← Κύπρος

BP EASTERN MEDITERRANEAN LTD ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Υπoθεση Αρ. 534/2007, 8/4/2013

BP EASTERN MEDITERRANEAN LTD ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Υπoθεση Αρ. 534/2007, 8/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 534/2007) 8 Απριλίου, 2013 [ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ BP EASTERN MEDITERRANEAN LTD., Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ 1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, 2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Καθ'ων η αίτηση. Αλ. Κουντουρή (κα), για Τ. Παπαδόπουλος και Συνεργάτες, για την Αιτήτρια. Ελ. Συμεωνίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή, η αιτήτρια αμφισβητεί τη νομιμότητα της απόφασης της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 24/1/2007, με την οποία της κοινοποιήθηκε «Εκ των υστέρων Βεβαίωση Άλλης Τελωνειακής Οφειλής», που αφορούσε παραδόσεις ειδικών καυσίμων. Σύμφωνα με αυτήν, η αιτήτρια όφειλε στη Δημοκρατία, ως ειδικό φόρο κατανάλωσης και φόρο προστιθέμενης αξίας ποσό ύψους £64.811,00 και επιπρόσθετα, χρηματική επιβάρυνση ύψους £6.481,00, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την ημέρα που το ποσό κατέστη οφειλόμενο. Η αιτήτρια, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εισαγωγής και εμπορίας πετρελαϊκών προϊόντων, λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη φορολογική αποθήκη με αναγνωριστικό αριθμό Τ603700CY, αναφορικά με τη λειτουργία της οποίας κατείχε άδεια εγκεκριμένου αποθηκευτή. Η άδεια αφορούσε στα υποστατικά της αιτήτριας στο αεροδρόμιο Πάφου, μεταξύ δε των όρων χορήγησής της ήταν και η συνεχής συμμόρφωση της αιτήτριας με τις ισχύουσες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας, τον περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμο του 2003 (Ν. 159(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε) και τις συναφείς Γνωστοποιήσεις του Διευθυντή, που εκδίδονται δυνάμει των σχετικών διατάξεων του εν λόγω Νόμου. Το Τμήμα Τελωνείων, μετά από έρευνα, διαπίστωσε ότι κατά την περίοδο Μαΐου 2004 - Αυγούστου 2006, η αιτήτρια προέβη σε παραδόσεις ειδικών καυσίμων αεριωθούμενων, με σκοπό τον εφοδιασμό αεροσκαφών της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και ελικοπτέρων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, για την εκτέλεση πτήσεων εντός της Δημοκρατίας, χωρίς όμως να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που αναλογούσε στα παραδοθέντα καύσιμα. Η αιτήτρια, ως εγκεκριμένος αποθηκευτής ενεργειακών προϊόντων, παρέδιδε τα εν λόγω καύσιμα στα υπό αναφορά πτητικά μέσα, με ειδικά για το σκοπό αυτό βυτιοφόρα οχήματα, τα οποία διακινούνταν εντός του χώρου εργασίας τους που βρίσκεται στα αεροδρόμια Λάρνακας και Πάφου, σύμφωνα με τους όρους που καθόρισε η Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων ή και ο Διευθυντής του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας. Να σημειωθεί πως κατά την παράδοση των καυσίμων στα αεροσκάφη ή/και ελικόπτερα, η αιτήτρια εξέδιδε στον παραλήπτη δελτίο παράδοσης (Aviation Delivery Certificate), αριθμημένο κατά αύξοντα αριθμό, ή τιμολόγιο του οποίου το πρωτότυπο ή αντίγραφο συνόδευε το προϊόν και περιείχε μεταξύ άλλων: (α) Τον αριθμό της πτήσης και την ημερομηνία παράδοσης, (β) Το όνομα του παραλήπτη, τον τύπο και τον αριθμό του πτητικού μέσου, και (β) Τη συνολική παραδοθείσα ποσότητα σε μερικούς τόνους ή λίτρα σε θερμοκρασία 15° κελσίου. Με το πέρας της παράδοσης, η αιτήτρια εξασφάλιζε πιστοποίηση αναφορικά με τις πραγματικά παραληφθείσες ποσότητες από τον καπετάνιο του πτητικού μέσου ή από το πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να ενεργεί εκ μέρους του, επί του δελτίου παράδοσης, τις οποίες στη συνέχεια υπέβαλλε στη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι η αιτήτρια: (
  2. i)Κατά την περίοδο μεταξύ 1/5/2004 και 31/10/2004, προέβη σε παραδόσεις καυσίμων με τη διαδικασία της υποβολής μηνιαίων αναλυτικών και συγκεντρωτικών καταστάσεων, καθώς και αντιγράφων των δελτίων παράδοσης. (
  3. ii)Κατά την περίοδο μεταξύ 1/11/2004 και 6/2005 ακολούθησε απλοποιημένη διαδικασία με την εκ μέρους της έκδοση μηνιαίου Ενιαίου Διοικητικού Εγγράφου (ΕΔΕ). Σημειώνεται ότι τον Απρίλιο του 2005, η αιτήτρια υπέβαλε και ηλεκτρονικές διασαφήσεις μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος Θησέας για κάθε αντίστοιχη διασάφηση που υπέβαλλε σε έντυπη μορφή κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο. (iii) Κατά την περίοδο μεταξύ 1/4 και 31/8/2006, η αιτήτρια προέβη στις παραδόσεις καυσίμων με την καταχώριση ηλεκτρονικών διασαφήσεων, με την υποβολή μηνιαίων αναλυτικών και συγκεντρωτικών καταστάσεων καθώς και αντιγράφων των δελτίων παράδοσης. Από τον έλεγχο των ηλεκτρονικών διασαφήσεων διαπιστώθηκε ότι οι παραδόσεις καυσίμων από τη φορολογική αποθήκη της αιτήτριας απαλλάχτηκαν από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Διαπιστώθηκε επίσης, ότι κατά την περίοδο 1/5/2004 - 31/8/2005 τα εν λόγω καύσιμα απαλλάχτηκαν και από το φόρο προστιθέμενης αξίας. Επισημαίνεται ότι οι απαλλαγές παραχωρήθηκαν, γιατί η αιτήτρια τόσο στις ηλεκτρονικές όσο και στις έντυπες διασαφήσεις που καταχώρισε, έκανε χρήση του κωδικού απαλλαγής ΧΟ2Α, με αποτέλεσμα τα εν λόγω καύσιμα να τύχουν των συγκεκριμένων απαλλαγών. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση, οι καθ'ων, με βάση τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους, απέστειλαν στις 24/1/2007 στην αιτήτρια εκ των υστέρων Βεβαίωση Άλλης Τελωνειακής Οφειλής. Στη σχετική βεβαίωση αναφέρετο ότι η αιτήτρια όφειλε φόρους συνολικού ποσού £64.811,00 και χρηματική επιβάρυνση £6.481,00, πλέον 9% τόκο. Με την παρούσα προσφυγή αμφισβητείται από την αιτήτρια η ορθότητα της εν λόγω βεβαίωσης. Η αιτήτρια κατέβαλε στις 14/3/2008 το ποσό των £64.811,00, όχι όμως το ποσό της επιβάρυνσης και τους αναλογούντες τόκους. Της πληρωμής προηγήθηκε η πιο κάτω επιστολή της αιτήτριας, ημερομηνίας 13/3/2008: "13 Μαρτίου 2008 Κυρίους Υπουργείο Οικονομικών Τμήμα Τελωνείων Λευκωσία Κύριοι, Εκ των υστέρων βεβαίωση άλλης τελωνειακής οφειλής 30/2007, ως η επιστολή σας ημερ. 24/01/07 Αναφερόμαστε στο πιο πάνω θέμα και παρακαλούμε όπως προβείτε στην είσπραξη του ποσού των €110.736,17 (ΛΚ 64.811,00) από το τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούμε με το Τελωνείο, προς εξόφληση της οφειλής μας ως η βασική σας απαίτηση για ειδικό φόρο κατανάλωσης. Παρακαλούμε σημειώστε ότι η πληρωμή που γίνεται δεν αφορά τους τόκους και τις επιβαρύνσεις, θέμα για το οποίο επιφυλάσσουμε πλήρως και ρητά τα δικαιώματα μας και ιδιαίτερα αυτά που απορρέουν από την προσφυγή αρ. 534/07 που εκκρεμεί εναντίον σας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου." (Η έμφαση είναι του κειμένου) Πρόσθετα με τις θέσεις και τα επιχειρήματα που αφορούν στην ουσία της προσφυγής, οι καθ'ων η αίτηση προβάλλουν τις πιο κάτω δύο θέσεις με τη μορφή προδικαστικών ενστάσεων. (α) Η αιτήτρια στερείται έννομου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη πράξη, εφόσον αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα κατέβαλε το εκ των υστέρων βεβαιωθέν ποσό των £64.811,00. (β) Το μέρος της επίδικης απόφασης που αφορά στην επιβολή της χρηματικής επιβάρυνσης και του τόκου, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται επίσης ότι η προσφυγή έχει καταστεί αλυσιτελής, καθότι η αιτήτρια στην πραγματικότητα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Σχετικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό των καθ'ων η αίτηση είναι τα πιο κάτω αναντίλεκτα γεγονότα. Η προμήθεια των πτητικών μέσων της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας από την αιτήτρια με ειδικά καύσιμα, γινόταν με βάση έγγραφη συμφωνία την οποία η αιτήτρια είχε συνάψει με το Υπουργείο Εσωτερικών στις 21/10/2005. Η επίδικη φορολογία προέκυψε στα πλαίσια της συνεργασίας των δύο μερών στο συγκεκριμένο τομέα. Δυνάμει σχετικού όρου της εν λόγω συμφωνίας, ο επίδικος φόρος κατανάλωσης, ήτοι το ποσό των £64.811,00, καταβλήθηκε στην αιτήτρια από το Υπουργείο Εσωτερικών έντεκα περίπου μήνες μετά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα στις 21/12/2007. Είναι η θέση της κας Κουντουρή ότι η πληρωμή από την αιτήτρια του συγκεκριμένου ποσού, κρινόμενη υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ανεπιφύλακτη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που το συγκεκριμένο ποσό είχε καταβληθεί στην αιτήτρια, η αιτήτρια δεν είχε επιλογή άλλη από του να το καταβάλει με τη σειρά της στη Δημοκρατία, πράγμα το οποίο και έκαμε τρεις περίπου μήνες μετά που της καταβλήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών. Εν πάση περιπτώσει, το ότι το επίδικο ποσό καταβλήθηκε από την αιτήτρια υπό διαμαρτυρία, προκύπτει, σύμφωνα με τη συνήγορο, και από την επιστολή της αιτήτριας ημερομηνίας 13/3/2008. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παρατίθεται πιο πάνω. Διεξήλθα προσεκτικά την επιστολή ημερομηνίας 13/3/2008. Εκείνο που κατά την άποψη μου προκύπτει από την εν λόγω επιστολή και ιδιαίτερα από την αναφορά στην επιστολή σε επιφύλαξη των δικαιωμάτων της αιτήτριας «... ιδιαίτερα αυτά που απορρέουν από την προσφυγή αρ. 534/2007...», δεν είναι η ανεπιφύλακτη, όπως οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται, καταβολή από την αιτήτρια του ποσού των £64.811,00. Το κατά πόσο η δηλωθείσα επιφύλαξη της αιτήτριας αφορούσε μόνο τους τόκους και τις επιβαρύνσεις, ή επεκτείνετο και στην επίδικη φορολογία των £64.811,00, είναι ασαφές και όχι τόσο ξεκάθαρο όπως οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται. Και η εν λόγω ασάφεια δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί και ερμηνεύεται, υπέρ της αιτήτριας. Συνεπώς, η θέση των καθ'ων η αίτηση περί ανεπιφύλακτης καταβολής του ποσού των £64.811,00, κρίνεται αβάσιμη. Έστω και αν έχει προκριθεί ως ορθή η θέση της αιτήτριας, ότι δηλαδή η επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, με βάση την πιο πάνω επιστολή, κάλυπτε και το ποσό των £64.811,00, η προσφυγή, για τους πιο κάτω λόγους, δεν μπορεί να πετύχει. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι το προαναφερθέν ποσό των £64.811,00 καταβλήθηκε στους καθ'ων η αίτηση από την αιτήτρια, αφού εισπράχθηκε προηγουμένως από το Υπουργείο Εσωτερικών δυνάμει της μεταξύ τους έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 21/10/2005. Έχω τη γνώμη ότι η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού καθίσταται καθοριστική για την τύχη της προσφυγής, αφού αφήνει την αιτήτρια χωρίς οποιαδήποτε ζημιογόνο συνέπεια. Ο ισχυρισμός της δε ότι υπέστη ζημιά η οποία συνίσταται στην καταβολή εκ μέρους της του ποσού των £6.481,00 ως χρηματική επιβάρυνση, πλέον 9% τόκο, δεν ευσταθεί, καθότι τέτοιο ποσό δεν καταβλήθηκε. Ενδεικτικό του τρόπου που το συγκεκριμένο ζήτημα προσεγγίζεται από τη νομολογία, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση 1. Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ, 2. COMMERCIAL VALUE AAE ν. Δημοκρατίας, Προσφυγή 621/2008, ημερομηνίας 16/7/2009, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και ως εκ τούτου, το υιοθετώ και για σκοπούς της παρούσας απόφασής μου: "Αποτελεί διαχρονική τοποθέτηση της νομολογίας ότι το έννομο συμφέρον ενός αιτητή πρέπει να υπάρχει όχι μόνο κατά την καταχώρηση της προσφυγής, αλλά και να διατηρείται σε όλα τα στάδια της μέχρι και την τελική εκδίκαση της, ακόμη και κατ' έφεση. Προσφεύγων ο οποίος παρά την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αρχικά, παύει για διάφορους λόγους να το διατηρεί στην πορεία, δεν δικαιούται να προχωρεί στην προσφυγή του. (δέστε Άννα Κύρου Μαραθεύτη ν. Δήμου Λεμεσού

(2003)3 Α.Α.Δ. 228). Το έννομο συμφέρον συναρτάται και από την επέλευση ζημιάς μετά βεβαιότητας ή αν η ζημιά αυτή δεν συντελέστηκε ήδη, τότε ο προσφεύγων στερείται του δικαιώματος να συνεχίσει να προσβάλλει την πράξη εφόσον τα συμφέροντα του παύουν να θίγονται άμεσα από αυτή. (δέστε Αντώνης Γιαννάκη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2004)3 Α.Α.Δ. 263). Η πιθανότητα έλευσης ηθικής ή υλικής ζημιάς πρέπει επίσης να τεκμηριώνεται ώστε να διατηρείται στον αιτητή έννομο συμφέρον το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, ενεστώς και συγκεκριμένο. (δέστε Wahad v. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 622, απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας)." Είναι πρόδηλο ότι ο λόγος που η υπό εξέταση προσφυγή στρέφεται εναντίον της νομιμότητας της όλης φιλοσοφίας επιβολής της φορολογίας, οφείλεται στο ότι τυχόν προσβολή μόνο του μέρους εκείνου της απόφασης που αφορούσε τη χρηματική επιβάρυνση και τον τόκο δεν θα γινόταν αποδεκτή. Επί τούτου υπενθυμίζω τη νομολογιακή αρχή ότι, οι τόκοι και οι επιβαρύνσεις επί οφειλών που προβλέπονται νομοθετικά ή κανονιστικά, δεν αποτελούν εκτελεστή διοικητική πράξη εφόσον δεν απαιτείται ως προς την επιβολή τους οποιαδήποτε συγκεκριμένη διοικητική ενέργεια. (Βλ. Χρ. Σ. Χριστοφίδης Λτδ. ν. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 772). Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή κρίνεται αλυσιτελής και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, κρίνω ότι δεν συντρέχει λόγος εξέτασης της ουσίας των λόγων ακύρωσης. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η προσφυγή απορρίπτεται. Η επίδικη πράξη επικυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Έξοδα €1.500 επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Α. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.