίου υπηρεσίας αναφορικά με το πλεονέκτημα κηρύχθηκε ultra vires του Νόμου και αντισυνταγματική, η νέα Συμβουλευτική Επιτροπή, ενώ αγνόησε το πλεονέκτημα αφαιρώντας το από τους υποψήφιους, εν τούτοις δεν μείωσε και τη γενική αξιολόγηση σ΄ όλους εκείνους τους υποψηφίους στους οποίους πιστώθηκε αρχικά το πλεονέκτημα. Συγκεκριμένα, η βαθμολογία του ενδιαφερομένου μέρους Μαρίας Αλεξάνδρου παρέμεινε η ίδια παρά την αφαίρεση του πλεονεκτήματος. Η αιτήτρια επίσης εισηγείται ότι η σύσταση του Διευθυντή ήταν τρωτή διότι συγκρουόταν με τα στοιχεία των φακέλων, θέμα που ήγειρε και στην προηγούμενη προσφυγή της, πλην, όμως, απεφασίσθη εναντίον της και συνεπώς παραμένει ως λόγος που μπορεί να προωθηθεί και στην παρούσα περίπτωση. Τέλος, η Ε.Δ.Υ. πλανήθηκε ως προς τη διαφορά της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση δίδοντας σε αυτή υπέρμετρη βαρύτητα, ενώ η διαφορά ήταν στην ουσία οριακή. Και αυτός ο λόγος ακύρωσης νομίμως προωθείται, σύμφωνα με την αιτήτρια, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον είχε εγερθεί και στην προηγούμενη προσφυγή και η κρίση του Δικαστηρίου αμφισβητείται με την προαναφερθείσα Αναθεωρητική Έφεση. Η αντίθετη θέση της Δημοκρατίας για την Ε.Δ.Υ., είναι ότι καθόλα νόμιμα έγινε η κρίση για την προαγωγή και πάλι των ενδιαφερομένων μερών μετά από την επανεξέταση, η οποία επανεξέταση έγινε στη βάση των πραγματικών και νομικών δεδομένων που υπήρχαν κατά την πρώτη εξέταση του όλου ζητήματος μετά την ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή υπ΄ αρ. 695/2007 και στο βαθμό που η απόφαση αυτή άφησε αλώβητη την κρίση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, αλλά και την κρίση της ίδιας της Ε.Δ.Υ., επί των επί μέρους κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη. Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται ούτε σύγκρουση της σύστασης του Διευθυντή με τα στοιχεία των φακέλων, ούτε υπερτερεί η αιτήτρια έναντι των ενδιαφερομένων μερών σε αξία και πείρα και εν πάση περιπτώσει η Ε.Δ.Υ. συνυπολόγισε όλα τα δεδομένα περιλαμβανομένης και της αρχαιότητας της αιτήτριας και ευλόγως προήγαγε τα ενδιαφερόμενα μέρη έχοντας υπόψη όλα τα κριτήρια, αλλά και την αξιολόγηση των υποψηφίων στην ενώπιον της προφορική εξέταση. Η Ε.Δ.Υ. άσκησε εύλογη διακριτική ευχέρεια, ενώ είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν υποκαθιστά με τη δική του κρίση την επιλογή της Ε.Δ.Υ., εφόσον κινείται στα ορθά όρια. Η Ε.Δ.Υ. επίσης στην αγόρευση της εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει τα ίδια θέματα που έχει προβάλει και προηγουμένως στην προσφυγή αρ. 695/2007 και τα οποία αποφασίστηκαν εναντίον της και αυτό υπό το φως ότι η αναθεωρητική έφεση που καταχωρήθηκε από την αιτήτρια δεν έχει ακόμη εκδικαστεί. Παρατηρείται από τα στοιχεία που έχουν καταχωρηθεί στην ένσταση ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή, όπως επανασυστάθηκε για σκοπούς πλήρωσης της επίδικης θέσης, (μετά από γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας ενόψει της μετακίνησης σε άλλες θέσεις δύο εκ των μελών της), αρχικά δεν περιέλαβε την αιτήτρια στη σύσταση που έδωσε στις 19.4.2011 (Παράρτημα 8 στην ένσταση), αλλά η Ε.Δ.Υ., ορθά πράττοντας, ζήτησε επαναξιολόγηση για όλους τους υποψήφιους περιλαμβανομένης και της αξιολόγησης επί της κατοχής των απαιτουμένων προσόντων από τους υποψήφιους. Στη συμπληρωματική έκθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ημερ. 7.6.2011, (Παράρτημα 13 στην ένσταση), παρατέθηκε η ζητηθείσα αξιολόγηση των δέκα υποψηφίων που λαμβάνονταν υπόψη για σκοπούς επανεξέτασης, συστήνοντας τελικώς οκτώ από αυτούς, μεταξύ των οποίων συμπεριέλαβε αυτή τη φορά και την αιτήτρια. Η Ε.Δ.Υ. στη συνέχεια αποφάσισε να περιλάβει στην επανεξέταση από την ίδια και έτερο πρόσωπο, το οποίο επίσης είχε αξιολογηθεί κατά την τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ως «πολύ καλός», όπως και η αιτήτρια και έτερο πρόσωπο. Η αιτήτρια γεννήθηκε στις 26.3.1971 και αποφοίτησε από το Λύκειο Ακρόπολης με άριστα. Απέκτησε το Bachelor of Arts in Contemporary European Studies από το University of North London το 1992, με βαθμό 2.1 και απέκτησε το Master of Science in European Studies το 1993 από το London School of Economics. Διορίστηκε ως έκτακτος Λειτουργός Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών το Νοέμβριο του 1994 και υπηρέτησε ως έκτακτος Λειτουργός στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ Οκτωβρίου 1995 και Φεβρουαρίου 1996. Διορίστηκε μόνιμη Λειτουργός στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών τον Ιανουάριο του 1997. Το ενδιαφερόμενο μέρος Μαρία Αλεξάνδρου γεννήθηκε στις 24.3.1973, αποφοίτησε από το American Academy και έλαβε από το University of Nottingham, BA in Psychology το 1995. Το 1996 έλαβε τον τίτλο του Master of Business Administration από το City University. Διορίστηκε ως έκτακτη Διοικητική Λειτουργός στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού τον Φεβρουάριο του 2001, τον Ιούλιο δε του ιδίου έτους διορίστηκε Διοικητικός Λειτουργός στο ίδιο Τμήμα. Τον Αύγουστο του 2003 διορίστηκε ως Λειτουργός Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού. Το ενδιαφερόμενο μέρος Πατρίνα Ταραμίδου γεννήθηκε στις 13.8.1968 και αφού αποφοίτησε από την Αγγλική Σχολή έλαβε το 1991 από το University of East Anglia, BA in English and American Studies. Το 1992 απέκτησε MA in International Studies από το Πανεπιστημίο του Reading. Διορίστηκε τον Φεβρουάριο του 1997 ως Διοικητικός Λειτουργός στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού. Πρέπει πρωτίστως να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση προσφυγής ενόψει της ένστασης της Δημοκρατίας ως προς τη μη νομιμοποίηση της αιτήτριας να επαναφέρει ζητήματα που αποφασίστηκαν ήδη στην προσφυγή υπ΄ αρ. 695/2007. Ως η νομολογία υποδεικνύει, εφόσον προκύπτει ζήτημα δέσμευσης επί θέματος προς βλάβη επιτυχόντος αιτητή, πρέπει να αμφισβητείται κατ΄ έφεση, (Σωτήρης Χατζηγεωργίου ν. ΚΥΣΑΤΣ
(2008)3 Α.Α.Δ. 82 και Καντούνας ν. Δημοκρατίας
(2010)3 Α.Α.Δ. 344), διαφορετικά παραμένει δεσμευμένος από αυτή, (Γεώργιος Παπά ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, υπόθ. αρ. 2/2009, ημερ. 15.9.2010, Ανδρέας Δημοσθένους ν. Ε.Δ.Υ., υπόθ. αρ. 968/2009, ημερ. 30.9.2010 και Σάββας Βραχίμης ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 76/2010, ημερ. 27.9.2011). Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. Τούλα Κούλουμου και Ευανθία Παπασάββα ν. Τούλας Κούλουμου
(2010)3 Α.Α.Δ. 293, όπου έγινε ανασκόπηση της νομολογίας με αναφορά και στην προηγηθείσα Δημοκρατία ν. Κοντογιώργη
(2003)3 Α.Α.Δ. 625, σε σχέση με το δεδικασμένο στον τομέα του διοικητικού δικαίου. Βεβαίως ένας αιτητής δεν δύναται να επανέρχεται στα ίδια θέματα κατά το δοκούν, εφόσον δεν τα έχει δεόντως αμφισβητήσει, όπως δεν είναι ελεύθερος ούτε να εγείρει θέματα που δεν ήγειρε σε προηγούμενη διαδικασία, ενώ θα μπορούσε, (Παρτασίδου ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 413). Κατά την επανεξέταση, η Ε.Δ.Υ. μπορεί από την άλλη νόμιμα να θεωρήσει ζητήματα που παρέμειναν αλώβητα από την ακυρωτική διαδικασία, ως νομικά και πραγματικά υφιστάμενα. Η επανεξέταση, άλλωστε, διενεργείται στη βάση του ακυρωτικού αποτελέσματος με δέσμευση έναντι πάντων σε περίπτωση ακυρωτικής απόφασης, και έναντι του αιτούντος σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης, (δέστε Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Ρεβέκκας Παπαδάκη κ.ά.
(2002)3 Α.Α.Δ. 140, 146, Δημοκρατία ν. Κούλουμου - ανωτέρω - και άρθρο 59
(1)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου αρ. 158(Ι)/1999). Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, κρίνεται ότι η Δημοκρατία δικαίως ενίσταται στην επαναφορά των ιδίων θεμάτων με την υπό κρίση προσφυγή. Αυτό, διότι η Ε.Δ.Υ., εφόσον αποδέχθηκε την κρίση του ακυρωτικού Δικαστηρίου στην προσφυγή υπ΄ αρ. 695/07, προέβη στην επανεξέταση στη βάση του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου που ίσχυε κατά την πρώτη διαδικασία πλήρωσης της θέσης, υπό το φως και των διαπιστώσεων του ακυρωτικού Δικαστηρίου. Μπορούσε, δηλαδή, νόμιμα να θεωρήσει τη σύσταση του διευθυντή, αλλά και τη δική της αξιολόγηση κατά την προφορική συνέντευξη ως στέρεο υπόβαθρο για να προχωρήσει τη νέα διαδικασία, εφόσον επέλεξε να μην εφεσιβάλει την κρίση του Δικαστηρίου επί της ακύρωσης του πλεονεκτήματος που έδιδε η παρ. 6
(3)του σχεδίου υπηρεσίας, των υπολοίπων στοιχείων κρίσης αποφασισθέντων υπέρ της Ε.Δ.Υ. Η αιτήτρια δικαιωματικά άσκησε έφεση επί των ζητημάτων που αποφασίστηκαν εναντίον της, θεωρώντας λανθασμένη τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον αν δεν το έπραττε θα παρέμενε δεσμευμένη με το εναντίον της αποτέλεσμα, επηρεαζόμενου έτσι του συμφέροντος της, (Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 796). Όμως, με δεδομένο ότι η επανεξέταση από την Ε.Δ.Υ. προηγήθηκε της εκδίκασης της έφεσης και η αιτήτρια, επιθυμώντας να αμφισβητήσει και τη νέα απόφαση στον περιορισμένο χρόνο των 75 ημερών, ήγειρε την υπό κρίση προσφυγή, αυτή πρέπει να περιοριστεί σε λόγους ακύρωσης που έπονται και είναι νέοι σε σχέση με την προηγούμενη κρίση της Ε.Δ.Υ., η οποία ήδη εν μέρει θεωρήθηκε ορθή από το Δικαστήριο στην απόφαση υπ΄ αρ. 695/07 και η κρίση αυτή εφεσιβλήθηκε. Η αιτήτρια θα πρέπει να αναμένει το αποτέλεσμα της έφεσης επί των θεμάτων που εφεσίβαλε παρόλο που τους ήγειρε και εδώ, ώστε να υπάρξει τελεσιδικία επ΄ αυτών. Διαφορετικά το Δικαστήριο, ως μονομέλεια, θα καλείτο να αποφασίσει επί των ιδίων θεμάτων που είναι sub judice ενώπιον της Ολομέλειας κατ΄ έφεση, με κίνδυνο να αποφασίσει ενδεχομένως διαφορετικά από το Δικαστήριο στην προσφυγή αρ. 695/07, η δε Ολομέλεια να επικυρώσει την προηγούμενη αυτή κρίση. Δεν είναι νοητό τα ίδια ζητήματα, εφόσον βρίσκονται υπό έφεση, να είναι ταυτόχρονα υπό εξέταση από άλλο Δικαστήριο, ενεργώντας έτσι εν δυνάμει ακυρωτικά και αντιφατικά προς το προηγούμενο Δικαστήριο ή ενεργώντας ως Εφετείο. Ο κ. Κωνσταντίνου προβάλλει ως επιχείρημα στην αγόρευση του ότι καθηκόντως η αιτήτρια εγείρει τους ίδιους λόγους στην παρούσα προσφυγή, διότι αν η έφεση της επιτύχει χωρίς να τα εγείρει και εδώ, θα υποστεί ουσιώδη ζημιά, διότι τέτοια επιτυχία θα έχει θεωρητική και μόνο σημασία. Ενώ, αν οι λόγοι αυτοί στην παρούσα προσφυγή επιτύχουν, θα ωφελήσουν την αιτήτρια άμεσα. Αντίθετα, αν αποτύχουν, η αιτήτρια θα δικαιούται να εφεσιβάλει και πάλι την τυχόν απορριπτική κρίση κρατώντας το όλο θέμα «ζωντανό», μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση στην ήδη υπάρχουσα έφεση. Ακριβώς, όμως, αυτό είναι που πρέπει να αποφευχθεί. Αυτή η πολλαπλότητα διαδικασιών για το ίδιο θέμα, με κίνδυνο να υπάρχουν δύο εφέσεις σε εκκρεμότητα με ενδεχόμενο να εκδοθούν διαφορετικές αποφάσεις, διότι η πρωτόδικη κρίση μπορεί να είναι διαφορετική, ενώ δικαίωμα έφεσης έχει βέβαια και η Δημοκρατία. Ο συνήγορος επικαλέσθηκε τα νομολογηθέντα στη Δημοκρατία ν. Κούλουμου - ανωτέρω -, ως προς τη δημιουργία δεδικασμένου στη βάση ταύτισης διαδίκων, ιδιότητας διαδίκων, επιδίκων θεμάτων και υπό την προϋπόθεση τελεσίδικης απόφασης. Το «τελεσίδικο» του ζητήματος ακριβώς οριοθετεί και το όλο θέμα. Η τελεσιδικία εδώ θα προκύψει με την έκδοση της απόφασης στην Α.Ε. αρ. 171/2010 και η αιτήτρια οφείλει να αναμένει αυτή την κρίση. Επιτυχία της αιτήτριας στην έφεση θα σημαίνει την ακύρωση των λόγων που αποφασίσθηκαν εναντίον της, παρασύροντας έτσι και την απόφαση της Ε.Δ.Υ. κατά την επανεξέταση, στο βαθμό που στηρίχθηκε στους ίδιους λόγους. Το ότι δεν μπορούν να αποφασιστούν εκ νέου τα ίδια ζητήματα είναι πρόδηλο και από το εξής σενάριο: εκδιδομένης της παρούσας αποφάσεως πριν την εκδίκαση της έφεσης, τυχόν επιτυχία της αιτήτριας στα ίδια θέματα που εγείρει ξανά, θα την οδηγούσε ενδεχομένως στο να αποσύρει την έφεση της, αφήνοντας τώρα τη Δημοκρατία να εφεσιβάλει την κρίση. Έτσι, όμως, η αιτήτρια θα τύγχανε ευεργετήματος από μια ευνοϊκή προς αυτήν απόφαση, ενώ ήδη το Δικαστήριο στην υπ΄ αρ. 695/07, δεν δέχθηκε τις θέσεις της, η όλη δε επίλυση του θέματος θα επιμηκυνθεί. Η Πανίκος Δημητριάδης ν. Δημοκρατίας υπόθ. αρ. 1132/08, ημερ. 17.5.2011, αποτελεί υπόθεση όπου επανεξετάσθηκαν τα ίδια ζητήματα στη νέα προσφυγή και μάλιστα μετά την πάροδο ετών, όταν η Ολομέλεια στη Δημοκρατία μέσω Ε.Δ.Υ. ν. Πανίκου Δημητριάδη και Σάββα Κλεάνθους ν. Πανίκου Δημητριάδη
(2007)3 Α.Α.Δ. 589, δεν ασχολήθηκε με την αντέφεση που ο αιτητής είχε καταθέσει προς εξέταση των όσων το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν είχε αποφασίσει, της Ολομέλειας καταγράφοντας κρίση μόνο επί της έφεσης που είχε ασκήσει τόσο η Δημοκρατία, όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της νέας προσφυγής, μπορούσε με τέτοια δεδομένα να εξετάσει τους ίδιους λόγους στη νέα προσφυγή εφόσον δεν υπήρξε τελεσιδικία στο ζήτημα από την Ολομέλεια, κατά τα λεχθέντα στη Δημοκρατία ν. Κούλουμου - ανωτέρω -. Η εδώ περίπτωση όμως είναι διαφορετική. Επί της ουσίας, ο λόγος ακύρωσης σ΄ ό,τι αφορά την επαναξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, μετά την κήρυξη της παρ. 3
(6)των απαιτουμένων προσόντων του Σχεδίου Υπηρεσίας ως ultra vires του Νόμου και αντισυνταγματικής, έχει αναφερθεί ανωτέρω και αφορά μόνο το ενδιαφερόμενο μέρος Μαρία Αλεξάνδρου. Στην αξιολόγηση της, η πρώτη Συμβουλευτική Επιτροπή (ως φαίνεται από το συνημμένο 1 στην αρχική αγόρευση της αιτήτριας), κατέγραψε ότι και τα δύο ενδιαφερόμενα εδώ μέρη, Μαρία Αλεξάνδρου και Πατρίνα Ταραμίδου, διέθεταν το εν λόγω πλεονέκτημα, αμφότερες δε αξιολογήθηκαν ως «εξαίρετες». Στη νέα αξιολόγηση από τη νέα Συμβουλευτική Επιτροπή, το πλεονέκτημα αυτό ρητά αγνοήθηκε (δέστε παρ. 2(β) του Παραρτήματος 13 στην ένσταση). Όπως, όμως, με επιμέλεια ενδιέτριψε στο όλο θέμα ο κ. Κωνσταντίνου, η λεκτική αποτύπωση της αξιολόγησης όλων των υποψηφίων παρέμεινε ακριβώς η ίδια και στις δύο εκθέσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Και δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει και διαφορετικά εφόσον η νέα Συμβουλευτική Επιτροπή (υπό νέα μάλιστα σύνθεση), διατήρησε και τα κριτήρια και την αιτιολογία της προηγούμενης Συμβουλευτικής, όπως ρητά ανέφερε και πάλι στην παρ. 2(β) του Παραρτήματος 13. Όπου είχε προηγουμένως ληφθεί υπόψη το πλεονέκτημα, στη συνέχεια αγνοήθηκε. Παρατηρείται, όμως, ότι σε όλους τους υποψηφίους η βαθμολογία μειώθηκε, εκτός από της Μαρίας Αλεξάνδρου. Παρόλο που η νέα Συμβουλευτική Επιτροπή δεν ανέφερε ρητά ότι η μείωση της βαθμολογίας ήταν απόρροια του γεγονότος ότι αγνοήθηκε το πλεονέκτημα, εν τούτοις προκύπτει σαφώς ότι αυτό ακριβώς έγινε, από την αντιπαραβολή των αντίστοιχων κειμένων και τη μείωση της αξιολόγησης. Εστιαζόμενο το πρόβλημα στο ενδιαφερόμενο μέρος Μαρία Αλεξάνδρου, πουθενά δεν εξηγείται από τη νέα Συμβουλευτική Επιτροπή, ο λόγος που η αξιολόγηση της παρέμεινε ακριβώς η ίδια. Η Ε.Δ.Υ. στη δική της αξιολόγηση έλαβε υπόψη την πιο πάνω θέση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, δεχόμενη δε την «εξαίρετη αξιολόγηση» της σε σχέση με τη Μαρία Αλεξάνδρου, την επέλεξε προς προαγωγή, θεωρώντας ότι αυτή υπερείχε «στην τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής ...», εφόσον διέθετε επίσης τη σύσταση του διευθυντή, παρά το ότι υστερούσε σε αρχαιότητα έναντι άλλων υποψηφίων και δεν διέθετε ούτε την προτίμηση του Σχεδίου Υπηρεσίας. Έπεται ότι η Ε.Δ.Υ. πλανήθηκε ως προς τα ενώπιον της ορθά δεδομένα σε σχέση με την αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, η δε κρίση της για την προαγωγή της Μαρίας Αλεξάνδρου είναι τρωτή και υπόκειται σε ακύρωση. Ως προς το έτερο ενδιαφερόμενο μέρος, Πατρίνα Ταραμίδου, η Ε.Δ.Υ. έλαβε υπόψη την υποβιβασθείσα τελική αξιολόγηση της νέας Συμβουλευτικής Επιτροπής και δεν διαπιστώνεται επ΄ αυτού πρόβλημα. Η σύσταση του διευθυντή, καθώς και η κρίση της Ε.Δ.Υ. επί της καταγραφείσας υπ΄ αυτής διαφοράς στην προφορική αξιολόγηση των υποψηφίων, ήσαν, ως ήδη αναφέρθηκε, θέματα που παρέμειναν αλώβητα από την ακυρωτική απόφαση στην υπ΄ αρ. 695/2007 προσφυγή. Νομίμως λήφθηκαν υπόψη ως ισχύοντα κατά τη νέα κρίση της Ε.Δ.Υ. και δεν μπορούν τώρα, υπό το πρόσχημα της νέας προσφυγής να επανεξεταστούν από το Δικαστήριο εκκρεμούσης της έφεσης. Τα στοιχεία κρίσης που εξειδικεύει η αιτήτρια στην αγόρευση της επίσης είναι τα όσα η Ε.Δ.Υ. προηγουμένως έλαβε υπόψη και εμπεριέχονται και στη σύσταση του διευθυντή και δεν είναι δυνατό να εξεταστούν. Το μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο κατά την επανεξέταση, ήταν η αφαίρεση του πλεονεκτήματος και η, ως εκ τούτης, μείωση της σχετικής βαθμολογίας. Εφόσον για την Πατρίνα Ταραμίδου, η Ε.Δ.Υ. λειτούργησε στη βάση ορθών δεδομένων, δεν διαπιστώνεται έρεισμα για επέμβαση. Υπό το φως των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το ενδιαφερόμενο μέρος Μαρία Αλεξάνδρου, αλλά απορρίπτεται ως προς το ενδιαφερόμενο μέρος Πατρίνα Ταραμίδου. Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται ως προς την πρώτη και επικυρώνεται ως προς τη δεύτερη. Ενόψει του αποτελέσματος θεωρείται ορθό όπως μη επιδικαστούν οποιαδήποτε έξοδα. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.