ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΝΤΕΡΙΔΗΣ ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 390/2012, 19/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 390/2012 19 Ιουλίου, 2013 [Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΝΤΕΡΙΔΗΣ Αιτητής - ΚΑΙ - ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση .................................... Ο Αιτητής παρουσιάζεται προσωπικά Ν.Γρηγορίου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση ............................. A Π Ο Φ Α Σ Η Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΣ, Δ: Ο αιτητής που παρουσιάζεται προσωπικά ζητά από το δικαστήριο «έγκριση του επιδόματος μου». ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ο αιτητής ο οποίος είναι 63 χρονών, νυμφευμένος με την κα Μάρτια Μιντερίδη ηλικίας 56 χρονών διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία στη Λεμεσό. Έχουν μια κόρη 36 χρονών, έγγαμη και ένα γιο 31 χρονών άγαμο, οι οποίοι διαμένουν εκτός της εν λόγω κατοικίας. Στις 27/6/2011 το ζεύγος υπέβαλε αίτηση για παροχή δημόσιου βοηθήματος. Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση ημερ. 12/1/12 ο αιτητής πάσχει από αγχώδη νεύρωση και χρόνιο αλκοολισμό και κρίθηκε επ' αόριστο ανίκανος για εργασία. Σύμφωνα με ιατρικό σημείωμα ημερ. 23/6/2011 η σύζυγος του αιτητή έχει διαγνωστεί με γαστροϊσοφαγική παλινδρόμηση. Ωστόσο στο εν λόγω σημείωμα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ικανότητα της για εργασία. Στις 10/1/12 κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με τη σύζυγο του αιτητή, λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας επισκέφτηκε την οικία του ζεύγους. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, ο αιτητής απουσίαζε και η σύζυγος του ανέφερε ότι ο αιτητής δεν εργάζεται και πως μέχρι το 2010 συντηρούσε η ίδια «το σπίτι τους». Ωστόσο από το 2010 σταμάτησε και η ίδια να εργάζεται και τους στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά τους. Η λειτουργός εξήγησε στη σύζυγο του αιτητή ότι με βάση το άρθρο 12 του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 (Ν. 95(Ι)/2006 η ίδια έχει την ευθύνη συντήρησης του συζύγου της και ως εκ τούτου θα έπρεπε να αποταθεί στη Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης για αναζήτηση προσοδοφόρας εργασίας. Σε περίπτωση που δεν θα ήταν κατορθωτή η εργοδότηση της αναφέρθηκε στη σύζυγο του αιτητή ότι θα έπρεπε να προσκομίσει στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας βεβάιωση εγγραφής της ως άνεργης. Σε αυτή τη συνάντηση η σύζυγος του αιτητή επικαλούμενη πρόβλημα σοβαρής σπονδυλοπάθειας ανέφερε στη Λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ότι δεν μπορεί να εργαστεί. Η λειτουργός της ζήτησε να προσκομίσει ιατρική βεβαίωση που να καταδεικνύει τους λόγους που την καθιστούν ανίκανη για εργασία. Στις 27/1/12 η αίτηση για παροχή δημοσίου βοηθήματος απορρίφθηκε επειδή ως αναφέρεται στη σχετική επιστολή ο αιτητής αρνήθηκε να συνεργαστεί με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και η σύζυγος του θεωρήθηκε εκουσίως άνεργη δυνάμει του άρθρου 3
(10)(β) του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου 95(Ι)/2006. Εξετάζοντας την προσφυγή πιστεύω ότι το πρώτο θέμα το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί είναι αυτό της αρμοδιότητας ή καλύτερα αναρμοδιότητας του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση οργάνου. Παρόλο που το θέμα δεν τέθηκε από τον αιτητή, το δικαστήριο μπορεί να το εξετάσει, ως θέμα δημόσιας τάξης, αυτεπάγγελτα σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού
(2002)3 ΑΑΔ 314). Στο άρθρο 3
(1)του περί Δημοσίων Βοηθημάτων Νόμου του 2006, (Ν.95(Ι)/2006), («ο Νόμος»), αναφέρεται: «
(1)Σε κάθε πολίτη της Δημοκρατίας ο οποίος: (α) έχει τη νόμιμη συνήθη διαμονή του, για συνεχή περίοδο τουλάχιστον ενός έτους, στις ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, και (β) του οποίου το εισόδημα και οι άλλοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του, παρέχεται δημόσιο βοήθημα από το Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου: Το άρθρο 5 ανάφερε ότι: Η απόφαση αν κάποιος αιτητής ή λήπτης πληροί τις προϋποθέσεις για παροχή σ' αυτόν δημόσιου βοηθήματος καθώς και για το ύψος του βοηθήματος το οποίο δικαιούται, αποτελεί καθήκον του Διευθυντή και κάθε τέτοια απόφαση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε Κανονισμών που εκδίδονται με βάση αυτόν: Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται να αναθέτει σε οποιοδήποτε Λειτουργό των Υπηρεσιών του ή σε επιτροπή