ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΑΣΕΤΤΑΣ ν. ΑΡΧΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 294/2011, 13/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:D8 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 294/2011) 13 Ιανουαρίου, 2015 [K. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΑΝΙΚΟΣ ΛΑΣΕΤΤΑΣ, Αιτητής, -ΚΑΙ- ΑΡΧΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ης η Αίτηση. - - - - - - Α. Κούρα, για τον Αιτητή. Μ. Σπανού, για την Καθ΄ης η Αίτηση. Α. Κωνσταντίνου, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Με την παρούσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της απόφασης των καθ΄ων η αίτηση με την οποία επελέγη στη μόνιμη θέση Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού στην Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου («η Αρχή»), το ενδιαφερόμενο μέρος Ξενοφών Μιχαηλίδης («ΕΜ»), αντί του Αιτητή. Στις 29.1.2010 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας μία κενή θέση Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού (Έρευνα και Προγραμματισμός) («ΔΑΔ»), που είναι θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής. Δημοσιεύτηκαν επίσης τα απαιτούμενα για την επίδικη θέση προσόντα ως ακολούθως: «Πανεπιστημιακό Δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών: Οικονομικές Επιστήμες, Διοίκηση Επιχειρήσεων, Δημόσια Διοίκηση, Στατιστική, Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού (Human Resource Management), Επιχειρησιακή Έρευνα (Operational Research), Μηχανική, Θετικές Επιστήμες, Κοινωνιολογία ή σε άλλο θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες της Αρχής που θα κριθεί κατάλληλο από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής.» Ως τρόπος εξέτασης των υποψηφίων αποφασίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής («Συμβούλιο»), η διεξαγωγή προφορικών συνεντεύξεων. Μετά την υποβολή και εξέταση των αιτήσεων, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις σε δέκα από τους υποψηφίους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ο Αιτητής και το ΕΜ. Ακολούθησε αξιολόγηση από το Συμβούλιο της απόδοσης των υποψηφίων, το οποίο αφού προχώρησε στη γενική αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων, αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, τον διορισμό του ΕΜ στη θέση ΔΑΔ. Θα εξετάσω τους λόγους ακύρωσης που επικαλείται ο Αιτητής, όπως αναπτύσσονται στην αγόρευση των συνηγόρων του. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και/ή δέουσας αιτιολογίας. Ο λόγος αυτός συναρτάται με την αιτιολογία της απόδοσης της προφορικής εξέτασης, όπου αποτελεί θέση του Αιτητή ότι η απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου για την απόδοση του ΕΜ στην προφορική συνέντευξη πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Ο λόγος, συνεχίζει η εισήγηση, για τον οποίον ο αιτητής βαθμολογήθηκε χαμηλότερα από το ΕΜ, αφορά στο επίπεδο των γνώσεων του για θέματα που δεν σχετίζονται με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της θέσης. Αποτελεί θέση του αιτητή ότι η προφορική εξέταση απέβλεπε, μεταξύ άλλων, στη διαπίστωση της ύπαρξης γνώσεων και ιδιοτήτων που απαιτούνται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το ζήτημα των γνώσεων που απέβλεπε το Συμβούλιο να διαπιστώσει με την προφορική εξέταση, προκύπτει από τη βαθμολογική αξία των υποψηφίων στις υπηρεσιακές τους εκθέσεις. Συνεπώς, καταλήγει η εισήγηση, η απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου σε σχέση με την υπεροχή του ΕΜ στην προφορική εξέταση είναι αναιτιολόγητη. Από την άλλη, τόσο η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση όσο και του ενδιαφερόμενου μέρους εισηγήθηκαν ότι οι ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την προφορική εξέταση στόχευαν στη διαπίστωση της κατοχής των γνώσεων που απαιτούνται από την παράγραφο Δ
(3)του Σχεδίου Υπηρεσίας και στη διαπίστωση της κατοχής των ιδιοτήτων που απαιτούνται από την παράγραφο Δ
(4), καθώς και της προσωπικότητας των υποψηφίων και της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης (Παράρτημα 7). Συνακόλουθα, οι ερωτήσεις δεν περιορίζονταν σε θέματα γνώσεων, αλλά επεκτείνονταν και σε θέματα κρίσεως. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι το περιεχόμενο της προφορικής εξέτασης δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομολογία. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σημειώνεται ότι η νομοθεσία της Αρχής δεν απαιτεί την αιτιολόγηση της απόδοσης στην προφορική εξέταση, αλλά, σύμφωνα και με την πάγια νομολογία, το μόνο που απαιτείται είναι η καταγραφή της γενικής εντύπωσης από την απόδοση των υποψηφίων. Σε συνάρτηση με το ζήτημα των γνώσεων που απέβλεπε το Συμβούλιο να διαπιστώσει με την προφορική εξέταση, αποτελεί εισήγηση της Αρχής ότι η προφορική εξέταση είναι ένα ανεξάρτητο στοιχείο κρίσεως που δεν πρέπει να εμπλέκεται με άλλα στοιχεία, όπως η βαθμολογία στις υπηρεσιακές εκθέσεις. Όπως προκύπτει από το Παράρτημα 7, το Συμβούλιο αποφάσισε την αξιολόγηση των υποψηφίων με συνεντεύξεις ως ένα ξεχωριστό παράγοντα αξιολόγησης, έχοντας υπόψη ότι επρόκειτο για θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής, και ότι ήταν θέση διευθυντικού επιπέδου. Το Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι ερωτήσεις που θα υποβληθούν κατά τις συνεντεύξεις θα στοχεύουν στην αξιολόγηση των γνώσεων στα θέματα που καθορίζονται στην παράγραφο Δ
(3)του Σχεδίου Υπηρεσίας, ήτοι Πολύ Καλή Γνώση της σχετικής με τις αρμοδιότητες της Αρχής νομοθεσίας, της αγοράς εργασίας ή και της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της Κύπρου ή και των δραστηριοτήτων ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού, της κατοχής των ιδιοτήτων της παραγράφου Δ
(4)του Σχεδίου Υπηρεσίας, ήτοι της οργανωτικής, διευθυντικής και διοικητικής ικανότητας, υπευθυνότητας πρωτοβουλίας και ευθυκρισίας καθώς και της προσωπικότητας των υποψηφίων και της ικανότητάς τους να ανταποκριθούν στα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο αποφάσισε και προκαθόρισε τις ερωτήσεις που θα υποβάλει στους υποψηφίους, οι οποίες καταγράφονται στο Παράρτημα 7. Παραθέτω αυτούσια την αξιολόγηση της απόδοσης των υποψηφίων ως έγινε από την πλειοψηφία του Συμβουλίου: "ΛΑΣΕΤΤΑΣ Πανίκος: Πάρα Πολύ Καλή. Απάντησε σε πάρα πολύ καλό επίπεδο, με σχετική ηρεμία και σαφήνεια και έδωσε αρκετά περιεκτικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις, στις περισσότερες ερωτήσεις με πάρα πολύ καλό τρόπο, καλύπτοντας σχεδόν όλες τις πτυχές του κάθε εξεταζόμενου θέματος. Στην ερώτηση για τα σημαντικότερα προβλήματα της Κυπριακής οικονομίας και τις εισηγήσεις για την αντιμετώπισή τους, η απάντησή του ήταν σχετικά γενική. Έδειξε υψηλό βαθμό ευστροφίας και ευρεία γνώση σχεδόν όλων των τομέων του κάθε εξεταζόμενου θέματος. Ως προσωπικότητα κρίνεται ώριμος, σοβαρός και συγκροτημένος. Διαθέτει πειστικότητα, άνεση στην έκφραση και αυτοπεποίθηση. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Ξενοφών: Εξαιρετική. Απάντησε σε άριστο επίπεδο, με ηρεμία και σαφήνεια και έδωσε περιεκτικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις, επί της ουσίας, σε όλες τις ερωτήσεις με τρόπο άψογο, αντιμετωπίζοντας τα θέματα σφαιρικά και καλύπτοντας όλες τις πτυχές του εξεταζόμενου θέματος, δίδοντας ακριβείς, εμπεριστατωμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις προβάλλοντας επιχειρήματα που αιτιολογούσαν την από αυτόν υποστηριζόμενη άποψη και υποβάλλοντας, όπου του ζητήθηκε, συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες εισηγήσεις. Ως προσωπικότητα κρίνεται ώριμος, σοβαρός και συγκροτημένος. Διαθέτει προσωπικότητα, άνεση στην έκφραση και αυτοπεποίθηση." Διαπιστώνεται από την πιο πάνω αιτιολόγηση ότι αυτή βασίστηκε σε διάφορους παράγοντες, έχοντας δε υπόψη ότι οι απαιτούμενες γνώσεις αλλά και οι ίδιες οι ερωτήσεις έχουν καταγραφεί στο πρακτικό (Παράρτημα 7) προκύπτει επακριβώς τι κάλυπτε η προφορική εξέταση από πλευράς γνώσεων. Στην υπόθεση Ανδρέας Σαμουήλ ν. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Κύπρου κ.ά., Υπόθεση Αρ. 165/2002, ημερομηνίας 23.3.2004, που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι του αιτητή, το Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόδοση στη συνέντευξη, κάνοντας αναφορά σε γνώσεις των υποψηφίων "στους τομείς τους σχετικούς με τα καθήκοντα και ευθύνες της θέσης" και το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε ανεπάρκεια αιτιολογίας γιατί δεν διαφαινόταν ποιοι ήταν αυτοί οι τομείς. Θεωρώ ότι η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι οι ερωτήσεις δεν είχαν καταγραφεί στο πρακτικό και τα καθήκοντα και οι απαιτήσεις της θέσης δεν αναφέρονταν σε οποιεσδήποτε συγκεκριμένες γνώσεις. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, οι ερωτήσεις έχουν καταγραφεί στο πρακτικό, έχει επίσης καταγραφεί ότι αυτές αφορούν τους τομείς γνώσεων που καθορίζονται στην παράγραφο Δ
(3)των απαιτούμενων προσόντων. Αποτελεί επίσης θέση της νομολογίας ότι η προφορική εξέταση αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία επιλογής του καταλληλότερου υποψηφίου. Εφόσον η απόδοση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές στοιχείο κρίσης, δεν πρέπει να συμπλέκεται με τα ακαδημαϊκά προσόντα, την πείρα ή την διαχρονικά αξιολογημένη στις υπηρεσιακές εκθέσεις επαγγελματική κατάρτιση του υποψηφίου. Η προφορική εξέταση προσφέρει μια εικόνα για την προσωπικότητα και τις ικανότητες των υποψηφίων, παρέχοντας την ευχέρεια μιας καλύτερης εκτίμησης της αξίας και των προσόντων τους. (Παπασάββα ν. Κούλουμου
(2005)3 ΑΑΔ 235). Ο Νόμος 158(Ι)/1999 στο άρθρο 24
(2)κωδικοποίησε την προγενέστερη νομολογία ότι δεν απαιτείται σε περιπτώσεις προφορικής εξέτασης η καταγραφή αιτιολογίας όσον αφορά τη γενική εντύπωση που το αρμόδιο όργανο καταγράφει στο πρακτικό αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων στην προφορική εξέταση. (Βλ. Βασιλειάδης ν. Τσιάππα κ.ά.
(2005)3 ΑΑΔ 402). Σε ό,τι αφορά το επίπεδο γνώσεων των υποψηφίων, όπως προκύπτει από τις υπηρεσιακές εκθέσεις τους, γεγονός που σχολιάστηκε από το Συμβούλιο κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, δεν αποτελεί στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια απόδοσης των υποψηφίων στην προφορική εξέταση, κάτι το οποίο αποτελεί ξεχωριστό στοιχείο κρίσεως. (Παπασάββα ν. Κούλουμου, πιο πάνω). Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι ο λόγος ακύρωσης δεν ευσταθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Αποτελεί θέση του αιτητή ότι εσφαλμένα και πεπλανημένα και ως αποτέλεσμα έλλειψης δέουσας έρευνας οι καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι το ΕΜ διαθέτει μεταπτυχιακό προσόν το οποίο μάλιστα συνιστά και πλεονέκτημα. Το Συμβούλιο εξετάζοντας το κατά πόσο οι υποψήφιοι κατείχαν το πλεονέκτημα που ορίζεται στην παράγραφο Δ
(6)του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης, ήτοι κατά πόσο κατείχαν μεταπτυχιακό δίπλωμα ή τίτλο σε οποιοδήποτε από τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο Δ
(1)του Σχεδίου Υπηρεσίας, όπως καθορίστηκαν με σχετική απόφαση του Συμβουλίου, κατέληξε ως ακολούθως, σε συνάρτηση με τον αιτητή και το ΕΜ: "ΛΑΣΕΤΤΑΣ Πανίκος: Ο υποψήφιος διαθέτει μεταπτυχιακό προσόν το οποίο συνιστά πλεονέκτημα. Συγκεκριμένα διαθέτει Διδακτορικό Δίπλωμα PhD in Building Construction του Hochschule fur Architeektur und Bauwesen Weimar (Ανωτάτη Σχολή Αρχιτεκτονικής και Πολιτικής Μηχανικής, Βαϊμάρη, Γερμανία), το οποίο κρίθηκε από το Συμβούλιο ότι εμπίπτει στα θέματα που ορίζονται στην παράγραφο Δ.1. του σχεδίου υπηρεσίας, και συγκεκριμένα στη Μηχανική. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Ξενοφών: Ο υποψήφιος διαθέτει μεταπτυχιακό προσόν το οποίο συνιστά πλεονέκτημα. Συγκεκριμένα διαθέτει MA in European Management and Employment Law του University of Leicester, το οποίο κρίθηκε από το Συμβούλιο ότι εμπίπτει στα θέματα που είναι σχετικά με τις αρμοδιότητες της Αρχής.» Το ΕΜ απέκτησε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα εξ αποστάσεως από το Πανεπιστήμιο του Leicester. Αποτελεί θέση του αιτητή ότι δεν έγινε η δέουσα έρευνα από το Συμβούλιο για να διαπιστώσει κατά πόσο ο μεταπτυχιακός τίτλος του ΕΜ είναι αναγνωρισμένος ούτε κατά πόσο εμπίπτει στα θέματα που είναι σχετικά με τις αρμοδιότητες της Αρχής. Από την άλλη, αποτελεί θέση της Αρχής ότι το μεταπτυχιακό που κατέχει το ΕΜ εξασφαλίστηκε από το πανεπιστήμιο του Leicester στο Ηνωμένο Βασίλειο με σπουδές εξ αποστάσεως. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι οι σπουδές εξ αποστάσεως είναι αναγνωρισμένες και δεν επηρεάζουν την αξία του απονεμηθέντος διπλώματος. Περαιτέρω, εισηγούνται ότι δεν απαιτείτο οποιαδήποτε έρευνα για να διαπιστωθεί αν το εν λόγω μεταπτυχιακό του ΕΜ ήταν αναγνωρισμένο, αφού αυτό είχε απονεμηθεί από αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου. Με βάση τη διαδικασία που ακολούθησε η Αρχή, απόδωσε αυτόματη αναγνώριση στους τίτλους που προέρχονται από αναγνωρισμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων Ευρωπαϊκών χωρών όπως έπραξε και με το μεταπτυχιακό δίπλωμα του αιτητή, τονίζοντας ότι ο αιτητής δεν μπορεί να επιδοκιμάζει και να αποδοκιμάζει ταυτόχρονα. Επίσης, εισηγούνται ότι το Συμβούλιο καταγράφει την κρίση του ότι το μεταπτυχιακό εμπίπτει στα θέματα που είναι σχετικά με τις αρμοδιότητες της Αρχής. Δεν απαιτείτο και δεν έγινε έρευνα, δεδομένου ότι τα θέματα του διπλώματος ήταν ξεκάθαρα, συναφή με τις αρμοδιότητες της Αρχής. Το ΕΜ ισχυρίζεται ότι ο μεταπτυχιακός του τίτλος προέρχεται από ακαδημαϊκό ίδρυμα του Ηνωμένου Βασιλείου το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο αναγνωρισμένων από το ΚΥΣΑΤΣ ιδρυμάτων ο οποίος δημοσιοποιείται στην ιστοσελίδα του ΚΥΣΑΤΣ την οποία επισυνάπτει στην αγόρευση του. Περαιτέρω στην αγόρευση του ΕΜ επισυνάπτεται η αντίστοιχη ιστοσελίδα που ισχύει για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα του Ηνωμένου Βασιλείου για να καταδείξει ότι το εν λόγω πανεπιστήμιο είναι αναγνωρισμένο. Αρχικά να σημειωθεί ότι με βάση την παράγραφο Β.1 της προκήρυξη της θέσης, ως προς τα απαιτούμενα προσόντα αναφέρονται τα εξής: «Πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλος ή ισότιμο προσόν σε ένα τουλάχιστον από τα ακόλουθα θέματα ή σε συνδυασμό των θεμάτων αυτών: Οικονομικές Επιστήμες, Διοίκηση Επιχειρήσεων, Δημόσια Διοίκηση, Στατιστική, Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, Επιχειρησιακή Έρευνα, Μηχανική, Θετικές Επιστήμες, Κοινωνιολογία ή σε άλλο θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες της Αρχής, που θα κριθεί κατάλληλο από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής.» Είναι νομολογημένο ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσίας εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου. Νοουμένου ότι η σχετική πρόνοια έχει ερμηνευτεί και εφαρμοστεί με εύλογο τρόπο, το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει και δεν υποκαθιστά την κρίση του οργάνου (Frangoulides v. Republic
(1985)3 CLR 1680). Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο καταγράφει την κρίση του ότι το μεταπτυχιακό δίπλωμα που κατείχε το ΕΜ εμπίπτει στα θέματα που είναι σχετικά με τις αρμοδιότητες της Αρχής. Το Συμβούλιο είχε ενώπιον του όλα τα σχετικά στοιχεία και αφού τα εξέτασε έλαβε τη σχετική απόφαση. Το μεταπτυχιακό δίπλωμα που κατείχε το ΕΜ προέρχετο από αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου και είχε κριθεί, σε προηγούμενο στάδιο, ότι αποτελεί επιπρόσθετο προσόν. Στην υπόθεση Μαρία Θεοδώρου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)3 ΑΑΔ 247 που με παρέπεμψε η συνήγορος του αιτητή, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.254: «Στη νομολογία αυτή και άλλη παραπέμπει τόσο η Δημοκρατία όσο και το ΕΜ και η νομική θέση θεωρούμε ότι είναι υπεράνω κάθε αμφιβολίας. Οι αιτιάσεις της Εφεσείουσας ότι είχε εφαρμογή ο Ν. 41(Ι)/1993, ώστε το μεταπτυχιακό της να έπρεπε να εθεωρείτο αναγνωρισμένο χωρίς παραπομπή στο ΚΥΣΑΤΣ, παραγνωρίζει το ότι αυτό που είχε αναγνωρισθεί από το ΚΥΣΑΤΣ ήταν το μεταπτυχιακό του Maastricht σε πλήρη βάση φοίτησης και όχι το μεταπτυχιακό του Maastricht, που η Εφεσείουσα κατείχε, σε μερική βάση φοίτησης. Δεν ήταν δηλαδή θέμα γενικής αναγνώρισης των πτυχίων του Maastricht δεδομένου ότι το Maastricht περιλαμβάνετο στον κατάλογο των αναγνωρισμένων σχολών του ΚΥΣΑΤΣ, αλλά συγκεκριμένης αναγνώρισης του εν λόγω τίτλου για σκοπούς μάλιστα ένταξης του στο πλεονέκτημα όπως αυτό καθορίζετο στο σχέδιο υπηρεσίας, που απαιτούσε το μεταπτυχιακό να είναι μετά από σπουδές ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους.» Η υπόθεση εκείνη θεωρώ ότι διαφοροποιείται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα. Στην υπόθεση εκείνη απαιτείτο μεταπτυχιακό μετά από σπουδές ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους ενώ στην παρούσα η κατοχή γενικά μεταπτυχιακού διπλώματος θεωρείται επιπρόσθετο προσόν, με μόνο προσδιορισμό ότι το μεταπτυχιακό θα έπρεπε να ήταν σε συγκεκριμένα θέματα ή σε θέμα που είναι σχετικό με τις αρμοδιότητες της Αρχής. Συνεπώς θεωρώ ότι η αναγνώριση του πανεπιστημίου από το οποίο ελήφθη το εν λόγω μεταπτυχιακό δίπλωμα ήταν αρκετή και δεν απαιτείτο περαιτέρω έρευνα, ειδικώτερα έχοντας υπόψη ότι με τον ίδιο τρόπο κρίθηκε και το μεταπτυχιακό του αιτητή, καθώς επίσης και το γεγονός ότι το μεταπτυχιακό του ΕΜ έτυχε αναγνώρισης σε προηγούμενο στάδιο. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή πεπλανημένη και ή εκδόθηκε υπό καθεστώς πραγματικής πλάνης. Αποτελεί θέση του αιτητή ότι η απόφαση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου σε σχέση με την υπεροχή του ΕΜ έναντι του αιτητή είναι εσφαλμένη, καθότι ο αιτητής υπερέχει του ΕΜ σε αξία και προσόντα. Σε σχέση με τη βαθμολογημένη αξία ο αιτητής υπερέχει του ΕΜ κατά μία βαθμίδα, ενώ σε σχέση με τα προσόντα, ο αιτητής είναι κάτοχος MSc in Architecture και κάτοχος PHD in Building Construction τα οποία απέκτησε στην Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτονικής και Πολιτικής Μηχανικής Βαϊμάρη στη Γερμανία. Από την άλλη, το ΕΜ είναι κάτοχος BSc in Economics του University of London και κάτοχος MA in European Management and Employment Law του University of Leicester, το οποίο απέκτησε εξ αποστάσεως. Περαιτέρω, οι καθ΄ων η αίτηση εσφαλμένα και πεπλανημένα απέδωσαν υπέρμετρη βαρύτητα στην αρχαιότητα του ΕΜ σε άλλη πείρα συναφή με τα καθήκοντα της θέσης και τούτο, παρά την απόφασή τους ότι η πείρα αυτή θα έχει πολύ περιορισμένη βαρύτητα, αποδίδοντας στο ΕΜ υπεροχή έναντι του αιτητή. Σύμφωνα με τους καθ΄ων η αίτηση, το ΕΜ υπερτερεί σε αξία, καθότι έχει ίση βαθμολογία στις υπηρεσιακές εκθέσεις για την περίοδο 2000-2008, ενώ για το 2009 έχει ένα εξαίρετος λιγότερο, έχει καλύτερη απόδοση στην προφορική εξέταση κατά μία βαθμίδα και έχει μακρύτερη πείρα στην αμέσως κατώτερη θέση και γενικά μακρύτερη συνολική πείρα, συναφή με τα καθήκοντα της θέσης, που προσθέτει στην αξία του. Περαιτέρω, αποτελεί θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αιτητής είχε ελαφρά υπεροχή σε προσόντα λόγω του ψηλότερου επιπέδου του μεταπτυχιακού του και πάλι δεν θα δικαιολογείτο η ανατροπή της κρίσης της Αρχής επί του θέματος, η οποία δεν έχει ξεπεράσει τα ακραία όρια της διακριτικής της ευχέρειας. Εξέτασα τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των γεγονότων όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Θεωρώ ότι ήταν εύλογα επιτρεπτή η απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας στην υπεροχή του ΕΜ σε πείρα - αρχαιότητα και στην προφορική εξέταση απ΄ ότι στο ψηλότερο επίπεδο του μεταπτυχιακού του αιτητή και συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί. Έλλειψη αιτιολογίας και/ή δέουσας αιτιολογίας. Είναι η θέση του αιτητή ότι η απόφαση του Συμβουλίου στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας ή δέουσας αιτιολογίας με το Συμβούλιο να μην παραθέτει κανένα στοιχείο που να αιτιολογεί την επιλογή του ΕΜ, αλλά περιορίζεται απλά και μόνο στην κατά μία βαθμίδα υπεροχή του ΕΜ στην προφορική εξέταση, καθώς επίσης και στην αρχαιότητα για την οποία μάλιστα το Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα δώσει περιορισμένη βαρύτητα. Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση της Αρχής, η οποία παραπέμπει στα πρακτικά, όπου φαίνεται η λεπτομερής αιτιολογία που δίδεται για την επιλογή του ΕΜ έναντι του αιτητή. Τονίστηκε από τη συνήγορο της Αρχής ότι η συνεκτίμηση των στοιχείων αξιολόγησης αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας του διορίζοντος οργάνου. Από τη στιγμή που το Συμβούλιο είχε ενώπιόν του όλα τα στοιχεία και δεδομένα, τα έλαβε υπόψη και τα αξιολόγησε το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανατρέψει την απόφαση, παρά μόνο αν κρίνει πως αυτό υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Το Συμβούλιο, αφού συνεκτίμησε τα δεδομένα των δύο υποψηφίων, κατά πλειοψηφία επέλεξε το ΕΜ λόγω της υπεροχής του σε αξία, πείρα και αρχαιότητα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «(α) Ο υποψήφιος ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Ξενοφών διαθέτει τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας ακαδημαϊκά προσόντα και δεκαετή τουλάχιστον πείρα σε υπεύθυνη θέση σε θέματα ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού ή/και οικονομικής ή/και βιομηχανικής ανάπτυξης ή/και διοίκησης από την οποία πενταετής τουλάχιστον διοικητική πείρα. Επίσης, διαθέτει μεταπτυχιακό προσόν MA in European Management and Employment Law του University of Leicester το οποίο συνιστά πλεονέκτημα. Έχει πολύ καλή γνώση των τομέων που καθορίζονται στην παράγραφο Δ.3. του σχεδίου υπηρεσίας, όπως διαπιστώθηκε μέσω της προφορικής εξέτασης. Η διαπίστωση αυτή συνάδει και με την Πολύ Ικανοποιητική βαθμολογία του στο στοιχείο «Επαγγελματική Κατάρτιση» στις Υπηρεσιακές του Εκθέσεις. Διαθέτει όλες τις ιδιότητες που απαιτούνται από την παράγραφο Δ.4. του σχεδίου υπηρεσίας. Διαθέτει πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και της Αγγλικής γλώσσας, η οποία τεκμηριώνεται από την ύπαρξη απαιτήσεως για πολύ καλή γνώση της Ελληνικής και της Αγγλικής γλώσσας στα σχέδια υπηρεσίας των θέσεων στις οποίες υπηρέτηση και υπηρετεί σήμερα. Έχει εξαιρετική απόδοση στην προφορική εξέταση και έχει πολύ ψηλές βαθμολογίες στις υπηρεσιακές του εκθέσεις. Η πλειοψηφία του Συμβουλίου έλαβε υπόψη τις αξιολογήσεις των εσωτερικών υποψηφίων στο σύνολό τους, αλλά έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις αξιολογήσεις των τελευταίων 8 ετών. Συγκεκριμένα, τα τελευταία 8 χρόνια, στα 9 βαθμολογούμενα κριτήρια της αξιολόγησης ο υποψήφιος έλαβε, για την περίοδο 2002-2006, 5 «Εξαίρετος» και 4 «Πολύ Ικανοποιητικά» ενώ για την περίοδο 2007-2009, 6 «Εξαίρετος» και 3 «Πολύ Ικανοποιητικά». Είναι επίσης ο αρχαιότερος μεταξύ των εσωτερικών υποψηφίων. Η πλειοψηφία του Συμβουλίου σημείωσε ότι, παρά την αναφορά της στις αξιολογήσεις του ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, για σκοπούς ολοκληρωμένης εικόνας της αξίας του υποψηφίου, αυτές δεν αποτέλεσαν παράγοντα σύγκρισης με τους υποψηφίους που δεν είναι υπάλληλοι της Αρχής, γιατί αυτοί δεν είχαν αντίστοιχες αξιολογήσεις. Το ίδιο επίσης σημειώθηκε και σε σχέση με την αρχαιότητα του ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ. (β) Ο υποψήφιος ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ υπερέχει των άλλων υποψηφίων για τους πιο κάτω λόγους: Έναντι του υποψηφίου ΛΑΣΕΤΤΑ Πανίκου: Ο ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ υπερέχει κατά 1 βαθμίδα στην προφορική εξέταση. Οι υποψήφιοι είναι ίσοι σε πείρα σε υπεύθυνη θέση στους προκαθορισμένους τομείς, αλλά ο υποψήφιος ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ έχει 2 χρόνια και 6,5 μήνες περισσότερη πείρα στην αμέσως κατώτερη θέση Ανώτερου Λειτουργού Ανθρώπινου Δυναμικού, η οποία του προσδίδει και αρχαιότητα έναντι του ΛΑΣΕΤΤΑ. Επίσης ο ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ υπερέχει σε άλλη πείρα συναφή με τα καθήκοντα της θέσης αφού έχει πείρα στην Αρχή στη θέση Λειτουργού Ανθρώπινου Δυναμικού 14 χρόνια και 11 μήνες, έναντι 11 χρόνων του υποψήφιου ΛΑΣΕΤΤΑ. Οι υποψήφιοι είναι ίσοι σε προσόντα ενώ και οι δύο κατέχουν το πλεονέκτημα. Λήφθηκε υπόψη ότι ο ΛΑΣΕΤΤΑΣ υπερέχει κατά 1 «Εξαίρετος» για το έτος 2009 στις υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολόγησης ενώ για τα έτη 2002-2008 η βαθμολογία του είναι ίση με του ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ. Εν όψει των πιο πάνω ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κρίθηκε ότι υπερτερεί, λόγω του ότι υπερέχει σε αξία, λαμβανομένης υπόψη της υπεροχής του στην προφορική εξέταση και της ίσης βαθμολογημένης αξίας του με τον ΛΑΣΕΤΤΑ, γεγονός που δεν διαφοροποιείται από το 1 Εξαίρετος περισσότερο του υποψηφίου ΛΑΣΕΤΤΑ για το 2009, ως επίσης και της μακρύτερης πείρας του στην αμέσως κατώτερη θέση αλλά και γενικά σε συνολική πείρα συναφή με τα καθήκοντα της θέσης η οποία προσθέτει στην αξία του. Είναι επίσης ίσος σε προσόντα και υπερέχει σε πείρα και σε αρχαιότητα κατά 2 χρόνια και 6,5 μήνες.» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, το ΕΜ υπερέχει του αιτητή στην απόδοση στην προφορική εξέταση. Είναι νομολογημένο ότι η απόδοση στην προφορική εξέταση είναι στοιχείο που προσθέτει στην αξία των υποψηφίων η οποία δεν συνίσταται μόνο στη βαθμολογία στις υπηρεσιακές εκθέσεις (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Χριστίνας Φιλίππου Σιακαλλή, ΑΕ8/2009, ημερομηνίας 27.4.2012). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η βαθμολογική αξία κρίνεται στη βάση της γενικής εικόνας των υποψηφίων και ότι ένα ή και περισσότερα «Εξαίρετος» σε μεμονωμένα στοιχεία δεν προσδίδουν υπεροχή (βλ. Βασιλειάδης ν. Τσιάππα
(2005)3 ΑΑΔ 403). Σε ό,τι αφορά την υπεροχή σε αρχαιότητα έχει αναγνωριστεί ως προσδίδουσα υπεροχή σε αξία μεταξύ δύο ίσων σε βαθμολογία υποψηφίων (βλ. Ελισάβετ Βούλγαρη Ιωάννου ν. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού
(2011)3 ΑΑΔ 260). Όσον αφορά τα προσόντα, το γεγονός ότι το πρόσθετο προσόν του αιτητή είναι διδακτορικό ενώ του ΕΜ είναι επιπέδου Masters, δεν θα επέτρεπε, σύμφωνα με τη νομολογία, να ληφθεί υπόψη ως πλεονέκτημα στον αιτητή, δεδομένου ότι το Σχέδιο Υπηρεσίας προσδιορίζει το μεταπτυχιακό δίπλωμα γενικά ως πλεονέκτημα, χωρίς να αφήνει περιθώριο για σύγκριση μεταξύ μεταπτυχιακών διαφορετικού επιπέδου (βλ. Σαμουήλ ν. Αρχής Ανθρώπινου Δυναμικού, Υπόθεση αρ. 768/2005, ημερομηνίας 14.9.2006). Έχοντας υπόψη ότι ο αιτητής δεν υπερέχει σε προσόντα, ενώ σε αξία είναι ίσος στη βαθμολογημένη αξία και υστερεί στην προφορική εξέταση και ότι επίσης υστερεί σε πείρα και σε αρχαιότητα, ακόμη και η ελαφρά υπεροχή του σε προσόντα λόγω του επιπέδου του μεταπτυχιακού του, δεν θα επέτρεπε την ανατροπή της απόφασης. Θεωρώ ότι η απόφαση της Αρχής δεν έχει ξεπεράσει τα ακραία όρια της διακριτικής της ευχέρειας και ότι ήταν εύλογα επιτρεπτή η απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας στην υπεροχή του ΕΜ σε αρχαιότητα και στην προφορική εξέταση απ΄ ότι στο ψηλότερο επίπεδο του μεταπτυχιακού του αιτητή. Ενόψει των πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1.400 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, υπέρ των καθ΄ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος. Κ. Σταματίου, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο