← Κύπρος

ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΔΙΟΛΑΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1491/2012, 12/9/2014

ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΔΙΟΛΑΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Υπόθεση Αρ. 1491/2012, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2014:D673 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1491/2012) 12 Σεπτεμβρίου 2014 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΔΙΟΛΑΣ, Αιτητής - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ ων η αίτηση ------------------------------------- Χρ. Γαβριηλίδης, για τον Αιτητή. Ζ. Κυριακίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. Καμιά εμφάνιση για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. ------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η Ε.Δ.Υ. στη συνεδρία της ημερ. 20.6.2012, αποφάσισε την προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους στη μόνιμη θέση Κτηματολογικού Λειτουργού 2ης τάξης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από 1.8.2012, απόφαση που ο αιτητής προσβάλλει με την υπό κρίση προσφυγή. Η Ε.Δ.Υ. σύμφωνα με το τηρηθέν πρακτικό, επέλεξε το ενδιαφερόμενο μέρος Μιχαήλ Μιχαήλ σε παραγνώριση του αιτητή και παρά την υπέρ του τελευταίου σύσταση του διευθυντή θεωρώντας ότι η σύσταση ήταν αναιτιολόγητη διότι ο αιτητής συγκρινόμενος με το ενδιαφερόμενο μέρος δεν υπερείχε «... ούτε σε αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σε αυτές των τελευταίων χρόνων, στις οποίες αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, ούτε σε προσόντα και, επί πλέον, υστερεί σε αρχαιότητα στην ημερομηνία γέννησης, η οποία αποκτά καθοριστική σημασία σε αυτή την περίπτωση που όλα τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης είναι ίδια.». Στη συνέχεια η Ε.Δ.Υ., επιλέγοντας το ενδιαφερόμενο μέρος αντί του αιτητή που συστήθηκε από τον διευθυντή, έκρινε ότι υπερέχει των άλλων υποψηφίων και τον επέλεξε ως τον καταλληλότερο για προαγωγή. Προέβηκε δε σε ιδιαίτερη σύγκριση αφενός ως προς το στοιχείο της αρχαιότητας θεωρώντας ότι υπερέχει από την άποψη της ημερομηνίας γέννησης από τον αιτητή και αφετέρου ως προς το στοιχείο των προσόντων συνέκρινε το ενδιαφερόμενο μέρος με άλλους τρεις υποψήφιους (όχι όμως με τον αιτητή), οι οποίοι είτε κατείχαν πρόσθετα προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, είτε δεν ήταν σχετικά, μη αποδίδοντας σ΄ αυτά οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο αιτητής αναπτύσσει επιχειρήματα προς ακύρωση της πράξης εστιάζοντας την προσοχή του κυρίως στο αναιτιολόγητο της εκ μέρους της Ε.Δ.Υ. παραγνώρισης της σύστασης του διευθυντή και περαιτέρω ότι δεν λήφθηκε υπόψη προς όφελος του το πιστοποιητικό GCE O Level στο Surveying. Πρόσθετα ότι είχε κατά τη διάρκεια της περιόδου Μάϊο του 2011 με Μάϊο του 2012, με απόφαση του διευθυντή αναλάβει όλα τα καθήκοντα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού λόγω απουσίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Χωρομετρίας τα οποία και διεκπεραίωσε χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα αποκτώντας έτσι εμπειρίες σε ευθύνες που δεν είχε το ενδιαφερόμενο μέρος. Ο αιτητής, σύμφωνα με το Παράρτημα 4 που επισυνάπτεται στην ένσταση της Δημοκρατίας, γεννήθηκε στις 5.11.1958 και διορίστηκε Χωρομέτρης 2ης τάξης στις 2.3.1981. Ακολούθως την 1.4.1986 έγινε Χωρομέτρης 1ης τάξης και Ανώτερος Χωρομέτρης την 1.8.2005. Είναι απόφοιτος της Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας το 1986 και κάτοχος του Surveying (O.L.) G.C.E. Το ενδιαφερόμενο μέρος γεννήθηκε στις 24.1.1954 και διορίστηκε Χωρομέτρης 2ης και 1ης τάξης, καθώς και Ανώτερος Χωρομέτρης στις ίδιες ακριβώς ημερομηνίες όπως και ο αιτητής. Είναι απόφοιτος του Λανίτειου Γυμνασίου Λεμεσού. Η επιχειρηματολογία και η νομολογία που αναφέρει ο αιτητής ως προς τη σύσταση του διευθυντή που αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές στοιχείο κρίσεως είναι βέβαια ορθή και έχει κατά κόρον αναγνωριστεί και επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (Leonidou v. Republic

(1986)3 C.L.R. 1918, Spanos v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1826, Κώστας Ιωάννου ν. Α.Η.Κ.
(1998)3 Α.Α.Δ. 624 και Ειρήνη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας
(2009)3 Α.Α.Δ. 164). Η σύσταση είναι τέτοιας υφής και σημασίας που κατά τη νομολογία απαιτείται ειδική αιτιολογία για παράκαμψη της, η οποία θα πρέπει να είναι πειστική, (Ειρήνη Χριστοδούλου - ανωτέρω -, Δημοκρατία ν. Γερμανού
(2005)3 Α.Α.Δ. 93 και Δημοκρατία ν. Υψαρίδη (Αρ. 2)
(1993)3 Α.Α.Δ. 347). Η σύσταση του διευθυντή υπέρ του αιτητή (συστήθηκε ακόμη ένας η προαγωγή του οποίου δεν προσβάλλεται), έγινε στη βάση της προσωπικής του γνώσης των υποψηφίων στα 12 χρόνια που είχε αναλάβει διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στη βάση πληροφοριών και στοιχείων από τους κατά καιρούς προϊσταμένους των υποψηφίων και στη βάση των προσωπικών φακέλων και των ετησίων υπηρεσιακών εκθέσεων. Σε ό,τι αφορά ειδικά τον αιτητή, ανέφερε ότι αυτός ήταν ίσος σε αξία με όλους τους υπόλοιπους υποψήφιους και υπερείχε σε αρχαιότητα έναντι των υπολοίπων, όχι όμως του ενδιαφερομένου μέρους, ο οποίος είχε αύξοντα αριθμό 1. Σημείωσε επίσης ότι ορισμένοι υποψήφιοι διέθεταν επιπρόσθετα προσόντα που δεν απαιτούνταν από το σχέδιο υπηρεσίας ούτε αποτελούσαν πλεονέκτημα ή πρόσθετο προσόν και συγκεκριμένα ο υποψήφιος με αύξοντα αριθμό 3 (ο έτερος συστηνόμενος), κατείχε πιστοποιητικά παρακολούθησης σειράς μαθημάτων στην Υδρογραφία, σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και τους απέδωσε τη δέουσα βαρύτητα, ενώ ο υποψήφιος με αύξοντα αριθμό 5 κατείχε πιστοποιητικά παρακολούθησης στη Φωτογραμμετρία επίσης σχετικά με τα καθήκοντα αποδίδοντας σ΄ αυτά τη δέουσα βαρύτητα, ενώ άλλα διπλώματα δόκιμου αξιωματικού ασύρματου και ραδιοτηλεγραφητή 2ης τάξης δεν ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και δεν απέδωσε σ΄ αυτά οποιαδήποτε βαρύτητα. Έγινε επίσης αναφορά στους υποψηφίους υπ΄ αρ. 6 και 8 που κατείχαν πτυχία Τεχνολόγου Μηχανικού και Higher Diploma in Electrical Engineering αντίστοιχα που δεν ήταν σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης και δεν απέδωσε σ΄ αυτά οποιαδήποτε βαρύτητα. Η Ε.Δ.Υ., μη ακολουθώντας τη σύσταση του Διευθυντή ως προς τον αιτητή, θεώρησε αυτή αναιτιολόγητη εξηγώντας ότι όπως προέκυπτε από τα ενώπιον της στοιχεία των προσωπικών φακέλων και των φακέλων ετησίων υπηρεσιακών εκθέσεων, ο αιτητής δεν υπερείχε ούτε σε αξία, ούτε σε προσόντα και υστερούσε σε αρχαιότητα που είχε «καθοριστική σημασία» εφόσον όλα τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης ήταν τα ίδια. Παρατηρείται ότι η σύσταση του διευθυντή ως προς τον αιτητή υστερούσε στο γεγονός ότι δεν ανέδειξε το πρόσθετο προσόν αυτού στο Surveying με οποιοδήποτε τρόπο ώστε να τεκμηριώσει και την προτίμηση του έτι περαιτέρω. Ενώ προχώρησε, όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω, να αναλύσει τα πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων υπ΄ αρ. 3, 5, 6 και 8, ουδέν ανέφερε ως προς το πρόσθετο προσόν του αιτητή, ο οποίος είχε αύξοντα αριθμό 4 και το οποίο δεν υπεισήλθε καθόλου στην εικόνα παρόλο που συστήθηκε από αυτόν. Η Ε.Δ.Υ. διέπραξε το ίδιο λάθος, παρασυρόμενη ενδεχομένως από τη μη αναφορά του διευθυντή στο πρόσθετο προσόν του αιτητή, θεωρώντας έτσι ότι αυτός δεν υπερείχε σε προσόντα έναντι του ενδιαφερόμενου μέρους, το οποίο κατείχε μόνο το απολυτήριο του Γυμνασίου. Πρόσθετα προσόντα όμως πρέπει να λαμβάνονται κατά τη νομολογία υπόψη κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Πούρος ν. Χατζηστεφάνου
(2001)3 Α.Α.Δ. 374 και στη συνέχεια από πρόσθετη νομολογία η οποία την επιβεβαίωσε κατ΄ επανάληψη. Προσόν το οποίο είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης λαμβάνεται υπόψη σε μια συνεκτίμηση αυτού με τα υπόλοιπα στοιχεία κρίσης μη αποδίδοντας σ΄ αυτό υπερβολική βαρύτητα ώστε να γίνεται λόγος για έκδηλη υπεροχή, αλλά ούτε και ως να ήταν εντελώς οριακή η βαρύτητα του που είναι η περίπτωση όπου το προσόν θεωρείται ότι δεν έχει σχέση με τα καθήκοντα της θέσης, (Λαμπρινή Γωγάκη ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 488/2013, ημερ. 11.7.2014), ECLI:CY:AD:2014:D513. Το σχέδιο υπηρεσίας της υπό κρίση θέσης όπως αυτό αναπαράγεται στο Παράρτημα 5 της ένστασης δεν προνοεί για οποιαδήποτε πρόσθετα προσόντα, ούτε καθορίζει κάποιο προσόν ως πρόσθετο ή ως πλεονέκτημα. Συνεπώς η Ε.Δ.Υ. έχοντας υπόψη τον κατάλογο των προσόντων των υποψηφίων έπρεπε να εντοπίσει ότι ο αιτητής κατέχει το προσόν του Surveying πέραν της πενταετούς προηγούμενης υπηρεσίας στη θέση του Ανώτερου Χωρομέτρη, και στη συνέχεια να εξετάσει και να αποφασίσει κατά πόσο αυτό ήταν ή όχι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης και να το σταθμίσει ανάλογα κατά τη διακριτική της ευχέρεια έναντι της ηλικιακής αρχαιότητας που είχε το ενδιαφερόμενο μέρος έναντι του αιτητή. Είναι σαφές από το τηρηθέν πρακτικό της Ε.Δ.Υ. ότι αυτή η άσκηση δεν έγινε δεδομένου ότι καμία απολύτως αναφορά δεν υπάρχει στην απόφαση στο πρόσθετο αυτό προσόν του αιτητή. Όπως έχει νομολογηθεί, (Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(2007)3 Α.Α.Δ. 275 και Αντούνα ν. Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, υπόθ. αρ. 547/2007, ημερ. 9.7.2008), πρέπει να αποκαλύπτεται από το σκεπτικό και το τηρηθέν πρακτικό του διοικητικού οργάνου ότι δεδομένο προσόν εκτιμήθηκε δεόντως. Η Ε.Δ.Υ. όφειλε να διερευνήσει την κατοχή του πρόσθετου προσόντος (Χριστοφίδου ν. Δημοκρατίας
(2010)3 Α.Α.Δ. 80) να καθορίσει τη σχετικότητα του, (Κοτζιάπασης κ.ά. ν. Οικονομίδη
(2007)3 Α.Α.Δ. 200) και να προβεί στη συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων. Είναι αυτοί οι συσχετισμοί που αποκτούν σημασία στο σύνολο των δεδομένων της κάθε περίπτωσης χωρίς εκ προοιμίου να προσδιορίζεται η βαρύτητα κάποιου στοιχείου κρίσης η οποία ελέγχεται ως προς το εύλογο της και μόνο, (Δημοκρατία ν. Μιχαήλ
(2008)3 Α.Α.Δ. 34 και Δημοκρατία ν. Ασσιώτη
(2010)3 Α.Α.Δ. 395). Το έργο αυτό δεν μπορεί να το αναλάβει το αναθεωρητικό Δικαστήριο το οποίο ελέγχει μόνο τη νομιμότητα της πράξης και δεν προβαίνει σε πρωτογενή ευρήματα που είναι έργο του διοικητικού οργάνου. Δεν είναι ορθή, με όλη την εκτίμηση, η άποψη της Δημοκρατίας που εμπεριέχεται στη γραπτή της αγόρευση ότι από το κείμενο της προσβαλλόμενης πράξης προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία λήφθηκαν υπόψη και αναφέρονται στο σκεπτικό της Ε.Δ.Υ., «ποια στοιχεία και ποια κριτήρια έλαβε υπόψη της για να καταλήξει σε απόφαση», (σελ. 10-11 της αγόρευσης). Και περαιτέρω ότι δεν είναι επάναγκες να καταγράφεται διεξοδικά η νοητική σκέψη των μελών του διοικητικού οργάνου ως προς την παραγωγή της διοικητικής πράξης εφόσον καθήκον του είναι να διερευνήσει όλα τα κρίσιμα στοιχεία και ότι εξετάστηκαν όλα τα σχετικά δεδομένα που ήσαν ενώπιον του μέσω των προσωπικών και υπηρεσιακών φακέλων. Ούτε ότι είναι ανάγκη να αιτιολογήσει την έκδηλη υπεροχή του ενδιαφερομένου μέρους εφόσον στον αιτητή εναπόκειται να θεμελιώσει τη δική του έκδηλη υπεροχή έναντι του ενδιαφερομένου μέρους. Εκείνο που εδώ συνέβη είναι η παντελής απουσία αναφοράς στο πρόσθετο προσόν του αιτητή, ως να μην υπήρχε, η αποτυχία της εξέτασης της όποιας σχετικότητας του και η απόδοση της όποιας βαρύτητας ή αξίας σ΄ αυτό. Υπάρχει συνεπώς πλάνη του διοικητικού οργάνου ως προς τα ορθά δεδομένα της υπόθεσης εφόσον η μη συνεξέταση του πρόσθετου προσόντος στο Surveying δεν επέτρεψε στην Ε.Δ.Υ. να συνεκτιμήσει και συγκρίνει ορθά τους υποψηφίους. Κακώς λοιπόν παραγνωρίστηκε η σύσταση του διευθυντή κριθείσα αναιτιολόγητη η οποία στην ουσία ήταν ελλιπής. Η Ε.Δ.Υ. παραγνωρίζοντας την δεν πρόσφερε καμιά ειδική πειστική αιτιολογία, ενώ υπέπεσε και στην πλάνη να αγνοήσει παντελώς το πρόσθετο προσόν του αιτητή. Όπου υπεισέρχεται στοιχείο πλάνης στην απόφαση του διοικητικού οργάνου δεν τίθεται θέμα εξέτασης του παράγοντα της έκδηλης υπεροχής, που έχει νόημα όταν κατά τα άλλα η διοικητική πράξη είναι καθόλα νόμιμη και σύννομη ασκηθείσα με εύλογη διακριτική ευχέρεια. Μεταφέρονται εδώ όσα σχετικά λέχθηκαν στην Λοΐζος Παναγή ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 341/2012, ημερ. 29.11.2013, (δέστε και Βαρνάβας Κυριαζής ν. Θ.Ο.Κ., υπόθ. αρ. 274/2012, ημερ. 19.12.2013): «Η ανάλυση των δεδομένων της υπόθεσης με σκοπό την κατάληξη σε απόφαση, πρέπει να αρχίσει από την πρόταση της Ε.Δ.Υ. και του ενδιαφερομένου μέρους ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι υπερέχει εκδήλως του ενδιαφερομένου μέρους, απόδειξη που εν πάση περιπτώσει βαρύνει τον ίδιο. Όμως η θέση αυτή δεν είναι εδώ το ζητούμενο εφόσον η εισήγηση του αιτητή δεν βασίζεται στην έκδηλη υπεροχή του έναντι του ενδιαφερομένου μέρους, αλλά στην πλάνη της Ε.Δ.Υ. και την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας κατά την επιλογή του ενδιαφερομένου μέρους, καθώς και παραβίαση του δεδικασμένου. Έχει αναγνωριστεί από τη νεότερη νομολογία ότι το ζήτημα της έκδηλης υπεροχής υπό την έννοια της ουσιαστικής και ταυτόχρονα αυταπόδεικτης ανωτερότητας του επιλεγέντος έναντι των ανθυποψηφίων του, ζήτημα που οριοθετεί και την ευρεία διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου στην οποία το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν επεμβαίνει, υπεισέρχεται στη συγκριτική εικόνα μόνο εκεί όπου κατά τα άλλα η πράξη της διοίκησης δεν μολύνεται από οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εφαρμογή των ορθών κριτηρίων για σκοπούς διορισμού η προαγωγής, (Γεωργίου Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 56/2008, ημερ. 30.4.2009 και Πολυνείκη ν. Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας, υπόθ. αρ. 422/2008 ημερ. 30.6.2010). Εδώ, ο αιτητής συγκεκριμενοποιεί λόγους που άπτονται της ίδιας της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και μόνο με την απόρριψη τους θα είναι δυνατόν να τεθεί σε εξέταση το θέμα της έκδηλης υπεροχής.» Χάριν ολοκλήρωσης να λεχθεί συνοπτικά ότι η αιτίαση που προβάλλει ο αιτητής ως προς την παραγνώριση της εμπειρίας και της επιτυχούς εκ μέρους του άσκησης καθηκόντων Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού είναι λανθασμένη γιατί η νομολογία δεν επιτρέπει, και ορθώς, την επαύξηση της αξίας υποψηφίων με την ευκαιριακή ανάθεση αυξημένων ή πρόσθετων καθηκόντων διότι τότε πολύ εύκολα θα μπορούσε η διοίκηση ή διεύθυνση θέλοντας να ευνοήσει συγκεκριμένο υποψήφιο να αναθέτει σ΄ αυτόν διάφορα πρόσθετα ή ιδιαίτερα καθήκοντα, (δέστε Αττάς κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2012)3 Α.Α.Δ. 438, Κούλη ν. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 852, Αγάθη Παπαδοπούλου ν. Ρ.Ι.Κ.
(2009)3 Α.Α.Δ. 362 και Μάριος Στεφανίδης ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1207/2011, ημερ. 15.2.2013). Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται κατά το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος με €1.500 έξοδα υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.