αποτελούμενη από Λειτουργούς των Υπηρεσιών του ή από άλλα άτομα, να εξετάζει ορισμένα θέματα που αναφύονται από την αίτηση και να υποβάλλει στον ίδιο σχετική έκθεση. Το άρθρο 2 αναφέρει ότι «Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή τον κατάλληλα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του·» Από το φάκελο της υπόθεσης που κατατέθηκε ως τεκμ. 1 διαπιστώνεται ότι την προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 27/6/11, κατόπιν εισήγησης του λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών που εξέτασε την αίτηση, την έλαβε ο/η Επαρχιακός/ή Λειτουργός Ευημερίας Λεμεσού που υπόγραψε και την σχετική ειδοποίηση απόρριψης του αιτήματος που αποστάληκε στον αιτητή. Παρόλη την έρευνα μου στο φάκελο δεν διαπίστωσα οτιδήποτε που να οδηγεί στη ρητή ή άλλως πως εξουσιοδότηση του Διευθυντή για τη λήψη της απόφασης υπό εξέταση. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Γραφείου Ευημερίας, υποθ. αρ. 528/12 ημερ. 28/3/13, ο αδελφός Δικαστής Παμπαλλής, αποφάσισε τ' ακόλουθα: «Παρόμοιο θέμα είχα εξετάσει πρόσφατα στην υπόθεση υπ΄αριθμό 732/2012, Συμεού ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερ. 26 Μαρτίου 2013, όπου ανέφερα τα εξής: «Μια πράξη για να είναι έγκυρη, ως εκδιδόμενη από διοικητικό όργανο, θα πρέπει να συνοδεύεται από τη δέουσα εξουσιοδότηση. Καθίσταται, συναφώς η εν λόγω πράξη έγκυρη και θεωρείται νόμιμη η υπόσταση του οργάνου που την έχει εκδώσει. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνοδεύεται από επίσημη εξουσιοδότηση του Διευθυντή ο οποίος, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, είναι το αρμόδιο διοικητικό όργανο για έκδοση της ούτε υπάρχει εξουσιοδότηση, η δε απουσία γνωστοποίησης της εξουσιοδότησης δεν τυγχάνει της αναλόγου επισημότητος, που θα έπρεπε υπό τας περιστάσεις, να έχει. Στην υπόθεση Κούτσιου ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 987, στη σελ. 994, λέχθηκαν τα εξής σχετικά, από την πλειοψηφία της Ολομέλειας: "Στην απουσία έγγραφης καταχώρισης που να επιβεβαιώνει ότι η απόφαση για τη μετάθεση έχει ληφθεί από το όργανο στο οποίο ο Νόμος έχει εναποθέσει την σχετική αρμοδιότητα θεωρούμε ότι το τεκμήριο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων δεν διαθέτει την εμβέλεια να ενδύει με τον μανδύα της νομιμότητας τα όσα χρειάζονται να συντελεσθούν για να διενεργηθεί νόμιμα μια μετάθεση - καταγράφονται στις παραγ.
(1)-
(3), πιο πάνω. Αντίθετη προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση των αρχών της χρηστής διοίκησης οι οποίες υπαγορεύουν την τήρηση εγγράφων καταχωρίσεων το δε τεκμήριο της κανονικότητας θα προσέφερε ασυλία σε πράξεις αναρμοδίων οργάνων με τη δικαιολογία ότι είχαν ενεργήσει ύστερα από οδηγίες των αρμοδίων οργάνων.» Παρόμοιο θέμα είχε εγερθεί στην Υπόθ. Αρ. 339/07 Χρίστου κ.ά ν. Δημοκρατίας, 24.7.2009 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι Καθ΄ων η Αίτηση προς υποστήριξη του νόμιμου της απόφασης παραπέμπουν στο άρθρο 2 του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 (Ν. 95(Ι)/2006) (ο Νόμος) όπου η ερμηνεία της λέξης «Διευθυντής» δίδεται να σημαίνει «το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή τον κατάλληλα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του» και στο άρθρο 5 του Νόμου όπου αναφέρεται ότι «ο Διευθυντής δύναται να αναθέσει σε οποιοδήποτε Λειτουργό των Υπηρεσιών του ή σε επιτροπή αποτελούμενη από Λειτουργούς των Υπηρεσιών ή από άλλα άτομα, να εξετάζει ορισμένα θέματα που αναφύονται από την αίτηση και να υποβάλλει στον ίδιο σχετική έκθεση». Δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι αρμόδιος για τη λήψη απόφασης σε σχέση με επιδόματα όπως αυτά των Αιτητών είναι ο Διευθυντής. Το επιχείρημα των Καθ΄ων η Αίτηση ακόμη κι΄αν ευσταθούσε, δηλαδή ότι η Λειτουργός Ανδρούλλα Αναστασίου είχε εξουσιοδότηση, δεν φαίνεται ότι η απόφαση λήφθηκε από αυτή αλλά από την Επαρχιακή Λειτουργό Ευημερίας για λογαριασμό της οποίας υπογράφεται η επιστολή και η οποία δεν προκύπτει να είχε τέτοια εξουσία. Καθίσταται συναφώς έκδηλο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκε από αρμόδιο όργανο και ως εκ τούτους η προσφυγή επιτυγχάνει.» Συμφωνώ πλήρως με την πιο πάνω προσέγγιση. Η προσβαλλόμενη απόφαση ημερ. 27/1/12 λήφθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 95
(1)/06 άρθρα 5 και 2. Η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Έχοντας υπόψη ότι η προσφυγή πέτυχε για θέμα που δεν ηγέρθη από τον αιτητή καμιά διαταγή για έξοδα γίνεται. Λ. Παρπαρίνος, Δ. /ΚΑΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο