← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΑΣΙΤΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1600/2010, 6/9/2013

ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΑΣΙΤΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1600/2010, 6/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1600/2010) 6 Σεπτεμβρίου, 2013 [K. ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΑΣΙΤΗΣ, Αιτητής, -ΚΑΙ- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ης η Αίτηση. - - - - - - Θ. Κουσπή για Ι. Νικολάου, για τον Αιτητή. Μ. Σπηλιωτοπούλου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για την Καθ΄ης η αίτηση. Βρ. Χατζηχάννας, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΛΗΡΙΔΗΣ, Δ.: Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 11.1.2010 στις Συνεκδικασθείσες Προσφυγές Αρ. 1743/2007 και 149/2008, ακύρωσε την απόφαση της καθ΄ης η αίτηση ΕΔΥ ημερομηνίας 18.10.2007 αναφορικά με το διορισμό της Μελίνας Μάρκου στη μόνιμη θέση Λειτουργού Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών. Ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης, η καθ΄ης η αίτηση σε συνεδρία της ημερομηνίας 2.9.2010 προχώρησε σε επανεξέταση του θέματος και έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι το ενδιαφερόμενο μέρος υπερείχε γενικά των άλλων υποψηφίων και προσέφερε σ΄ αυτήν την ίδια θέση αναδρομικά, από την 3.12.2007. Με την παρούσα προσφυγή του, ο αιτητής, ο οποίος ήταν και αιτητής στη μια από τις προαναφερθείσες Συνεκδικασθείσες Προσφυγές, ήτοι την Υπόθεση Αρ. 149/2008, προσβάλλει την απόφαση για τον επαναδιορισμό του ενδιαφερόμενου μέρους, παραπονούμενος, κυρίως, για θέματα παραβίασης του δεδικασμένου που είχε δημιουργηθεί με την ακυρωτική απόφαση στις συνεκδικασθείσες προσφυγές. 1ος λόγος ακύρωσης - Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του δεδικασμένου και του άρθρου 33

(8)του Νόμου αρ. 1/1990, λόγω της μη επαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης της καθ΄ης η αίτηση όπως περιλάβει το ενδιαφερόμενο μέρος στον τελικό κατάλογο των υποψηφίων. Όπως διαπιστώνεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της επίδικης διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφασή του στις συνεκδικασθείσες προσφυγές, έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η αιτιολογία την οποία είχε δώσει η καθ΄ης η αίτηση για την συμπερίληψη από την ίδια του ενδιαφερόμενου μέρους στον τελικό κατάλογο υποψηφίων, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν είχε περιληφθεί στον προκαταρκτικό κατάλογο από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, ήταν ανεπαρκής. Πιο συγκεκριμένα, η αιτιολογία την οποία είχε δώσει η ΕΔΥ ήταν ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν "η μόνη υποψήφια από τους μη περιληφθέντες στον προκαταρκτικό κατάλογο της Συμβουλευτικής Επιτροπής που, αφενός κατέχει το πλεονέκτημα και, αφετέρου, έχει αξιολογηθεί ως πάρα πολύ καλή κατά την τελευταία αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής". Εξετάζοντας αυτή την αιτιολογία, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα πιο πάνω δεδομένα ήταν όμως ήδη ενώπιον της Συμβουλευτικής, η οποία και θεώρησε πρέπον να μην περιλάβει το ενδιαφερόμενο μέρος στη σύστασή της. Ενόψει τούτου, κρίθηκε ότι η αιτιολογία που έδωσε η ΕΔΥ δεν είναι επαρκής, αφού δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο λόγο που δεν είχε ήδη υπόψη της η Συμβουλευτική, για να δικαιολογήσει τη δική της κρίση. Σύμφωνα δε πάντα με το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες προσφυγές, το συμπέρασμα που εξαγόταν ήταν ότι η Συμβουλευτική Επιτροπή είχε οδηγηθεί στην τελική σύστασή της για τέσσερις υποψηφίους και όχι του ενδιαφερόμενου μέρους, όχι με βάση την κατοχή ή όχι του πλεονεκτήματος, αλλά με βάση την τελική βαθμολογία που είχε δώσει στους ενώπιον της υποψηφίους. Όλοι δε οι τέσσερις συστηθέντες είχαν βαθμολογία καλύτερη από εκείνη του ενδιαφερόμενου μέρους. Με αυτά τα στοιχεία, το Δικαστήριο, αποδεχόμενο το σχετικό λόγο ακύρωσης, έκρινε ότι η αιτιολογία που έδωσε η καθ΄ης η αίτηση ΕΔΥ για τη συμπερίληψη του ενδιαφερόμενου μέρους στον κατάλογο, απλά επανέλαβε, και μάλιστα πεπλανημένα, τα ίδια δεδομένα που είχε ενώπιόν της η Συμβουλευτική, ενώ δεν αιτιολόγησε γιατί, παρά το ότι το ενδιαφερόμενο μέρος είχε κριθεί με τελική βαθμολογία χαμηλότερη, έπρεπε να περιληφθεί στον κατάλογο. Κατά την επανεξέταση του θέματος της πλήρωσης της ίδιας θέσης, μετά την πιο πάνω ακυρωτική απόφαση, η καθ΄ης η αίτηση, επιλέγοντας και πάλι το ενδιαφερόμενο μέρος για διορισμό, ανέφερε τα ακόλουθα: "Επιλέγοντας τη Μάρκου Μελίνα, η Επιτροπή, κατά την πλειοψηφία της, παρατήρησε ότι αυτή έχει αξιολογηθεί ως Πάρα Πολύ Καλή κατά την τελική αξιολόγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και ως Εξαίρετη κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική εξέταση, στο υψηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης της Επιτροπής και σε υψηλότερο από τους μη επιλεγέντες επίπεδο, οι οποίοι αξιολογήθηκαν ως Πάρα Πολύ Καλοί (Θασίτης, Ιωσηφίδης) ή ως Πολύ Καλοί (Νησιφόρου, Πολεμίτου) και, επιπλέον, η επιλεγείσα διαθέτει το προβλεπόμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας πλεονέκτημα. Καταλήγοντας στην πιο πάνω απόφασή της, η Επιτροπή, κατά την πλειοψηφία της, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι, εκτός από την επιλεγείσα, το πλεονέκτημα διαθέτουν και οι μη επιλεγέντες υποψήφιοι Θασίτης Ιωάννης, Ιωσηφίδης Μάριος και Νησιφόρου Ολυμπία, οι οποίοι, όμως, αξιολογήθηκαν ως Πάρα Πολύ Καλοί (Θασίτης, Ιωσηφίδης) ή ως Πολύ Καλή (Νησιφόρου) κατά την ενώπιον της Επιτροπής προφορική εξέταση, σε χαμηλότερο δηλαδή επίπεδο αξιολόγησης από την επιλεγείσα, η οποία αξιολογήθηκε ως Εξαίρετη. Η Επιτροπή, κατά την πλειοψηφία της, κατέληξε στην απόφασή της, καθοδηγούμενη και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου." Διαφαίνεται από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής δικαίως παραπονείται ότι η καθ΄ης η αίτηση επανέλαβε την ίδια παράλειψη απόδοσης επαρκούς αιτιολογίας για τη συμπερίληψη στον κατάλογο υποψηφίων του ενδιαφερόμενου μέρους, η οποία δεν είχε συμπεριληφθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή. Σύμφωνα με την προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση, η καθ΄ης η αίτηση θα έπρεπε να αιτιολογήσει με επάρκεια την κρίση της για τη συμπερίληψη του ενδιαφερόμενου μέρους, παρά το γεγονός ότι αυτή είχε λάβει χαμηλότερη βαθμολογία από την τέταρτη κατά σειρά υποψήφια όπως ο κατάλογος είχε καταρτισθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή και με δεδομένο ότι οι βαθμολογίες εκείνες είχαν σχηματισθεί, λαμβανομένου υπόψη και του πλεονεκτήματος της θέσης το οποίο κατείχε το ενδιαφερόμενο μέρος. Παρά ταύτα, σύμφωνα με το τηρηθέν πρακτικό, η καθ΄ης η αίτηση παρουσιάζεται κατά την επανεξέταση να επαναφέρει ως παράγοντα αποφασιστικής σημασίας για την ενέργειά της, την κατοχή του πλεονεκτήματος της θέσης την οποία κατείχε το ενδιαφερόμενο μέρος, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο ρητά είχε αναφέρει ότι δε συνιστούσε καλή αιτιολογία, όπως επίσης και το άλλο στοιχείο, ότι δηλαδή το ενδιαφερόμενο μέρος είχε αξιολογηθεί ως Πάρα Πολύ Καλή. Ήταν ακριβώς αυτά τα στοιχεία τα οποία είχαν ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί από τη Συμβουλευτική Επιτροπή, η οποία δεν περιέλαβε το ενδιαφερόμενο μέρος στον κατάλογο και, επομένως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε η καθ΄ης η αίτηση, με βάση τα ίδια στοιχεία, να στοιχειοθετήσει επαρκή αιτιολογία ώστε να φθάσει σε διαφορετικό αποτέλεσμα, παρεκκλίνοντας από τη σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Επομένως, αυτός ο λόγος ακύρωσης επιτυγχάνει. 2ος λόγος ακύρωσης - Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του δεδικασμένου επειδή λήφθηκε υπόψη η αναιτιολόγητη αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων κατά τις προφορικές συνεντεύξεις ενώπιον της καθ΄ης η αίτηση και/ή η απόδοση υπέρμετρης βαρύτητας στην απόδοση των υποψηφίων κατ΄ αυτές. Πέραν του προαναφερθέντος λόγου ακύρωσης, ο οποίος κρίθηκε ότι στοιχειοθετείται με την προηγηθείσα δικαστική απόφαση, είχε εντοπισθεί από το Δικαστήριο ακόμα ένας, "σοβαρός λόγος ακύρωσης", όπως χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα, κατά την πρώτη διαδικασία επιλογής, ο Διευθυντής, ως προϊστάμενος του Τμήματος στο οποίο ενέπιπτε η υπό πλήρωση θέση, έκρινε τον εδώ αιτητή ως "Πάρα Πολύ Καλό", το δε ενδιαφερόμενο μέρος ως "Πολύ Καλή" κατά τη διαδικασία των συνεντεύξεων ενώπιον της καθ΄ης η αίτηση. Όπως εξήγησε το Δικαστήριο, με ειδική αναφορά και στο άρθρο 33
(10)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου - Νόμος αρ. 1/1990, είναι αναγκαίο όπως η τυχόν απόκλιση του διορίζοντος οργάνου είναι ειδικώς αιτιολογημένη. Η καθ΄ης η αίτηση όμως, σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο, επιλέγοντας το ενδιαφερόμενο μέρος, δεν έδωσε οποιαδήποτε ειδική κατά τη νομολογία αιτιολογία γιατί να αποκλίνει από τη σύσταση του Διευθυντή. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, η απλή αναφορά ως προς την επιλογή της, ότι η ίδια η καθ΄ης η αίτηση ΕΔΥ την αξιολόγησε ως Εξαίρετη κατά την ενώπιον της προφορική εξέταση, δεν αποτελούσε παρά ταυτολογία. Όπως περαιτέρω είχε αναφέρει το Δικαστήριο στην ακυρωτική του απόφαση, η Συμβουλευτική επιτροπή είχε υιοθετήσει βαθμολογίες από το "Μέτριος" ως το "Εξαίρετος" και την ίδια ταξινόμηση χρησιμοποίησε και ακολούθησε και η καθ΄ης η αίτηση, αντιστρέφοντας όμως την κρίση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και αργότερα του Διευθυντή, δίδοντας προβάδισμα στο ενδιαφερόμενο μέρος. Δεν υπήρχε όμως πουθενά καταγραμμένη αιτιολογία από την καθ΄ης η αίτηση γιατί δεν ακολούθησε τη σύσταση ή την κατάταξη του Διευθυντή και η επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους λόγω της, κατά την άποψη της καθ΄ης η αίτηση, υπεροχής έναντι των άλλων υποψηφίων με μόνο κριτήριο πλέον τη δική της βαθμολογία, δεν επαρκούσε, ενόψει του ότι αναγνωρίζεται νομοθετικά η "ειδική γνώση" του Λειτουργού που βοηθά την ΕΔΥ στο έργο της. Παραγνωριζόμενου δε του βοηθητικού ρόλου του Διευθυντή και/ή της Συμβουλευτικής Επιτροπής, άνευ σοβαρής αιτιολογίας, πρόσθεσε το Δικαστήριο, εκμηδενίζεται ο βοηθητικός αυτός ρόλος. Σε σχέση με το θέμα τούτο, είναι η εισήγηση του αιτητή ότι, παρά τις παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Δικαστήριο αποδεχόμενο το λόγο τούτο ακύρωσης, εν τούτοις, κατά την επανεξέταση, η καθ΄ης η αίτηση και πάλι δεν αιτιολόγησε τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε διαφορετική εκτίμηση από εκείνη του Διευθυντή. Όπως είναι φανερό, μέσα από το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης της καθ΄ης η αίτηση, όσο και μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση αλλά και του ενδιαφερόμενου μέρους, προβάλλει η κοινή τους θέση ότι ο ρόλος του Διευθυντή σε διαδικασίες πλήρωσης θέσεων πρώτου διορισμού είναι απλά βοηθητικός, ενώ για την ΕΔΥ η απόδοση κατά τις ενώπιον της συνεντεύξεις είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, οπότε δικαιολογείται η απόδοση αυξημένης βαρύτητας στην αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων και η ΕΔΥ δεν οφείλει να δώσει ειδική αιτιολογία απόκλισης από την άποψη του Διευθυντή. Αυτό είναι άλλωστε φανερό από το σχετικό απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης όπου η καθ΄ης η αίτηση επισημαίνει την ιδιαίτερη βαρύτητα την οποία ενέχει το στοιχείο της απόδοσης των υποψηφίων κατά τις ενώπιόν της διεξαγόμενες συνεντεύξεις σε πλήρωση θέσεων πρώτου διορισμού, παραπέμποντας μάλιστα σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Με δεδομένο όμως ότι με την προηγηθείσα ακυρωτική απόφαση το Δικαστήριο έκρινε πως, παρά το βοηθητικό χαρακτήρα του ρόλου του Διευθυντή, εν τούτοις, εφόσον αναγνωρίζεται σ΄ αυτόν από το Νόμο "ειδική γνώση", θα έπρεπε η απόκλιση του διορίζοντος οργάνου από την άποψη του Διευθυντή να είναι "ειδικώς αιτιολογημένη", τότε κανένα άλλο περιθώριο εικασίας δεν αφήνεται, παρά να συμπεραίνει κάποιος ότι η καθ΄ης η αίτηση με το λεκτικό που χρησιμοποίησε, διακριτικά μεν αλλά ξεκάθαρα δείχνει ότι διαφωνεί με το Δικαστήριο ως προς την αναγκαιότητα ειδικής αιτιολογίας γιατί δε συμφωνεί με το Διευθυντή και προσδίδει αποκλειστική σπουδαιότητα ή σημασία στη δική της κρίση και μόνο. Υπ΄ αυτές τις συνθήκες, παρατηρώ κατ΄ αρχάς ότι δε θα επιχειρούσα ούτε προς στιγμή να εκφέρω άποψη ή να ασχοληθώ καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με θέμα ορθότητας ή μη της άποψης την οποία είχε εκφράσει το Δικαστήριο στις προαναφερθείσες συνεκδικαζόμενες προσφυγές. Αρκεί μόνο να αναφέρω ότι η δικαστική κρίση στην προηγούμενη διαδικασία οδήγησε στην αποδοχή συγκεκριμένου λόγου ακύρωσης της απόφασης και κατέστη έτσι δεδικασμένο, του οποίου η ορθότητα μόνο κατ΄ έφεση θα μπορούσε να ελεγχθεί. Δεδικασμένο όμως, το οποίο η καθ΄ης η αίτηση οφείλει να εφαρμόζει κατά τη διαδικασία επανεξέτασης, ανεξάρτητα από το εάν η ίδια συμφωνεί με αυτό ή όχι. Στην παρούσα δε περίπτωση είναι φανερό ότι η καθ΄ης η αίτηση, με εύσχημο τρόπο, απέφυγε να εφαρμόσει το δεδικασμένο και κατ΄ αυτό τον τρόπο το παραβίασε, εφαρμόζοντας τη δική της άποψη επί του θέματος. Επομένως, στοιχειοθετείται και αυτός ο λόγος ακύρωσης. 3ος λόγος ακύρωσης. Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση του δεδικασμένου λόγω της μη αιτιολόγησης ή επαρκούς αιτιολόγησης της απόφασης της καθ΄ης η αίτηση για επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους. Αυτός ο λόγος ακύρωσης ή καλύτερα αυτός ο ισχυρισμός περί άλλης παραβίασης του δεδικασμένου, παρουσιάζεται να είναι απότοκο των δύο ήδη εξετασθέντων λόγων ακύρωσης. Συγκεκριμένα, όπως περαιτέρω επισημαίνει ο αιτητής, κατά την προηγηθείσα διαδικασία η καθ΄ης η αίτηση απέδωσε τελικά βαρύνουσα σημασία στην πολύ οριακή, όπως το Δικαστήριο την χαρακτήρισε, αξιολόγηση των εκεί αιτητών έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους κατά τις ενώπιον της διεξαχθείσες συνεντεύξεις και το αποτέλεσμα ήταν, όπως και πάλι είχε παρατηρήσει το Δικαστήριο, "η αξιολόγηση της ίδιας της Ε.Δ.Υ. να αποτελεί το μοναδικό ουσιαστικό κριτήριο επιλογής του ενδιαφερόμενου μέρους". Συνεπώς, είναι η θέση του αιτητή, η καθ΄ης η αίτηση όφειλε κατά την επανεξέταση να προχωρήσει στη λήψη νέας απόφασης κατ΄ ακολουθία και σε συμμόρφωση με το πιο πάνω δεδικασμένο. Αναπόφευκτα και αυτός ο λόγος ακύρωσης, με όποια σημασία και αν έχει η αυτοτέλεια με την οποία προβλήθηκε, θα πρέπει να επιτύχει. Είναι φανερό ότι λόγω ακριβώς της διακριβωθείσας με την παρούσα απόφαση παραβίασης του δεδικασμένου στις δύο εξετασθείσες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα ήταν και πάλι να παραμείνει και η νέα απόφαση της καθ΄ης η αίτηση με μόνο στήριγμα την απόδοση των υποψηφίων κατά τις ενώπιόν της διεξαχθείσες συνεντεύξεις, στοιχείο το οποίο χρησιμοποιήθηκε δύο φορές υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους για να εξουδετερώσει τη σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής και την αξιολόγηση του Διευθυντή, παρά τα όσα αποφασίστηκαν από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ειρήνη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2009)3 ΑΑΔ 164. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρούται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ΄ης η αίτηση, ενώ σε σχέση με το ενδιαφερόμενο μέρος δεν εκδίδεται διαταγή εξόδων. K. Κληρίδης, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.