FALAK SHAD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Υποθ. Αρ.763 /2011, 26/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υποθ. Αρ.763 /2011) 26 Ιουλίου, 2013 [ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δικαστής] Αναφορικά με τα ΄Αρθρα 23 και 146 του Συντάγματος FALAK SHAD, Αιτητής, -και - ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Καθ΄ων η αίτηση. ----------------------- Μ.Παρασκευάς, για τους αιτητές Ι.Δημητρίου, (κα.), δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ΄ων η αίτηση --------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: O αιτητής, ο οποίος είναι Πακιστανός υπήκοος, είχε αρχικώς επιχειρήσει να εξασφαλίσει άδεια εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια είχε, σε άγνωστη ημερομηνία αφιχθεί παρανόμως στην Κύπρο. Στις 8 Φεβρουαρίου 2011 υπέβαλε αίτηση ασύλου. Στο πλαίσιο διερεύνησης υποθέσεως συμπλοκής, η οποία έλαβε χώρα στις 20 Μαρτίου 2011, ο αιτητής, μαζί με άλλους ομοεθνείς του, συνελήφθηκε από την Αστυνομία. Εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερο κράτησης για σκοπούς διερεύνησης ποινικών αδικημάτων. Με τη συμπλήρωση του ανακριτικού έργου ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες για μη ποινική δίωξη του αιτητή, αλλά να επιδιωχθεί η απέλαση του. Ο ΄Επαρχος Κερύνειας εξέδωσε στις 29 Μαρτίου 2011 διατάγματα κράτησης και απέλασης του αιτητή δυνάμει της παραγράφου Ζ, του εδαφίου 1, του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.115, θεωρώντας τον αιτητή επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Τα εν λόγω διατάγματα γνωστοποιήθηκαν στον αιτητή στις 29 Μαρτίου 2011 και του επιδόθηκαν στις 18 Απριλίου 2011. Η συνέντευξη του αιτητή ενώπιον της Επιτροπής Ασύλου είχε διεξαχθεί στις 20 Απριλίου 2011 και το αίτημα του, με απόφαση ημερ. 16 Ιουνίου 2011, απερρίφθη. Στο μεταξύ, και συγκεκριμένα στις 2 Μαϊου 2011, ο αιτητής καταχώρισε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των πιο πάνω διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Η αίτηση απερρίφθη καθότι η νομιμότητα των εν λόγων διαταγμάτων δεν θα μπορούσε να κριθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του προνομιακού εντάλματος. Η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 10 Ιουνίου 2011 αμφισβητώντας τη νομιμότητα και εγκυρότητα των πιο πάνω διαταγμάτων κράτησης και απέλασης. Ο αιτητής πρόβαλε αρχικώς ότι παραβιάστηκε το άρθρο 19
(1)του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και το άρθρο 4
(1)του Τετάρτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τα οποία απαγορεύεται η ομαδική απέλαση. ΄Ηταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή ότι, η διοίκηση απέλασε μαζικά όλους τους εμπλεκόμενους στη συμπλοκή, χωρίς να εξετάσει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση αυτή. Το γεγονός ότι ο αιτητής απελάθηκε ταυτοχρόνως με άλλα πρόσωπα, τούτο δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μαζική απέλαση, όπως προσδιορίζεται στα πιο πάνω άρθρα, ούτε μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η κάθε περίπτωση δεν εξετάστηκε ξεχωριστά. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Κραμβή, στην Υποθ. αριθμ.725/2004 Sharajeel ν. Δημοκρατίας, ημερ. 17 Μαρτίου 2006, δίδει το στίγμα και το περιεχόμενο της εν λόγω απαγόρευσης με το οποίο συμφωνώ. «Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η απέλαση του ταυτόχρονα με την απέλαση άλλων εννέα συμπατριωτών του συνιστά περίπτωση απαγορευμένης μαζικής απέλασης, δεν ευσταθεί. Οι καθ΄ ων η αίτηση με παρέπεμψαν στην υπόθεση Becker v. Denmark (Appl. 7011/75, Yearbook XIX
