← Κύπρος

SPGM LIMITED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΧΟΡΗΓΙΩΝ, ΦΟΡΕΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ/Ε

SPGM LIMITED ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΧΟΡΗΓΙΩΝ, ΦΟΡΕΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ/ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΙ, Υπόθεση Αρ. 1518/2011, 3/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1518/2011) 3 Οκτωβρίου, 2013 [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] SPGM LIMITED, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΧΟΡΗΓΙΩΝ, ΦΟΡΕΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ/ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΙΙ, Καθ΄ ων η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Σάββας Δ. Γεωργιάδης, για τον Αιτητή. Κυριακή Κορίνα Κλεάνθους, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Το Έκτακτο Σχέδιο Παροχής Κινήτρων για Απασχόληση Ανέργων (στο εξής «Το Σχέδιο») τέθηκε σε εφαρμογή τον Νοέμβριο του 2009 και, με κίνητρο την επιχορήγηση της εργοδότησης ανέργων από κονδύλια που παρείχαν από κοινού το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και η Κυπριακή Δημοκρατία, απέβλεπε στην ενθάρρυνση των επιχειρήσεων για απασχόληση ανέργων. Η αιτήτρια, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με πεδίο ενασχόλησης την παροχή λογιστικών και φορολογικών υπηρεσιών, ενδιαφέρθηκε να συμμετάσχει στο Σχέδιο για επιχορήγηση της εργοδότησης της Α. Κολοσίδου και προς τούτο υπόβαλε στις 26.10.2010 σχετική αίτηση στο Τμήμα Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Πέντε μήνες μετά την υποβολή της αίτησης, στις 17.3.2011, ο Φορέας Διαχείρισης (Φ/Δ) - η αρμόδια, δηλαδή, υπηρεσία εφαρμογής των σχεδίων χορηγιών του Τμήματος Εργασίας - ενημέρωσε την αιτήτρια μέσω τηλεομοιότυπου ότι για αξιολόγηση της αίτησης της θα έπρεπε να προσκομίσει μέσα σε 15 ημέρες συγκεκριμένα παραστατικά, διαφορετικά η αίτηση της θα απορριπτόταν. Η αιτήτρια ναι μεν ανταποκρίθηκε εμπρόθεσμα στην υπόδειξη του Φ/Δ, πλην όμως δεν του κοινοποίησε όλα τα παραστατικά που της είχε ζητήσει. Με επακόλουθο η αίτηση της να απορριφθεί στις 6.6.11, με αιτιολογικό ότι παρέλειψε να προσκομίσει:- (α) αντίγραφο του καταστατικού της επιχείρησης της με το σύνολο των τροποποιήσεων, (β) καταστάσεις εισφορών και αποδοχών ως και αποδείξεις καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων για τους τελευταίους 8 μήνες, (γ) επαρκή παραστατικά που να αποδείκνυαν ότι η Α. Κολοσίδου διέμενε συνεχώς τους τελευταίους 12 μήνες μόνιμα και νόμιμα στα ελεγχόμενα από τη Δημοκρατία εδάφη, (δ) πιστοποιητικό από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων (Ε.Πρ.93), (ε) πιστοποιητικό από την Υπηρεσία ΦΠΑ (ΦΠΑ 105ΙΕ) και, τέλος, (στ) ότι δεν είχε συμπληρώσει ορθά την προβλεπόμενη από το παράρτημα 11 του Οδηγού Εφαρμογής Υπεύθυνη Δήλωση. Η απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια γραπτώς στις 7.6.11, η οποία, με τηλεομοιότυπο ημερ. 9.6.11 και στη συνέχεια ταχυδρομικώς στις 14.6.11, αφενός απέστειλε πρόσθετα παραστατικά και αφετέρου υπέβαλε ένσταση στην απόρριψη του αιτήματος της. Αναφορά στο περιεχόμενο και τους προσβληθέντες λόγους ένστασης θα γίνει, αν χρειασθεί, στη συνέχεια στο κατάλληλο στάδιο. Η ένσταση εξετάστηκε από την Επιτροπή Ενστάσεων (Ε/Ε) στη συνεδρία της ημερ. 15.6.11 και απορρίφθηκε με το αιτιολογικό της εκπρόθεσμης προσκόμισης των παραστατικών υπό (β), (γ), (ε) και (στ) και της μη προσκόμισης του παραστατικού υπό (δ) ανωτέρω. Ακολούθως η απορριπτική απόφαση (στο εξής η Απόφαση), αφού επικυρώθηκε από το Διευθυντή του Τμήματος Εργασίας, γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια με επιστολή ημερ. 5.9.

  1. Τέλος, προς συμπλήρωση των αδιαμφισβήτητων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, σημειώνεται ότι στις 16.9.11 η Ε/Ε συνήλθε εκ νέου σε συνεδρία για διόρθωση ενός σημείου της Απόφασης, καθότι, εκ λάθους, κατά την συνεδρία της 15.6.11 αντί να τεθεί ενώπιον της το Καταστατικό σύστασης της αιτήτριας είχε τεθεί καταστατικό άλλης εταιρείας. Το λάθος όμως αυτό, για το οποίο η αιτήτρια ενημερώθηκε με τηλεμοιότυπο στις 6.12.11, δεν επέφερε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στην Απόφαση ημερ. 5.6.
  2. Η αιτήτρια θεωρεί ότι λανθασμένα απορρίφθηκε η ένσταση της και με την παρούσα προσφυγή επιδιώκει την ακύρωση της Απόφασης στη βάση 17 νομικών λόγων, πλην, όμως, με την αγόρευση των συνηγόρων της προώθησε ως λόγους ακύρωσης (α) την πλάνη περί τα πράγματα, (β) την ελλιπή έρευνα και (γ) την λανθασμένη αιτιολογία. Οι καθ΄ ων η αίτηση απορρίπτουν και τους τρεις λόγους ακύρωσης, αλλά πριν επιληφθεί το Δικαστήριο των σχετικών εκατέρωθεν εισηγήσεων προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι εγείρουν θέμα εκτελεστότητας της Απόφασης. Ισχυρίζονται, συναφώς, ότι ενόψει του ότι στη συνεδρία ημερ. 16.9.11 η Ε/Ε έλαβε υπόψη για το ίδιο θέμα και άλλα έγγραφα - το καταστατικό, δηλαδή, της αιτήτριας - που δεν είχαν ενώπιον τους στις 15.6.11, η Απόφαση έχασε την εκτελεστότητα της και έκτοτε μόνη εκτελεστή διοικητική πράξη είναι η πράξη που εκδόθηκε στις 16.9.11 και κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια στις 6.12.
  3. Συνεπώς, όπως είναι η θέση τους, η παρούσα προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να απορριφθεί. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση της αιτήτριας, η οποία εισηγείται ότι η διαδικασία της 16.9.11 ήταν πλασματική και απέβλεπε στη διόρθωση ενός σημείου της αξιολόγησης που έγινε κατά τη συνεδρία της 15.6.11 και ως εκ τούτου ".αποτελεί συμπλήρωμα της αιτιολογίας απόρριψης και/ή εκ των υστέρων αιτιολογία και όχι ανάκληση της προσβαλλόμενης απόφασης και/ή νέα εκτελεστή πράξη". Έχω διεξέλθει τις εκατέρωθεν θέσεις και κατέληξα ότι η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί καθότι, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, μόνο η (προσβαλλόμενη) Απόφαση συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της εκτελεστής διοικητικής πράξης, αφού μόνο αυτή επέφερε έννομα αποτελέσματα για την αιτήτρια και όχι η δεύτερη πράξη ημερ. 16.9.11 η οποία απλώς απέβλεπε σε διόρθωση ενός επιμέρους σημείου της πρώτης πράξης. Υπενθυμίζεται επί του προκειμένου ότι αποτελεί βασική αρχή του διοικητικού δικαίου ότι μόνο εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις υπόκεινται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εκτελεστή διοικητική πράξη είναι εκείνη που επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Δηλαδή, εκείνη που δημιουργεί ένα δικαίωμα ή μία υποχρέωση διοικητικού χαρακτήρα μεταξύ των διοικουμένων που δεν υφίσταντο πριν από την έκδοση της πράξης ή απόφασης (βλ. μεταξύ άλλων Δημοκρατίας ν. Sunoil Bankering Ltd

(1994)3 A.A.Δ. 26, A/φοι Λανίτη Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 496, Jumbo Investments κ.α. v. Δημοκρατίας
(2000)3 A.Α.Δ. 399) που, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, ήταν η απόρριψη της ένστασης της αιτήτριας εναντίον της απόφασης του Φ/Δ να απορρίψει την αίτηση της για ένταξη της στο Σχέδιο. Συνεπώς κρίνω ότι έννομο αποτέλεσμα για την αιτήτρια επέφερε μόνο η (προσβαλλόμενη) Απόφαση και όσον αφορά τη φύση της δεύτερης πράξης ημερ. 16.9.11, αυτή, κατά την άποψή μου, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της βεβαιωτικής πράξης, αφού απλώς επιβεβαίωνε την πρώτη, χωρίς να διενεργηθεί στο μεταξύ νέα έρευνα ή να τεθεί ενώπιον των καθ΄ ων η αίτηση - εκτός από το Καταστατικό της Εταιρείας - οποιοδήποτε, νέο, ουσιώδες πραγματικό ή νομικό στοιχείο (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 474, Ζίττης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 394, Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 507 και Λιασίδης ν. ΕΤΕΚ
(2010)3 Α.Α.Δ. 110 και Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959 σελ. 240, από τα οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί) "Η πράξη συνιστά βεβαιωτική προγενέστερης, αν δεν έχει, στο μεταξύ, διενεργηθεί νέα έρευνα, ή αν δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, πράξη που δηλώνει απλή εμμονή της διοίκησης σε προηγούμενη απόφαση της, ακόμα και αν δεν επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της, αποτελεί βεβαιωτική". Η προδικαστική λοιπόν ένσταση δεν ευσταθεί και ενόψει τούτου θα προχωρήσω σε εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Όπως έχει σημειωθεί, η αιτήτρια αποβλέπει σε ακύρωση της Απόφασης στη βάση ισχυριζόμενης πλάνης περί τα πράγματα, ελλιπούς έρευνας και λανθασμένης αιτιολογίας. Αναπτύσσοντας τους τρεις αυτούς λόγους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της εισηγήθηκαν ουσιαστικά τα ακόλουθα:- Η Απόφαση είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα καθότι, κατά τη λήψη της, οι καθ΄ων η αίτηση λανθασμένα (α) έκριναν πως, ακόμη και μετά την υποβολή των πρόσθετων παραστατικών, η ένσταση της αιτήτριας ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη, (β) έλαβαν υπόψη καταστατικό εταιρείας που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την αιτήτρια, (γ) έκριναν πως το καταστατικό της αιτήτριας εκδόθηκε το 2010 και (δ) λανθασμένα δεν έλαβαν υπόψη τα παραστατικά που υπόβαλε η αιτήτρια μέχρι 31.3.2011 και Η Απόφαση είναι αποτέλεσμα ελλιπούς έρευνας καθότι εάν οι καθ΄ ων η αίτηση διενεργούσαν την δέουσα έρευνα θα διαπίστωναν ότι η αιτήτρια είχε προσκομίσει όλα τα απαραίτητα παραστατικά για την αξιολόγηση της αίτησης της και σύμφωνα με τους όρους του Σχεδίου μπορούσε να υποβάλει τα συμπληρωματικά στοιχεία ή διευκρινήσεις που ζήτησε ο Φ/Δ μέσα σε 15 ημέρες. Κατά συνέπεια λανθασμένα οι καθ΄ ων η αίτηση απόρριψαν την ένστασή της, όπως λανθασμένα έδωσαν ως αιτιολογία ότι η αιτήτρια δεν προσκόμισε με την αρχική αίτηση τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τη στιγμή που προσκόμισε τα συμπληρωματικά στοιχεία που της ζητήθηκαν. Η Απόφαση, αντέτεινε η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση, είναι καθόλα ορθή και νόμιμη και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά περιστατικά της υπόθεσης. Παράπεμψε, σχετικά, στα αδιαμφισβήτητα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και υποστήριξε πως, με τις επιστολές που απέστειλαν οι καθ΄ ων η αίτηση στην αιτήτρια, διατυπώνονται με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης της ένστασης της και ειδικά, σ΄ ότι αφορά το παράπονο ότι κατά τη λήψη της Απόφασης λήφθηκε υπόψη καταστατικό άλλης εταιρείας, υπέδειξε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι άνευ σημασίας, αφού η διοίκηση ανεγνώρισε από μόνη της το λάθος και το διόρθωσε. Διεξήλθα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και σ΄ ότι αφορά την κατ΄ ισχυρισμό πλάνη περί τα πράγματα, ο λόγος αυτός σύμφωνα με το άρθρο 46
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158
(1)/99) επιφέρει ακύρωση της διοικητικής πράξης στις περιπτώσεις που η διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, στηρίχτηκε σε πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή παρέλειψε να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα. Όμως, δεν υπάρχει πλάνη στις περιπτώσεις όπου η διοίκηση αξιολογεί και εκτιμά στοιχεία και γεγονότα που παρουσιάζονται μπροστά της για κρίση, εφόσον τα συμπεράσματα της είναι εύλογα. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια διεξήλθα, κατά πρώτο λόγο, τον Οδηγό Διαχείρισης του Σχεδίου (Τεκμ. 2), ο οποίος στην παρ. 4 προβλέπει ότι το έργο της Ε/Ε στις περιπτώσεις ενστάσεων - όπως είναι και η παρούσα - περιορίζεται στην εξέταση του περιεχομένου του φακέλου της αίτησης μόνο και δεν της παρέχεται εξουσία να αποδέχεται πρόσθετα στοιχεία ή πληροφορίες που θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί με την αίτηση. Υπό τα περιστατικά, όμως, της παρούσας υπόθεσης, τα δύο κύρια παράπονα που προώθησε η αιτήτρια για τεκμηρίωση της θέσης ότι η Απόφαση είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα - τα υπ΄ αρ. (α) και (δ) ανωτέρω - βασίζονται στην αντίληψη ότι λανθασμένα οι καθ΄ ων η αίτηση αγνόησαν τα (επιπρόσθετα) παραστατικά που υπόβαλε με την ένσταση της. Τούτου δοθέντος, είναι κατά την άποψή μου φανερό ότι σε σχέση με τα δύο αυτά παράπονα η αιτήτρια όχι μόνο δεν απέδειξε την ύπαρξη πλάνης, αλλά ούτε και στοιχειοθέτησε ότι οι καθ΄ ων η αίτηση για λήψη της Απόφασης στηρίχθηκαν σε ανύπαρκτα γεγονότα ή προϋποθέσεις ή παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους ουσιώδες πραγματικό γεγονός. Σ΄ ότι δε αφορά τον ισχυρισμό της ότι κατά τη λήψη της Απόφασης οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους καταστατικό άλλης εταιρείας, ο ισχυρισμός αυτός ναι μεν ευσταθεί, αλλά δεν προκύπτει να επέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο στην έκδοση της (προσβαλλόμενης) Απόφασης. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια δεν απέδειξε ότι η Απόφαση ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται. Σ΄ ότι αφορά τις επόμενες δύο θέσεις της αιτήτριας - ότι, δηλαδή, η Απόφαση ήταν αποτέλεσμα ελλιπούς έρευνας και αιτιολογίας - να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, δέουσα έρευνα υπάρχει όταν λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ωστόσο η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία της έρευνας ποικίλει αναλόγως με το υπό εξέταση ζήτημα και δεν υπάρχουν στερεότυπες μορφές έρευνας, υπό την προϋπόθεση ότι, αναλόγως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ως προς την επάρκεια ή πληρότητα της (βλ. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 270 και Μotorways Ltd v. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 447). Παραθέτω, σχετικά, αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Ράφτη ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 345: "Έχει νομολογηθεί ότι η αιτιολογία μιας διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει στο Δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης και δεν πρέπει να είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο (Βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298, Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574, Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ.270 και Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα.636, 646 και 647). Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθεί επί τη βάσει ποιων στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό (Βλ. Ιωάννη Σαρμά, Η Συνταγματική και Διοικητική Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σελ. 130). Το κατά πόσο μια διοικητική πράξη είναι αιτιολογημένη ή όχι εξαρτάται από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της (Βλ. Pissas v. Republic
(1974)3 C.L.R. 476)." Έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία για τα υπό εξέταση ζητήματα, θεωρώ ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τα υπό αναφορά παράπονα της αιτήτριας έχουν απαντηθεί με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την εξέταση της εισήγησης της για πλάνη περί τα πράγματα. Και αυτό, όπως επισημάνθηκε, αφού η Ε/Ε, κατά την εξέταση της ένστασης της, ήταν δεσμευμένη να μη λάβει υπόψη τα εκ των υστέρων υποβληθέντα παραστατικά και, κατ΄ ακολουθία τούτου, το έργο της περιοριζόταν αποκλειστικά στο να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του Φ/Δ να απορρίψει την αίτηση της αιτήτριας ήταν ορθή, στη βάση ότι δεν είχαν προσκομισθεί όλα τα απαραίτητα παραστατικά. Αυτό και μόνο ήταν το έργο της και η διαπίστωση, όπως ήταν και η Απόφαση, ότι πράγματι η αιτήτρια δεν είχε υποβάλει με την αίτηση τα απαραίτητα παραστατικά καθιστά τα υπό αναφορά παράπονα αβάσιμα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και προς όφελος των καθ΄ ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. /ΚΒΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.