MAHFUZUR RAHMAN ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Υπoθεση Αρ. 503/2011, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2014:D437 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 503/2011) 27 Ιουνίου, 2014 [ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ MAHFUZUR RAHMAN, Αιτητής, ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, Καθ'ων η αίτηση. Ν. Αγγελίδης, για τον Αιτητή. Λ. Λάμπρου-Ουστά (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ'ων η αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είναι η νομιμότητα της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων ημερομηνίας 9/2/2011, με την οποία επικυρώθηκε ως ορθή η απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου να κλείσει το φάκελο του αιτητή λόγω μη εντοπισμού του στη δοθείσα διεύθυνσή του. O αιτητής, υπήκοος Μπαγκλαντέζ, με αίτηση του στην Υπηρεσία Ασύλου, ημερομηνίας 22/6/2004, ζήτησε να του αναγνωριστεί το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα, δυνάμει των συναφών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (Ν. 6(Ι)/2000 ως έχει τροποποιηθεί) - (στο εξής «ο Νόμος»). Ως διεύθυνση του αιτητή στη Κύπρο δηλώθηκε η οδός Ιφιγενείας 15 στην Ακρόπολη, ενώ δόθηκε και αριθμός κινητού τηλεφώνου για σκοπούς επικοινωνίας μαζί του. Διπλοσυστημένη επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 11/2/2005, με την οποία καλείτο σε συνέντευξη ο αιτητής, ταχυδρομήθηκε στην πιο πάνω διεύθυνση, αλλά επεστράφη με την ένδειξη «λάθος κωδικός», διότι εκ παραδρομής αναγράφηκε ο ταχυδρομικός κώδικας 1055, αντί του ορθού, που ήταν 2007. Προσπάθεια επίδοσης της επιστολής μέσω ιδιωτικής εταιρείας στις 22/3/2005 απέβη άκαρπη, διότι όπως σημειώθηκε στο σχετικό έντυπο της ένορκης δήλωσης του επιδότη, στη δοθείσα διεύθυνση, «μένουν εδώ και επτά χρόνια άλλοι από Bangladesh και δεν τον γνωρίζουν». Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, η αρμόδια λειτουργός εισηγήθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 16 Α
(1)του Νόμου. Ο φάκελος του αιτητή έκλεισε στις 6/5/
- Αργότερα, το Μάρτιο του 2008, δικηγόρος που ενεργούσε εκ μέρους του αιτητή, απηύθυνε διάβημα προς την Υπηρεσία Ασύλου ζητώντας ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης και αναφέροντας ότι ο αιτητής είχε ενημερώσει το Τμήμα για την αλλαγή της διεύθυνσης του. Η Υπηρεσία Ασύλου απήντησε στο δικηγόρο ζητώντας την προσκόμιση σχετικής εξουσιοδότησης. Ακολούθησε εμπλοκή της οργάνωσης ΚΙΣΑ και στη συνέχεια επιστολή ημερομηνίας 10/11/2009 του δικηγόρου που εκπροσώπησε τον αιτητή και στην παρούσα, με την οποία ζητείτο όπως ξανανοίξει ο φάκελος και κληθεί ο αιτητής σε συνέντευξη επειδή, όπως τόνιζαν, ο αιτητής ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε έγγραφη ειδοποίηση ή τηλεφωνική κλήση. Το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό από την Υπηρεσία Ασύλου, η οποία ενημέρωσε το δικηγόρο του αιτητή, για την απόφαση της όπως παραμείνει ο φάκελος κλειστός. Στη σχετική επιστολή, εκ παραδρομής, γίνεται αναφορά σε επίδοση στον αιτητή στις 22/3/2005, στην οδό Ιφιγενείας 15, της επιστολής με την οποία αυτός καλείτο σε συνέντευξη. Επισημάνθηκε επίσης ότι είχε γίνει προσπάθεια εντοπισμού του μέσω αριθμού τηλεφώνου που είχε δοθεί από τον ίδιο, χωρίς αποτέλεσμα, γιατί επρόκειτο για ανύπαρκτο αριθμό. Στην απαντητική του επιστολή ο δικηγόρος του αιτητή ισχυρίσθηκε ότι ο πελάτης του όντως διέμενε στην Ιφιγενείας 15, όμως άλλαξε διεύθυνση (οδός Κρήτης 12 στην Παλλουριώτισσα), δίδοντας οδηγίες στον προηγούμενο δικηγόρο του να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, χωρίς όμως ο δικηγόρος να προβεί στα δέοντα. Αναφορικά με τις προσπάθειες τηλεφωνικής επικοινωνίας, ανέφερε ότι ο αριθμός που δόθηκε στην Υπηρεσία, ανήκε σε κάποιο φίλο του αιτητή και ότι ο αιτητής δεν γνώριζε αν ήταν σωστός ή όχι. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μετέβαλαν τη στάση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία πληροφόρησε το δικηγόρο του αιτητή ότι επέμεινε στην απόφαση της. Ακολούθησε στις 18/2/2010 διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, με έρεισμα τους ισχυρισμούς που είχαν τεθεί στην προηγηθείσα αλληλογραφία με την Υπηρεσία Ασύλου και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Kapila Upananda Lliyana Kankanamge v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 265/2008, ημερομηνίας 4/6/
- Τελικά στις 9/2/2011, η Αναθεωρητική Αρχή, με την επίδικη απόφαση της απέρριψε τη διοικητική προσφυγή, επικυρώνοντας ως ορθή την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Αμφισβητώντας την ορθότητα της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής, ο δικηγόρος του αιτητή υπέβαλε ότι το παραδεκτό και από αυτή γεγονός του λάθους με τον ταχυδρομικό κώδικα, δημιουργεί τεκμήριο μη λήψης της επιστολής - κλήσης σε συνέντευξη, από τον αιτητή και ότι, κακώς η Αναθεωρητική Αρχή, αυτοπεριορίστηκε στο αμφισβητούμενο ζήτημα της λήψης της επιστολής και δεν εξέτασε την ουσία του αιτήματος. Την αντίθετη βέβαια θέση υιοθέτησε η πλευρά των καθ'ων η αίτηση, η οποία και ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(2)του Νόμου (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο): «Ο τόπος διαμονής του αιτητή καθορίζεται στη βεβαίωση υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία και ο αιτητής υποχρεούται, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του να παραμείνει στον τόπο αυτό». Όπως ορίζεται στο άρθρο 8
(3)(α): «Ο αιτητής σε περίπτωση αλλαγής του τόπου διαμονής του υποχρεούται να ενημερώνει εντός τριών ημερών τα κατά τόπο αρμόδια Κλιμάκια Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Αστυνομίας, τα οποία οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως την Υπηρεσία Ασύλου και το Διευθυντή για την αλλαγή αυτή». Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την πιο πάνω υποχρέωση, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 16Α του Νόμου, που προβλέπουν τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματος ασύλου και το κλείσιμο του φακέλου[1]. Στην παρούσα περίπτωση, μετά την αποτυχία της παράδοσης της επιστολής λόγω του λάθους που έγινε με το ταχυδρομικό κώδικα, η Υπηρεσία Ασύλου προσπάθησε να ειδοποιήσει τον αιτητή και να του παραδώσει την επιστολή, μέσω επιδότη. Ο τελευταίος, επισκέφθηκε τη δοθείσα από τον αιτητή διεύθυνση αλλά δεν τον εντόπισε και επιπρόσθετα, όπως ενόρκως δήλωσε, διαπίστωσε την εκεί παρουσία ομοεθνών του αιτητή, οι οποίοι παρά την πολυετή παραμονή τους στο χώρο δεν γνώριζαν τον αιτητή. Παράλληλη προσπάθεια εντοπισμού του αιτητή μέσω τηλεφωνικού αριθμού που σημειώθηκε από τον ίδιο στην αίτηση του, δεν απέδωσε καρπούς, γιατί όπως διαπιστώθηκε επρόκειτο για ανύπαρκτο τηλέφωνο. Οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί του αιτητή ότι είχε αλλάξει διεύθυνση και ότι ενημέρωσε το δικηγόρο του, με την παράκληση να πληροφορήσει επί τούτου την αρμόδια αρχή, δεν είναι αποδεκτοί. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, που σημειώθηκαν πιο πάνω, είχε ο ίδιος υποχρέωση να ενημερώσει το τοπικό Κλιμάκιο Αλλοδαπών, εντός τριών ημερών για κάθε αλλαγή του τόπου διαμονής του. Δεν συμμορφώθηκε ούτε επέδειξε οποιοδήποτε έγκαιρο ενδιαφέρον, για την πορεία της αίτησης του παρά την παρέλευση ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος σχεδόν τεσσάρων χρόνων από την υποβολή της αίτησης του, μέχρι την πρώτη επιστολή του δικηγόρου του. Ο αιτητής θα μπορούσε απευθυνόμενος στην Υπηρεσία Ασύλου να λάβει πληροφόρηση για την εκκρεμότητα του θέματος του. Τα γεγονότα της υπόθεσης Kapila Upananda Lliyana Kankanamge (πιο πάνω), την οποία επικαλείται ο αιτητής, ήταν διαφορετικά. Στην περίπτωση εκείνη, η επιστολή επιδόθηκε στη δοθείσα από τον αιτητή διεύθυνση, όχι όμως στον ίδιο, αλλά σε κάποιο νομικό σύμβουλο, μέσα σε αδιευκρίνιστες συνθήκες αναφορικά με την ταυτότητα και τη σχέση του με τον αιτητή, γεγονός που οδήγησε σε πλάνη την Αναθεωρητική Αρχή η οποία εξέλαβε ότι υπήρξε αυτοπρόσωπη παραλαβή της από τον αιτητή και συνεπώς αδικαιολόγητη μη προσέλευση του στη συνέντευξη. Στην παρούσα περίπτωση όμως, η Αναθεωρητική Αρχή, εξέλαβε ως βασικό δεδομένο την ανεπιτυχή προσπάθεια επίδοσης της κλήσης στον αιτητή λόγω μη εντοπισμού του στη δοθείσα διεύθυνση. Υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου, διέκοψε την διαδικασία εξέτασης του αιτήματος, κλείνοντας το φάκελο κατ' εφαρμογή του άρθρου 16Α του Νόμου και συνακόλουθα, ορθώς η Αναθεωρητική Αρχή απέρριψε το αίτημα του αιτητή για επανάνοιγμα του φακέλου του. Για τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται, με έξοδα €1.000 υπέρ των καθ'ων η αίτηση. Η απόφαση επικυρώνεται. Α. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Δ. /ΔΓ [1] 16Α.-
(1)Ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρεί στο φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται τα άρθρα 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται τα εδάφια
(7)μέχρι και (7Ε) του άρθρου 18, σε περίπτωση που - (α) ο αιτητής, μετά την υποβολή της αίτησής του, εγκαταλείπει τη Δημοκρατία χωρίς την άδεια του Διευθυντή? (β) ο αιτητής δεν ανταποκρίνεται σε επιστολές που του απεύθυνε ο αρμόδιος λειτουργός, οι οποίες - (i) αποστάληκαν είτε στη διεύθυνση του τόπου διαμονής ο οποίος αναφέρεται κατά περίπτωση στο εδάφιο
(2)ή στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 8 είτε στο δικηγόρο ή νομικό σύμβουλο του αιτητή, και (ii) δεν επιστράφηκαν.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που κατά την κρίση του Προϊσταμένου, μετά από εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι πράξεις ή παραλείψεις του αιτητή που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο είναι δικαιολογημένες. Σε τέτοια περίπτωση, η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνεχίζεται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο