← Κύπρος

ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΑΡΙΟΛΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1736/2011 και 486/2012, 16/9/2014

ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΑΡΙΟΛΟΥ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1736/2011 και 486/2012, 16/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2014:D681 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1736/2011 και 486/2012) 16 Σεπτεμβρίου, 2014 [ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 28 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 1736/2011) ΓΛΑΥΚΟΣ ΚΑΡΙΟΛΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Καθ΄ ου η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 486/2012) ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΚΚΑΣ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Καθ΄ ου η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Μ. Καλλιγέρου (κα), για τον Αιτητή στην υπόθεση 1736/

  1. Α.Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή στην υπόθεση 486/
  2. Ν. Κλεάνθους (κα) για Χρ. Τριανταφυλλίδη, για τον Καθ΄ ου η αίτηση. Θ. Κουσπή (κα) για Ιωνάς Νικολάου ΔΕΠΕ, για το Ενδ. Μέρος και στις δύο υποθέσεις. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ.: Με τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες προσφυγές οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση, μετά από επανεξέταση, του Καθ΄ ου η Αίτηση ημερομηνίας 7.12.2011 σύμφωνα με την οποία το Ενδιαφερόμενο Μέρος διορίστηκε αναδρομικά από 15.1.2005 στη μόνιμη θέση Ανώτερου Τουριστικού Λειτουργού. Η παρούσα περίπτωση καλύπτεται από εκτεταμένο ιστορικό και αφορά την τέταρτη επανεξέταση. Οι τρεις προηγούμενες ακυρώθηκαν με διαδοχικές αποφάσεις ημερομηνίας 14.6.2006, 19.9.2008 και 22.8.
  3. Στις προηγούμενες αυτές περιπτώσεις ενδιαφερόμενο μέρος ήταν άλλο πρόσωπο, άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Στην πρώτη απόφαση, της 14.6.2006, η προαγωγή ακυρώθηκε στη βάση παράνομης συγκρότησης του διορίζοντος οργάνου, ήτοι της Επιτροπής Προσωπικού στην οποία το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ είχε μεταβιβάσει τις αρμοδιότητές του για προαγωγές προσωπικού. Στη δεύτερη απόφαση, της 19.9.2008, η προαγωγή του ενδιαφερομένου μέρους ακυρώθηκε λόγω αναρμοδιότητας του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή του Καθ΄ ου η Αίτηση. Στην τελευταία περίπτωση, της απόφασης ημερομηνίας 22.8.2011, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετούνται λόγοι ακυρότητας και επιτυχίας της προσφυγής στη βάση αναιτιολόγητης επιλογής του Ενδιαφερομένου Μέρους αντί του Αιτητή Γλαύκου Καριόλου και σε αναφορά με ελλιπή αιτιολογία ως προς τη σύγκριση των εμπλεκομένων μερών. Ως αποτέλεσμα της τελευταίας ακυρωτικής απόφασης το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως το Συμβούλιο) προχώρησε, στις 7.12.2011, στην επανεξέταση της πλήρωσης της προσβαλλόμενης θέσης, καθοδηγούμενο και έχοντας υπόψη την απόφαση ημερομηνίας 22.8.2011 και ειδικότερα τους λόγους ακύρωσης. Υπό τις συνθήκες αυτές και ενεργώντας με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς που ίσχυε όταν λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση, κάλεσε τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή να δώσει τη σύστασή του. Ο τελευταίος, για τους λόγους που αναλυτικά παρατίθενται στη σύστασή του, πρόκρινε τον Αιτητή Γλαύκο Καριόλου ως καταλληλότερο και ικανότερο για προαγωγή στην επίδικη θέση. Το Συμβούλιο, αφού προέβη στην αξιολόγηση των υποψηφίων για προαγωγή και μελετώντας τα ενώπιον του στοιχεία και δεδομένα, έκρινε ομόφωνα ότι δεν μπορούσε να υιοθετήσει τη σύσταση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή και επέλεξε ως καταλληλότερο για την εν λόγω θέση το Ενδιαφερόμενο Μέρος Δημήτρης Δημητρίου. Υπό τις συνθήκες αυτές το Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα όπως ο Δημητρίου προαχθεί αναδρομικά από τις 15.1.2005 στη θέση Ανώτερου Τουριστικού Λειτουργού. Προβάλλεται προς εξέταση σωρεία λόγων ακύρωσης. Ως προς την συνεκδικαζόμενη προσφυγή 1736/2011 η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή θέτει ότι χωρίς και/ή με πεπλανημένη αιτιολογία παραγνωρίστηκε η σύσταση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή, ότι χωρίς νόμιμη αιτιολογία παρακάμφθηκε η υπέρμετρη αρχαιότητα και πείρα του Αιτητή και ότι το διορίζον όργανο, υπερβαίνοντας τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, παραγνώρισε τη συνολική υπεροχή του Αιτητή. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στη συνεκδικαζόμενη προσφυγή 486/2012 προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω παράνομης συμμετοχής του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή στην όλη διαδικασία, ότι είναι αναξιοκρατική καθότι δεν τηρήθηκαν τα καθιερωμένα κριτήρια επιλογής, ότι παρατηρείται έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας και, τέλος, ότι εντοπίζεται πλάνη ως προς την κατοχή πρόσθετων προσόντων εκ μέρους του Αιτητή απόλυτα σχετικών με την προσβαλλόμενη θέση. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι οι συστάσεις διευθυντή αποτελούν ξεχωριστό, πρωτογενές, ουσιώδες και αυτοτελές στοιχείο κρίσης. Η όλη φιλοσοφία των συστάσεων αυτής της μορφής έγκειται στο γεγονός ότι διασφαλίζεται κατά τη διαδικασία επιλογής ότι το διορίζον όργανο λαμβάνει καθοδήγηση από λειτουργό ο οποίος βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση να εντοπίσει τις αρετές που χρειάζονται και το πρόσωπο που τις κατέχει, προκειμένου να καταστεί όσο το δυνατό πιο επιτυχής η επιλογή του κατάλληλου υποψηφίου προς επιτέλεση των καθηκόντων συγκεκριμένης θέσης. Υπό αυτές τις συνθήκες απαιτείται ειδική αιτιολόγηση από το διορίζον όργανο στις περιπτώσεις απόκλισης από σύσταση διευθυντή. Αιτιολόγηση η οποία θα πρέπει να είναι επαρκής και πειστική και να καταγράφεται στο πρακτικό της απόφασης. Είναι η θέση του Αιτητή Καριόλου ότι η παραγνώριση της σύστασης του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή προς όφελός του αφίσταται της νομολογιακά καθιερωμένης απαίτησης για πειστική, ειδική και επαρκή αιτιολογία. Η προσέγγιση της πλευράς του Αιτητή είναι έκθετη σε απόρριψη. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί η βαρύτητα μιας σύστασης εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο συνάδει προς τα στοιχεία του φακέλου και, συνεπώς, μια σύσταση διατηρεί την εγκυρότητά της όταν δεν αντιμάχεται των στοιχείων αυτών. Με αυτά ως δεδομένα το διορίζον όργανο έχει κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να παραγνωρίζει συστάσεις όταν αυτές είναι ασύμφωνες με τα στοιχεία του φακέλου (Κυριάκος Τριανταφυλλίδης κα ν. Δημοκρατίας

(1993)3 ΑΑΔ 429, 454). Στην υπό κρίση περίπτωση εντοπίζεται μέσα από τα πρακτικά διορισμού ότι το Συμβούλιο αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του να παραμερίσει τη σύσταση υπέρ του Αιτητή. Αιτιολόγηση η οποία εδράζεται και συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των φακέλων. Συγκεκριμένα, παρατηρείται κατ΄ αρχάς ότι σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στη σύσταση το μόνο κριτήριο στο οποίο ο Αιτητής υπερέχει έναντι του Ενδιαφερομένου Μέρους είναι αυτό της αρχαιότητας. Την υπεροχή αυτή ανήγαγε ο Αναπληρωτής Διευθυντής σε καταλυτικό παράγοντα υπεροχής του Αιτητή, παραγνωρίζοντας και παραλείποντας να καταγράψει, σημειώσει και προσδώσει την ανάλογη βαρύτητα στην υπεροχή του Ενδιαφερομένου Μέρους στο αποφασιστικό στοιχείο της αξίας, όπως αυτή αντικατοπτριζόταν μέσα από τη διαφορά των 17 «Εξαίρετα» προς όφελος του Ενδιαφερομένου Μέρους τα πέντε τελευταία χρόνια. Περαιτέρω, ο Αναπληρωτής Διευθυντής, ισοβαθμίζοντας, δεν απέδωσε ορθά, το στοιχείο των προσόντων, αφού το Ενδιαφερόμενο Μέρος κατέχει πρόσθετα δύο μεταπτυχιακά διπλώματα. Υπό τις περιστάσεις αυτές το Συμβούλιο ορθά έκρινε, αιτιολογώντας ειδικά, ότι δεν μπορούσε να υιοθετήσει την εν λόγω σύσταση. Ούτε και ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης που κινείται γύρω από την αναντίλεκτη αρχαιότητα του Αιτητή Καριόλου έχει περιθώρια επιτυχίας. Υπενθυμίζεται ότι η αρχαιότητα από μόνη της δεν αποτελεί ρυθμιστικό παράγοντα αλλά προσλαμβάνει αποφασιστικό χαρακτήρα στην περίπτωση και μόνο όπου οι υποψήφιοι είναι κατά τα άλλα ίσοι. Η καθαρή υπεροχή του Ενδιαφερομένου Μέρους στην αξία όπως αυτή αποτυπώνεται από τη σημαντική διαφορά στα σημεία «Εξαίρετος» των πέντε τελευταίων ετών εντοπίστηκε, ορθά, από το Συμβούλιο και αποτέλεσε καίριο παράγοντα στην κατάταξη του Ενδιαφερομένου Μέρους ως καταλληλότερου για το διορισμό στην επίδικη θέση. Με σαφήνεια δε καταγράφονται στο πρακτικό οι λόγοι επιλογής του Ενδιαφερομένου Μέρους και, ως αποτέλεσμα, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη και υποστηρίζεται απόλυτα από το περιεχόμενο των σχετικών διοικητικών φακέλων. Με βάση τα πιο πάνω η επίδικη απόφαση επιλογής ως καταλληλότερου υποψηφίου του Ενδιαφερομένου Μέρους λόγω υπεροχής του σε αξία και προσόντα έναντι του Αιτητή Καριόλου, ήταν σαφώς εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Συμβουλίου και εύλογα επιτρεπτή. Η αδυναμία ως εκ τούτου της πλευράς του Αιτητή να καταδείξει έκδηλη υπεροχή, τέτοια δηλαδή που να προκύπτει αβίαστα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αναπόδραστα οδηγεί στην απόρριψη της προσφυγής 1736/
  1. Στη συνεκδικαζόμενη υπόθεση 486/2012 τέθηκε προκαταρκτικά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή ζήτημα περιφρόνησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, παραπέμποντας στο ιστορικό των προηγούμενων ακυρωτικών αποφάσεων που καλύπτουν την υπό κρίση θέση. Η πιο πάνω προσέγγιση δεν αποκαλύπτεται να είναι βάσιμη υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Υπενθυμίζεται ότι στην πιο πρόσφατη επανεξέταση, η οποία και αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής, το Συμβούλιο επανεξετάζοντας με αναφορά στο ακυρωτικό αποτέλεσμα κατέληξε στην προαγωγή για πρώτη φορά του Ενδιαφερομένου Μέρους για τους λόγους που καταγράφονται στο σχετικό πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 7 Δεκεμβρίου
  2. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις Ενδιαφερόμενο Μέρος ήταν διαφορετικό πρόσωπο και ήταν η επιλογή αυτή που ακυρώθηκε κατ΄ επανάληψη μέσω των προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνιστά ουσιώδη προβαλλόμενο λόγο ακύρωσης η θέση της πλευράς του Αιτητή ότι η απόφαση για προαγωγή του Ενδιαφερομένου Μέρους πάσχει λόγω παράνομης συμμετοχής του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή στην όλη διαδικασία. Προβάλλεται, πιο αναλυτικά, ότι το εν λόγω πρόσωπο κατέχει τη θέση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή παράνομα και για αλλότριο, μη νόμιμο σκοπό, μετά την ακύρωση του διορισμού της Γενικής Διευθύντριας. Τίθεται ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αντί να επανεξετάσει με νόμιμο τρόπο και να πληρώσει τη θέση του Γενικού Διευθυντή, προχώρησε και διόρισε αυθαίρετα και παράνομα Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή. Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος ακύρωσης δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Ο διορισμός του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή δεν έχει ακυρωθεί, ούτε προσβάλλεται στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής. Η νομιμότητα δε της πράξης του διορισμού του δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως κατά την εκδίκαση της προσφυγής αυτής. Κατ΄ εφαρμογή του τεκμηρίου της νομιμότητας διοικητικών πράξεων, ο παρεμπίπτων αναθεωρητικός έλεγχος αυτοτελούς, μη συναφούς διοικητικής πράξης στα πλαίσια εξέτασης προσφυγής μέσω της οποίας προσβάλλεται διαφορετική διοικητική πράξη, δεν είναι επιτρεπτός και αποκλείεται (Ξενής Λάρκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)3(Β) ΑΑΔ 804). Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι η σύσταση του Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή δεν αποτέλεσε τελικά μέρος της απόφασης για προαγωγή του Ενδιαφερόμενου Μέρους, αφού δεν έγινε αποδεκτή και παραμερίστηκε από το Συμβούλιο για τους λόγους που έχουν ήδη καταγραφεί. Τέλος, ο Αιτητής στερείται εν πάση περιπτώσει και εννόμου συμφέροντος προβολής ως επιλήψιμης της σύστασης, αφού ο ίδιος ουδέν όφελος θα είχε από τυχόν ακύρωσή της. Εισηγείται ακόμη ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ότι η υπό κρίση απόφαση είναι αναξιοκρατική αφού με βάση τα στοιχεία των φακέλων δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή. Όπως προκύπτει το Ενδιαφερόμενο Μέρος υπερείχε του Αιτητή ως προς την αξία με διαφορά δώδεκα «Εξαίρετα». Όπως δε είναι παραδεκτό όλοι οι υποψήφιοι ήταν προσοντούχοι με βάση το Σχέδιο Υπηρεσίας της υπό αναφορά θέσης. Ως προς τα επιπρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα δεν διαπιστώνεται καμία υπεροχή προς όφελος του Αιτητή και έναντι του Ενδιαφερομένου Μέρους. Αντίθετα σημειώνεται η κατοχή προσόντων μεταπτυχιακού επιπέδου από το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Είναι γεγονός ότι ο Αιτητής υπερέχει κατά τέσσερα χρόνια σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση. Η σημαντική όμως υπεροχή του Ενδιαφερομένου Μέρους σε αξία όπως αυτή αντικατοπτρίζεται μέσα από τη διαφορά που διαπιστώνεται στα «Εξαίρετα», δεν άφηνε περιθώρια κατάταξης ως αποφασιστικού κριτηρίου του στοιχείου της αρχαιότητας. Εν τέλει δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ μέρους του Αιτητή ο ισχυρισμός για ύπαρξη οποιασδήποτε πλάνης, η δε επιλογή του Συμβουλίου ήταν λογικά επιτρεπτή υπό το φως των όλων δεδομένων που είχε ενώπιόν του και των καθιερωμένων κριτηρίων. Ούτε και εντοπίζεται περιθώριο απόδοσης έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας. Οπως ήδη λέχθηκε και σε σχέση με την συνεκδικαζόμενη προσφυγή 1736/2011 στο πρακτικό προαγωγής με σαφήνεια καταγράφονται οι λόγοι επιλογής του Ενδιαφερομένου Μέρους και ξεκάθαρα προκύπτει η επαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης, αιτιολογία που υποστηρίζεται απόλυτα από το περιεχόμενο των σχετικών διοικητικών φακέλων. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες και κάτω από το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης, ο Καθ΄ ου η Αίτηση ενήργησε μέσα σε απόλυτα επιτρεπτά όρια και σε καμία περίπτωση δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλευρά του Αιτητή είχε το βάρος απόδειξης έκδηλης υπεροχής προκειμένου να επιτύχει ακυρότητα της επίδικης πράξης. Το βάρος αυτό απέτυχε να το αποσείσει. Για το σύνολο των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου προς ακύρωση της προαγωγής του Ενδιαφερομένου Μέρους. Οι συνεκδικαζόμενες προσφυγές απορρίπτονται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των Αιτητών και προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καμιά διαταγή για έξοδα σε ότι αφορά το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Α.Ρ. ΛΙΑΤΣΟΣ, Δ. ΣΦ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.