← Κύπρος

ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1424/2011, 9/5/2014

ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1424/2011, 9/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2014:D298 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 1424/2011 9 Μαίου, 2014 [ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΙΕΖΕΚΙΗΛ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ

  1. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  2. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ'ων η αίτηση. _______________________________ Ξ. Ευγενίου (κα) για Α.Σ. Αγγελίδη, για τον Αιτητή. Φ. Κωμοδρόμος, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. ____________________________________________ A Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ.: Ο αιτητής επιδιώκει την ακύρωση απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με την οποία προήχθη ο Γεώργιος Μακαρίου (ενδιαφερόμενο μέρος) στο βαθμό του Αστυνόμου Β΄, στην Πυροσβεστική Υπηρεσία από 7/10/
  3. Οι προαγωγές στο βαθμό Ανώτερου Αξιωματικού (Αστυνόμου Β΄, Αστυνόμου Α΄, Ανώτερου Αστυνόμου, Βοηθού Αρχηγού) της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, διέπονται από τις πρόνοιες του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004 ως τροποποιήθηκε), (στο εξής «ο Νόμος») και των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 2004, (Κ.Δ.Π. 214/2004 ως έχουν τροποποιηθεί), (στο εξής «οι Κανονισμοί»). Ενεργώντας δυνάμει του Κανονισμού 22, ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (στο εξής «ο Υπουργός»), κατόπιν διαβούλευσης με τον Αρχηγό της Αστυνομίας, διόρισε στις 23/9/2010, τριμελή Επιτροπή Αξιολόγησης για να αξιολογήσει τους υποψηφίους για προαγωγή. Η σύνθεση της πιο πάνω Επιτροπής διαφοροποιήθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο λόγω πρόωρης αφυπηρέτησης ενός από τα μέλη της και αντικατάστασης του με άλλο ισόβαθμο αξιωματικό. Με επιστολή του ημερομηνίας 9/8/2011, ο Αρχηγός κοινοποίησε στον Πρόεδρο της Επιτροπής, κατάλογο πέντε Ανώτερων Υπαστυνόμων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διαδίκων, οι οποίοι πληρούσαν τα προσόντα προαγωγής, δυνάμει του Κανονισμού 20(α), με οδηγίες για έναρξη της διαδικασίας αξιολόγησης τους για σκοπούς πλήρωσης μίας κενής οργανικής θέσης Αστυνόμου Β΄ στην Πυροσβεστική. Η Επιτροπή, ακολουθώντας τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό 22, ζήτησε και έλαβε τις γραπτές απόψεις του Αναπληρωτή Διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ως άμεσα προϊσταμένου των υποψηφίων και στη συνέχεια συνέταξε έκθεση για κάθε αξιολογούμενο λαμβάνοντας υπόψη την αξία τους με βάση τις υπηρεσιακές εκθέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στα δύο τελευταία χρόνια (2009-2010), τους προσωπικούς φακέλους, τα προσόντα, την αρχαιότητα, τη γνώμη του προϊσταμένου και το ατομικό τους δελτίο. Σύμφωνα με τη συμπερασματική κρίση της Επιτροπής, ο αιτητής υπερείχε έναντι των υπολοίπων υποψηφίων, αξιολογηθείς ως "εξαίρετος" στην αξία και "πολύ καλός" στα προσόντα, ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος αξιολογήθηκε ως "πολύ καλός" τόσο στην αξία όσο και στα προσόντα. Η έκθεση της Επιτροπής, μαζί με τους σχετικούς πίνακες κατάταξης των υποψηφίων στα κριτήρια της αξίας - προσόντων, ετήσιων αξιολογήσεων -γραπτών απόψεων και αρχαιότητας, υποβλήθηκε στον Αρχηγό στις 23/9/
  4. Ακολούθως στις 6/10/2011, ο Αρχηγός, αφού έλαβε υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, τις ετήσιες αξιολογήσεις με έμφαση στα δύο τελευταία έτη και τους προσωπικούς φακέλους, υπέβαλε στον Υπουργό αιτιολογημένες εκθέσεις και συστάσεις για όλους τους προσοντούχους υποψηφίους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Νόμου και του Κανονισμού 23, μαζί με σχετικούς πίνακες των υπηρεσιακών στοιχείων, προσόντων και αρχαιότητας για σκοπούς σύγκρισης και προς διευκόλυνση της τελικής επιλογής. Αναφορικά με τους διαδίκους, ο Αρχηγός χαρακτήρισε τον αιτητή ως "εξαίρετο" στην αξία και "πολύ καλό" στα προσόντα και το ενδιαφερόμενο μέρος ως "πολύ καλό" στην αξία και στα προσόντα. Στο καταληκτικό στάδιο της διαδικασίας, στις 7/10/2011, ο Υπουργός επέλεξε το ενδιαφερόμενο μέρος για προαγωγή στην επίδικη θέση, τονίζοντας ως σημαντικό στοιχείο το προβάδισμα αρχαιότητας του και σημειώνοντας στην απόφασή του ότι, η διαφορά στην αξία, κατά ένα "εξαίρετος" περισσότερο υπέρ του αιτητή, έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, ήταν οριακή. Η προαγωγή δημοσιεύτηκε στις Εβδομαδιαίες Διαταγές της Αστυνομίας ημερομηνίας 10/10/
  5. Ο αιτητής υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων, ότι δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στο κριτήριο της αρχαιότητας και ότι παραγκωνίστηκαν οι ευνοϊκές γι' αυτόν συστάσεις της Επιτροπής και του Αρχηγού, χωρίς ειδική αιτιολογία. Εξειδικεύοντας τους πιο πάνω λόγους ο αιτητής, προβάλλει ότι υπερείχε του ενδιαφερόμενου μέρους έχοντας αξιολογηθεί σε όλα τα κριτήρια της περιόδου 2009-2010 ως "εξαίρετος" και ότι ακόμα και το οριακό προβάδισμα του, κατά ένα "εξαίρετος", σε σχέση με το ενδιαφερόμενο μέρος, έχει τη σημασία του και θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας του, ο αιτητής επικαλείται τις γραπτές απόψεις του άμεσα προϊσταμένου ο οποίος αξιολόγησε τον ίδιο στο κριτήριο των Διοικητικών Ικανοτήτων ως "εξαίρετο", ενώ το ενδιαφερόμενο μέρος ως "πολύ καλό" και τις κρίσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης και του Αρχηγού ότι ο αιτητής υπερείχε έναντι των υπολοίπων υποψηφίων λόγω της κατάταξης του στην κατηγορία του "εξαίρετου" στην αξία. Εφόσον οι διάδικοι δεν ήταν ίσοι στο κριτήριο της αξίας, θα έπρεπε, κατά τον αιτητή, να γίνει ένας συνυπολογισμός όλων των κριτηρίων προαγωγής και όχι να προσμετρήσει ως μοναδικό στοιχείο επιλογής, ο παράγοντας της αρχαιότητας. Επιπρόσθετα, υποβάλλεται από τον αιτητή ότι ο Υπουργός είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόκλιση του από τις συστάσεις της Επιτροπής και του Αρχηγού, εξειδικεύοντας τους λόγους της προτίμησης του. Για τους πιο κάτω λόγους οι ισχυρισμοί του αιτητή κρίνονται αβάσιμοι. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν τις προαγωγές στην Αστυνομία, όπως αυτές καθορίζονται στο Κανονισμό 3, «οι διεκδικήσεις των μελών της Αστυνομίας για προαγωγή αποφασίζονται με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα». Όπως προκύπτει από τους πίνακες της Επιτροπής Αξιολόγησης, η οποία αναφορικά με την αξία, κατέταξε τον αιτητή στην κατηγορία του "εξαίρετου" και το ενδιαφερόμενο μέρος σε αυτήν του "πολύ καλού", ο χαρακτηρισμός που αποδόθηκε ήταν απόρροια της συνολικής αξιολόγησης (υπηρεσιακών εκθέσεων) της διετίας 2009-2010, στην οποία δόθηκε έμφαση όπως επιβάλλεται από τον Κανονισμό 23(β) και των γραπτών απόψεων του άμεσα προϊσταμένου των υποψηφίων. Ο τελευταίος είχε χαρακτηρίσει τόσο τον αιτητή όσο και το ενδιαφερόμενο μέρος ως εξαίρετους αξιωματικούς, με μόνη διαφορά ότι στον πίνακα της δικής του βαθμολόγησης, αξιολόγησε στο στοιχείο της διοικητικών ικανοτήτων, ως "εξαίρετο" τον αιτητή και ως "πολύ καλό" το ενδιαφερόμενο μέρος. Επρόκειτο ουσιαστικά για επανάληψη της ετήσιας αξιολόγησης με βάση την οποία, ενώ ο αιτητής είχε συγκεντρώσει 20 "εξαίρετα", το ενδιαφερόμενο μέρος για την ίδια περίοδο αξιολογήθηκε με 18 "εξαίρετα" και 2 "πολύ καλά". Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί από τη νομολογία μας πως μικρές διαφορές στις αξιολογήσεις συνιστούν οριακές διαφορές, μη δυνάμενες να προσδώσουν υπεροχή σε αξία στα ενδιαφερόμενα μέρη. Αντίθετα, αναδεικνύουν υποψήφιους ουσιαστικά ισοδύναμους σε αξία. (Νίκος Αττά κ.ά. ν. Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας

(2012)3 Α.Α.Δ. 438). Στην υπόθεση Πατσαλίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)3(Β) Α.Α.Δ. 738, ενδεικτικά αναφέρονται και τα εξής: "Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Republic v. Roussos
(1987)3 C.L.R. 1217, Κέντα ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 485, Βασιλειάδης ν. Τσιάππα
(2005)3 Α.Α.Δ. 403, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2009)3 Α.Α.Δ. 495 και Λοϊζος Παναγή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 156/2008 ημερ. 29/9/2011) η διαφορά στην αξιολόγηση των υπαλλήλων σε 3 έως 5 «Εξαίρετος» περισσότερα ο ένας από τον άλλο σε μια πενταετία, δεν προσδίδουν σε αυτόν που έχει τα περισσότερα «Εξαίρετος» υπεροχή στην αξία έναντι των υπολοίπων, αλλά απλώς πρέπει οι υπάλληλοι να θεωρούνται ισοδύναμοι. Τονίστηκε ότι η ορθή αντιμετώπιση του θέματος είναι να εξετάζεται η γενική εικόνα ενός υποψηφίου και όχι να γίνεται αριθμητική φόρμουλα για να φανεί ποιος έχει τα περισσότερα «Εξαίρετος»." Από πλευράς προσόντων οι διάδικοι ήταν επίσης ισοδύναμοι, κριθέντες αμφότεροι ως "πολύ καλοί", ενώ στην αρχαιότητα υπήρχε ένα σοβαρό προβάδισμα 28 μηνών του ενδιαφερόμενου μέρους στο βαθμό του Ανώτερου Υπαστυνόμου, που ήταν η αμέσως προηγούμενη της επίδικης, θέση. Η ημερομηνία προαγωγής στον εν λόγω βαθμό ήταν για το ενδιαφερόμενο μέρος η 7/8/2003 και για τον αιτητή η 27/12/2005. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, επαναλήφθηκαν στις συστάσεις του Αρχηγού, ο οποίος σύστησε για προαγωγή και τους πέντε προσοντούχους υποψηφίους και όχι μόνο τον αιτητή, ως αυτός ισχυρίζεται. Επομένως, κατά την άσκηση της αποφασιστικής αρμοδιότητας του Υπουργού, δεν υπήρχε ζήτημα απόκλισης από σύσταση και ειδικής αιτιολογίας. Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Αρχηγού, ότι ο αιτητής υπερείχε όλων των υπολοίπων λόγω της κατάταξης του στο εξαίρετο επίπεδο αξίας, δεν ισοδυναμούν με σύσταση. Ο Υπουργός, δυνάμει του άρθρου 16
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004 όπως τροποποποιήθηκε) «προβαίνει στη προαγωγή των υποψηφίων που συστήνονται από τον Αρχηγό με δεόντως αιτιολογημένη απόφαση του». Στην παρούσα περίπτωση, αφού, όπως αποκαλύπτει το κείμενο της επίδικης απόφασης του, έλαβε υπόψη την έκθεση και τις συστάσεις του Αρχηγού, ο Υπουργός επέλεξε το ενδιαφερόμενο μέρος, με ρητή αναφορά στο προβάδισμα αρχαιότητας του, το οποίο θεώρησε ως σημαντικό, επισημαίνοντας παράλληλα και την οριακή υπέρ του αιτητή διαφορά στη βαθμολογημένη αξία, η οποία, όπως ήδη προεκτέθηκε, δεν στοιχειοθετούσε υπεροχή έναντι του ενδιαφερομένου. Το στοιχείο της αρχαιότητας, σε θέση μάλιστα που προηγείτο της επίδικης, αποτελούσε ένα ουσιώδες και αυτοτελές στοιχείο κρίσεως, που προβλέπεται τόσο στο Νόμο (άρθρο 16
(2)(β)), όσο και στους Κανονισμούς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η επίδικη απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη. Ως αποτέλεσμα, η προσφυγή δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ'ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται. Α. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ. /ΔΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.