(1976), σελ. 416) όπου δόθηκε ένας έγκυρος ορισμός της έννοιας της «μαζικής απέλασης»: «... ... ... any measure of the competent authorities compelling aliens as a group to leave the country, except where such a measure is taken after and on the basis of a reasonable and objective examination of the particular cases of each individual alien of the group.» Προβλήθηκε περαιτέρω από πλευράς του αιτητή ότι το διάταγμα κράτησης στερείται αιτιολογίας. Εισηγήθηκε ο κ.Παρασκευά ότι δεν αιτιολογούνται οι λόγοι για τους οποίους το εν λόγω διάταγμα κράτησης εκδόθηκε, ούτε προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής είχε θεωρηθεί ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Ενόψει της απουσίας καταδίκης του για το συγκεκριμένο αδίκημα, παραβιάζεται, όπως είπε, το τεκμήριο της αθωότητας. Σημειώνω επί του προκειμένου ότι ο ίδιος ο αιτητής δεν αρνήθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση της συμπλοκής για την οποία είχε συλληφθεί από την Αστυνομία. Είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με ανάλογο θέμα στην Υποθ. αριθμ. 290/12 Kapsaskis ημερ. 20 Φεβρουαρίου 2013 όπου ανέφερα τα πιο κάτω: «Καθίσταται, συναφώς, εύλογο ότι για την κήρυξη κάποιου ως ενεστώσα απειλή, δεν είναι προαπαιτούμενο η ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης, όπως στην περίπτωση που κάποιος θα μπορούσε να κριθεί ότι αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη, σύμφωνα με το Άρθρο 6
(1)(δ), όταν έχει καταδικαστεί από το Δικαστήριο. Η κρίση, συναφώς, των Καθ΄ων η Αίτηση, ότι οι Αιτητές αποτελούν ενεστώσα απειλή, βασίζεται σε πληροφορίες που κατείχαν, και ήταν το αποτέλεσμα δέουσας έρευνας των περιστατικών της υπόθεσης για κάθε Αιτητή. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν λήφθηκε υπό τη μορφή της ποινής, αλλά αποτελεί έκφραση και άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου. (βλ. Υπόθ. αρ. 1486/2011 Sharma v Δημοκρατίας, ημερ. 11.2.2013 και Υποθ. αρ. 1651/2008 Hoeksama v Δημοκρατίας, ημερ. 10.3.2011)." Είναι περαιτέρω νομολογημένη αρχή ότι η απουσία αιτιολογίας στο σώμα της απόφασης, δεν επηρεάζει τη νομιμότητα μιας απόφασης, όταν και εφόσον τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η διοίκηση για να καταλήξει στην απόφαση της, προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση οι λόγοι εθνικής ασφαλείας οι οποίοι κατέστησαν τον αιτητή ανεπιθύμητο, όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο, συνιστούν επαρκή αιτιολογία. Στην υπόθεση Kapsaskis (ανωτέρω) σημειώθηκε ότι: "Η εκτίμηση των γεγονότων που γίνεται από την διοίκηση, δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο, το οποίο επεμβαίνει μόνο όταν τα συμπεράσματα των καθ΄ων η αίτηση δεν είναι εύλογα ή είναι αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα ή τον Νόμο ή αν, στην εξεταζόμενη περίπτωση, η διοίκηση είχε υπερβεί τα όρια της διακριτικής της εξουσίας, η οποία, θα πρέπει να σημειώσω, σε περιπτώσεις απέλασης ή άρνησης εισόδου, είναι αρκούντως ευρεία, έτσι ώστε να συνάδει με την έννοια της εδαφικής κυριαρχίας. Θεωρώ, συναφώς, ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση ενήργησαν εντός του πλαισίου της νομιμότητας, συνεπώς, αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν ευσταθεί.» Η διοίκηση δεν έχει υποχρέωση παροχής οποιουδήποτε λόγου, για τον οποίο αποφασίζεται η απέλαση αλλοδαπού, όταν η απόφαση άπτεται θεμάτων ασφαλείας ή άρνησης εισόδου στη Δημοκρατία. Οι λόγοι αυτοί δεν ερευνούνται καθότι άπτονται της δικαιοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας, ως φορέα κρατικής εξουσίας. Προβλήθηκε περαιτέρω ότι στην προκείμενη υπόθεση παραβιάστηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 18(Π)(Στ) του Κεφ.105. ΄Ηταν η εισήγηση του αιτητή ότι παρέμεινε υπό κράτηση για περίοδο δεκατεσσάρων μηνών, επιπροσθέτως των έξι, που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Τούτο δε έγινε χωρίς να του έχει επιδοθεί οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με τα δικαιώματα του και ούτε εξετάστηκε η δυνατότητα απέλασης του κάθε δίμηνο, όπως προβλέπεται. Παρέπεμψε προς τούτο ο ευπαίδευτος συνήγορος στην Οδηγία 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών. Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην κυπριακή νομοθεσία με την τροποποίηση του Ν.153(Ι)/2011. Είμαι της γνώμης ότι ούτε ο λόγος αυτός ευσταθεί. Τα διατάγματα κράτησης και απέλασης εκδόθηκαν στις 29 Μαρτίου 2011, ανεστάλη η εκτέλεση τους όμως καθότι εκκρεμούσε η αίτηση για άσυλο που είχε υποβάλει ο αιτητής. Περαιτέρω, ανεστάλησαν εκ νέου μέχρι την έκδοση απόφασης από την Αναθεωρητική Αρχή και την εκδίκαση της αιτήσεως για Habeas Corpus που είχε ο αιτητής καταχωρήσει. Οι καθ΄ων η αίτηση εξέτασαν την περίπτωση του αιτητή στις 24 Ιανουαρίου 2012, στις 24 Φεβρουαρίου 2012 και στις 10 Απριλίου 2012 και απεφάσισαν όπως αυτός παραμείνει υπό κράτηση. Τελικώς είχε απελαθεί τον Απρίλη του 2012. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18ΠΣΤ
(7)του Νόμου, η κράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες αλλά στο εδάφιο 8 του εν λόγω άρθρου επιτρέπεται η ανανέωση της κράτησης και περίοδο δώδεκα μηνών. Με γνώμονα τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν έχει παραβιαστεί η προθεσμία που αυτά προβλέπουν. ΄Οσον δε αφορά τον ισχυρισμό περί μη ενημέρωσης του αιτητή αναφορικά με τα δικαιώματα του, ούτε αυτός ευσταθεί, εφόσον του επιδόθηκαν τα διατάγματα κράτησης και απέλασης με τα οποία πληροφορείται τα δικαιώματα του. Περαιτέρω ο αιτητής άσκησε, μέσω του δικηγόρου του, όλα τα ένδικα μέσα, τα οποία είχε στη διάθεση του, συνεπώς δεν μπορεί να προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό. Τέλος, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επικεντρώνοντας το επιχείρημα του στο θέμα των δικονομικών εγγυήσεων. ΄Ηταν ο ισχυρισμός ότι, λόγω της απέλασης, που στο μεταξύ έγινε, στερήθηκε του δικαιώματος ουσιαστικής πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Παραπέμπει ειδικώς στο άρθρο 13 της Σύμβασης για το δικαίωμα της αποτελεσματικής προσφυγής. ΄Εχοντας αποφασίσει το θέμα της αιτιολογίας, θεωρώ ότι ο αιτητής έλαβε γνώση των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης που εκδόθηκαν εναντίον του και ήταν ελεύθερος να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Βλ. Ahmet v. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 537. Στη δε απόφαση Moyo & another v. The Republic
(1988)3 C.L.R. 1203, αναφέρεται ότι, το δικαίωμα για απρόσκοπτη πρόσβαση στο Δικαστήριο δεν συνταυτίζεται με το δικαίωμα εμφάνισης κατά τη δίκη. Με γνώμονα τα πιο πάνω θεωρώ ότι ο αιτητής απέτυχε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο ακυρώσεως και ως εκ τούτου η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Κ. Παμπαλλής, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο