ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΣΟΥΡΑ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Συν. Υποθ. Αρ. 1299/2011, 1415/2011 και 1053/2012, 8/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:D310 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Συν. Υποθ. Αρ. 1299/2011, 1415/2011 και 1053/2012 8 Μαΐου, 2015 [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] Υποθ. Αρ. 1299/11 ΜΕΤΑΞΥ:
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΣΟΥΡΑ
- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ Αιτητών και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Καθ'ων η αίτηση Υποθ. Αρ. 1415/11 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Αιτητή και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Καθ'ων η αίτηση Υποθ. Αρ. 1053/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΕΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Αιτήτριας και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Καθ'ων η αίτηση ....... Θ. Κουσπή (κα), για τους Αιτητές στην Υποθ. Αρ. 1299/11 Λ. Χριστοδούλου, για τον Αιτητή στην Υποθ. 1415/11 Ξ. Ευγενίου (κα), για την Αιτήτρια στην Υποθ. 1053/12 Μ. Κυπριανού (κα), για τους Καθ΄ ων η αίτηση ...... Α Π Ο Φ Α Σ Η ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Με τον περί Συμπληρωματικού Προϋπολογισμού Νόμο (Αρ.4) του 2009 (Ν.53(II)/2009), δημιουργήθηκαν 15 κενές θέσεις Μόνιμου Αρχιδεσμοφύλακα των Φυλακών - θέσεις προαγωγής (στο εξής η Θέση) - για πλήρωση των οποίων η Επιτροπή Δημοσίας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) ενήργησε αυτεπαγγέλτως ενόψει του ότι δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση από την αρμόδια αρχή. Κατά τη σχετική συνεδρία ημερ. 7.7.11, ο Αναπληρωτής Διευθυντής Φυλακών (στο εξής ο Διευθυντής) σύστησε για προαγωγή και τους Α. Μασώνο (ΕΜ1), Π. Νεοφύτου (ΕΜ3), Θ. Ηροδότου (ΕΜ4) και Κ. Κυριάκου (ΕΜ5) και η ΕΔΥ, υιοθετώντας τη σύσταση του, τους προήγαγε στη Θέση από 15.8.
- Επιπρόσθετα προήγαγε στη Θέση και το Χ. Φραγκουλίδη (ΕΜ2) για λόγους που θα εκτεθούν στη συνέχεια και, ακολούθως, η απόφαση της ΕΔΥ δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Οι αιτητές - οι Γ. Μασούρας και Γ. Χρυσάνθου (Προσφυγή Αρ. 1299/2011), Α. Ευσταθίου (Προσφυγή Αρ. 1415/2011) και Ε. Μελά - Γεωργίου (Προσφυγή Αρ. 1053/2012) - αμφισβητούν την εγκυρότητα της προαναφερθείσας απόφασης, θεωρώντας ότι στη βάση των τριών θεσμοθετηθέντων κριτηρίων - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - θα έπρεπε να είχαν προαχθεί αυτοί. Πιο συγκεκριμένα, με την προσφυγή 1299/11 προσβάλλεται η προαγωγή όλων των ΕΜ, με την προσφυγή 1415/11 η προαγωγή των ΕΜ 1, 3, 4 και 5 και με την προσφυγή 1053/12 η προαγωγή των ΕΜ 3, 4 και 5 μόνο. Με τις προσφυγές εγείρονται διάφοροι λόγοι ακύρωσης οι οποίοι εδράζονται γενικώς σε πανομοιότυπους ισχυρισμούς που άπτονται της σύστασης του Διευθυντή και της επάρκειας της έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία, όπως υποστηρίζουν, ήταν το αποτέλεσμα πλάνης περί τα πράγματα. Επιπρόσθετα η αιτήτρια της προσφυγής 1053/12 προώθησε ως λόγο ακύρωσης και παραβίαση της αρχής της ισότητας και άνισης μεταχείρισής της. Οι τρεις προσφυγές συνεκδικάστηκαν λόγω κοινού πραγματικού και νομικού υπόβαθρου, έχουσες στο επίκεντρό τους τη υιοθετηθείσα από την ΕΔΥ σύσταση του Διευθυντή η οποία, αυτούσια, έχει ως ακολούθως: «Αρχικά επισημαίνω την ιδιαιτερότητα και τις απαιτήσεις του χώρου εργασίας στις Φυλακές. Ιδιαίτερα τονίζω το ρόλο που διαδραματίζει ο θεσμός του Αρχιδεσμοφύλακα στη δομή και πυραμίδα του Τμήματος και τα προβλεπόμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας καθήκοντα και ευθύνες της θέσης. Σύμφωνα με αυτά ο Αρχιδεσμοφύλακας λειτουργεί ως πυρήνας για την εμπέδωση της πειθαρχίας και της προγραμματισμένης εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, τόσο των κρατουμένων όσο και των Δεσμοφυλάκων. Εξάλλου, σε ώρες μη εργάσιμες, δηλαδή από τις 14:30 μέχρι τις 07:30 της επόμενης ημέρας, ως Φρούραρχος, έχει την ευθύνη των Φυλακών. Προκειμένου να προβώ σε αντικειμενικές συστάσεις, έχω μελετήσει τους Προσωπικούς Φακέλους και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων όλων των υποψηφίων και έχω διαβουλευτεί με τους μέχρι πρόσφατα άμεσα προϊσταμένους τους σχετικά με την απόδοση στην εργασία τους και γενικά για την προσφορά τους στην εξυπηρέτηση των σκοπών και των στόχων του Τμήματος. Έλαβα επίσης υπόψη τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, ως και τυχόν επιπρόσθετα προσόντα που κατέχουν οι υποψήφιοι και τα οποία είναι σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης του Αρχιδεσμοφύλακα στις Φυλακές, ως επίσης και τις πρόνοιες του Άρθρου 35
(3)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 ,μέχρι 2009, όπου «οι διεκδικήσεις των υπαλλήλων για προαγωγή αποφασίζονται με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα». Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη όλα τα πιο πάνω πιστεύω ότι η προαγωγή των συστηθέντων θα εξυπηρετήσει το καλώς νοούμενο συμφέρον του Τμήματος. Ως εκ τούτου συστήνω τους πιο κάτω υποψηφίους για προαγωγή, θεωρώντας τους ως τους καταλληλότερους για την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. ...............................
- Κυριάκου Κυριάκος, αρ. 202 (α/α 19): Είναι εξαίρετος υπάλληλος, πρόθυμος, εργατικός, έμπιστος στο καθήκον του, αποτελεσματικός και αποδοτικός στην εργασία που του ανατίθεται. Είναι πολύ καλός γνώστης των θεμελιωδών αρχών και λειτουργιών της Διεύθυνσης-Διοίκησης, αφού ασκεί ικανοποιητικό έλεγχο, οργανώνει και συντονίζει τα άλλα μέλη του προσωπικού που συνεργάζεται, έτσι ώστε να είναι παραγωγικός. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είναι αρκετά δημιουργικός, πρακτικός, επινοητικός και πάντοτε πρωτοτυπεί. Οι σχέσεις του με τους συναδέλφους του και με το κοινό είναι άριστες.
- Μασώνος Ανδρέας, αρ. 239 (α/α 23): Είναι εξαίρετος Δεσμοφύλακας, ευσυνείδητος υπάλληλος, με ακεραιότητα χαρακτήρα, αποτελεσματικός και αποδοτικός στην εργασία του και πάντοτε πρόθυμος να εξυπηρετήσει οποιαδήποτε καθήκοντα του ανατεθούν. Ορίστηκε ως Υποδεκανέας το 2004, όπου η ικανότητα εκτέλεσης των αυξημένων καθηκόντων που του ανατέθηκαν κατά καιρούς είναι επιβεβαίωση της ικανότητας του να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα που προνοούνται από τη θέση Αρχιδεσμοφύλακα. Είναι τοποθετημένος στο Γραφείο Παραλαβών και Απολύσεων, ως βοηθός του υπεύθυνου Αρχιδεσμοφύλακα. Έχει δε την ικανότητα να τον αντικαθιστά και να αντεπεξέρχεται στις δύσκολες καταστάσεις, που πιθανόν να εγερθούν κατά την εκτέλεση τέτοιων καταστάσεων.
- Νεοφύτου Πέτρος, αρ. 239 (α/α 25): Είναι εξαίρετος υπάλληλος και άριστα ενημερωμένος, με εμβάθυνση στην ουσία των υπηρεσιακών θεμάτων. Επιδεικνύει ορθή κρίση και αντίληψη, προβαίνει δε σε ορθολογικές εισηγήσεις, αφού αναγνωρίζει και αναλύει παράγοντες προβλημάτων και εξάγει ορθά συμπεράσματα. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι αρκετά δημιουργικός, πρακτικός και πάντοτε αποτελεσματικός. Επιβάλλει πάντοτε την πειθαρχία στους κρατουμένους με παραδειγματικό τρόπο, ώστε να εξασφαλίζει τόσο από τους κρατούμενους όσο και από τα μέλη του προσωπικού τον απαιτούμενο σεβασμό.. Ορίστηκε ως Υποδεκανέας το
- Η μέχρι τώρα συμπεριφορά του, ως και η επιτυχία εκτέλεσης των αυξημένων καθηκόντων που του ανατέθηκαν, εξασφαλίζει την επιτυχία της προαγωγής του στον επόμενο βαθμό. ...............................
- Ηροδότου Θεοχάρης, αρ. 218 (α/α 29): Είναι εξαίρετος υπάλληλος με ορθή κρίση και αντίληψη, αφού εμβαθύνει στην ουσία των υπηρεσιακών θεμάτων και προβαίνει σε ορθολογικές εισηγήσεις, αναγνωρίζει και αναλύει τους παράγοντες ενός προβλήματος και εξάγει ορθά συμπεράσματα. Υπερέχει σε αξία ή είναι ίσος με τους υποψηφίους με α/α 1 μέχρι και α/α 36, Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι αρκετά δημιουργικός, πρακτικός, επινοητικός και διακατέχεται από το αίσθημα της πρωτοβουλίας. Είναι πρόθυμος σε οποιοδήποτε καθήκον του ανατεθεί, εργατικός, έμπιστος και ικανός να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε καθήκοντα του ανατεθούν. Φροντίζει να εμπλουτίζει πάντοτε τις γνώσεις του και επιμορφώνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Μέσα στα πλαίσια που καταβάλλονται για αναδιοργάνωση και αναδόμηση του Τμήματος Φυλακών, θεωρώ ως καταλληλότερους τους υποψηφίους που συνέστησα, ώστε να με υποβοηθήσουν στο έργο που μου ανατέθηκε». Υποστηρίζουν συναφώς ότι η σύσταση του Διευθυντή, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη, παραβιάζει τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα και καθίσταται εν τέλει αναιτιολόγητη, κατά παράβαση του άρθρου 35
(4)του Ν. 1/90 που διέπει τη διαδικασία πλήρωσης θέσεων προαγωγής και που απαιτεί αιτιολογημένη σύσταση προϊσταμένου. Συγκεκριμένα είναι θέση: Των αιτητών της προσφυγής 1299/11 ότι ο Διευθυντής, συστήνοντας τα ΕΜ 1, 3, 4 και 5, προσέδωσε σ' αυτά υπεροχή σε στοιχεία και ιδιότητες στα οποία και οι ίδιοι αξιολογούνταν διαχρονικά ως εξαίρετοι στις υπηρεσιακές εκθέσεις. Του αιτητή της προσφυγής 1415/11 ότι η σύσταση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη και επιπρόσθετα, ο Διευθυντής, αφενός, δεν έχει αποκαλύψει ποιοι ήταν οι «μέχρι πρόσφατα άμεσα προϊστάμενοι» προς τους οποίους είχε αποταθεί για άντληση πληροφόρησης αναφορικά με την απόδοση και την προσφορά των υποψηφίων και, αφετέρου, με τη συγκεκριμένη ενέργειά του, κατέστησε εαυτόν αναρμόδιο και εισήγαγε στην κρίση του αλλότρια κριτήρια. Περαιτέρω, πέραν των γενικόλογων χαρακτηρισμών που περιέχει, δεν τεκμηριώνεται από νόμιμη και εξειδικευμένη αιτιολογία, που να καταδεικνύει την υπεροχή που αποδόθηκε στα ΕΜ έναντι των υπολοίπων. Της αιτήτριας της προσφυγής 1053/12 ότι η σύσταση του Διευθυντή είναι γενική και αόριστη. Συνιστά, ισχυρίζεται, απλή αναπαραγωγή και ανάπλαση των νομοθετημένων κριτηρίων και ότι οι αναφορές του Διευθυντή σε συγκεκριμένες ιδιότητες και αυξημένα καθήκοντα των ΕΜ καθώς και σε στοιχεία που αξιολογούνταν διαχρονικά στις υπηρεσιακές εκθέσεις και ως προς τα οποία η ίδια δεν υστερούσε, οδήγησαν τελικά στη θυματοποίηση της. Επιπρόσθετα επισημαίνει ότι κατείχε πρόσθετα προσόντα σχετικά με το αντικείμενο της Θέσης, όπως διάφορα σεμινάρια και εκπαιδευτικά προγράμματα, (Διαμεσολάβηση, Εκπαίδευση Καθοδηγητών, Ραπτική) για τα οποία δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στη σύσταση. Σ΄ ότι δε αφορά το ΕΜ2 (Χ. Φραγκουλίδη), τον οποίο δεν σύστησε ο Διευθυντής, η ΕΔΥ τον προήγαγε για λόγους που θα εκτεθούν στο κατάλληλο στάδιο πιο κάτω. Εξέτασα τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των μερών και όσα δια ζώσης διευκρίνισαν κατά την επ΄ ακροατηρίω συζήτηση των προσφυγών. Να επισημάνω κατ΄ αρχάς ότι η επίκληση από τον Διευθυντή των απόψεων και διαβουλεύσεων που είχε με τους άμεσα προϊσταμένους των υποψηφίων δεν είναι μεμπτή, εφόσον οι πληροφορίες που συλλέγονται από τους προϊσταμένους δεν είναι απαραίτητο να καταγράφονται, ούτε υφίσταται υποχρέωση αποκάλυψης των ονομάτων τους (βλ. Γεωργιάδου v. Δημοκρατίας
(2002)3(Δ) Α.Α.Δ. 2480, Μεστάνας v. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 213). Το ζητούμενο είναι η νομιμότητα της προσωπική άποψης του Διευθυντή, όπως αυτή διατυπώθηκε στη σύσταση του. Τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να διατυπωθεί μια σύσταση αποτέλεσαν αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Καθοδηγητική επί τούτου είναι η Μοδίτης v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 695, η οποία ευθυγράμμισε την μέχρι τότε διιστάμενη νομολογία επί του ζητήματος και όπως λέχθηκε: «. η σύσταση του προϊσταμένου εκδήλως δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων. Δεν είναι πηγή τέτοιας πληροφόρησης και δεν συναρτάται προς την αξία, ως του ενός από τα κριτήρια που προβλέπει ο Νόμος. Η σύσταση, στην οποίαν αναφέρεται ο Νόμος, εμπεριέχει μόνο τη συμβουλή ή γνώμη του προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα όπως την αποτυπώνουν οι φάκελοι. Ο προϊστάμενος του τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση γνωρίζει στην πράξη τις ανάγκες εκείνης της θέσης και εξ αυτού προκύπτει και ο ρόλος του. Να επισημάνει τί από τα δεδομένα, δηλαδή από τις ιδιότητες και τις ικανότητες που καταφαίνεται ότι έχει ένας υπάλληλος, ταιριάζει καλύτερα σ' αυτές τις ανάγκες ώστε αυτός να αναδεικνύεται ως ο καταλληλότερος. Οπότε, και στην περίπτωση που η ΕΔΥ έχει άλλη άποψη ως προς το ποιος είναι ο καταλληλότερος, να χρειάζεται να αιτιολογήσει αυτή την απόκλιση ειδικά. .............................. Όσα εξειδικεύει ως ικανότητες και ιδιότητες των συστηθέντων, αναμφιβόλως είναι σχετικά και θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει τους λόγους της επιλογής που έκαμε. Εννοείται όμως πως τα αναφέρει συγκριτικά. Δεν μπορεί να του αποδοθεί πως προτείνει ορισμένους για προαγωγή για συγκεκριμένους λόγους όταν θεωρεί πως οι ίδιοι οι λόγοι συντρέχουν και για εκείνους που δε συστήνει. Κατ' ανάγκην όσα εξειδικεύει μεταφέρουν το μήνυμα της υπεροχής εκείνων που συστήνονται στους αντίστοιχους τομείς. Ώστε αυτοί να αναδεικνύονται ως οι καταλληλότεροι. (Βλ. συναφώς Κίκης Ονουφρίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 833). Δεν προκύπτει όμως τέτοια υπεροχή από τους φακέλους και η επίκληση από τον προϊστάμενο της προσωπικής του γνώσης, εισάγει πηγή πληροφόρησης αντίθετη προς το Νόμο και, πάντως, η σύσταση συγκρούεται προς τα στοιχεία των φακέλων». Αιτιολογώντας τη σύσταση του στη παρούσα περίπτωση, ο Διευθυντής, αναφέρθηκε σε διάφορες αρετές και ιδιότητες που κατά την άποψη του διέθεταν τα ΕΜ. Για το ΕΜ1 (Α. Μασώνο), εξέφρασε την άποψη, ότι «είναι εξαίρετος Δεσμοφύλακας, ευσυνείδητος υπάλληλος. αποτελεσματικός και αποδοτικός στην εργασία του και πάντοτε πρόθυμος να εξυπηρετήσει οποιαδήποτε καθήκοντα του ανατεθούν». Για το ΕΜ3 (Π. Νεοφύτου), ο Διευθυντής δήλωσε ότι «είναι εξαίρετος υπάλληλος και άριστα ενημερωμένος . επιδεικνύει ορθή κρίση και αντίληψη. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι αρκετά δημιουργικός, πρακτικός και πάντοτε αποτελεσματικός». Για το ΕΜ4 (Θ. Ηροδότου), σημειώθηκε στη σύσταση ότι «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι αρκετά δημιουργικός. και διακατέχεται από τι αίσθημα της πρωτοβουλίας. Είναι πρόθυμος σε οποιοδήποτε καθήκον του ανατεθεί, εργατικός, έμπιστος και ικανός να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε καθήκοντα του ανατεθούν. Φροντίζει να εμπλουτίζει πάντοτε τις γνώσεις του και επιμορφώνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν τα καθήκοντα που του ανατίθενται». Για το ΕΜ5 (Κ. Κυριάκου) σημείωσε, μεταξύ άλλων ότι είναι «εξαίρετος υπάλληλος, πρόθυμος, εργατικός, έμπιστος στο καθήκον του αποτελεσματικός στην εργασία που του ανατίθεται» και ότι «οι σχέσεις του με τους συναδέλφους του και με το κοινό είναι άριστες». Οι πιο πάνω ιδιότητες των συστηνόμενων, τις οποίες εκθείασε ο Διευθυντής, ουσιαστικά υπάγονται στα στοιχεία αξιολόγησης, της «Επαγγελματικής Κατάρτισης», της «Απόδοσης», του «Υπηρεσιακού Ενδαφέροντος», της «Υπευθυνότητας», της «Πρωτοβουλίας» και της «Συνεργασίας/Σχέσων» για τα οποία, τόσο τα ΕΜ όσο και οι αιτητές βαθμολογούνταν, επί σειρά ετών, στις υπηρεσιακές εκθέσεις με «Εξαίρετα». Προκύπτει επομένως ότι συγκεκριμένες ιδιότητες που είχαν ήδη αξιολογηθεί στις υπηρεσιακές εκθέσεις, επαναλήφθηκαν στη σύσταση προσδίδοντας στα ΕΜ υπεροχή έναντι των αιτητών οι οποίοι δεν υστερούσαν βαθμολογικά στα ίδια βασικά σημεία. Δεδομένης δε της ισοβαθμίας των διαδίκων στα πιο πάνω αξιολογικά στοιχεία στα οποία έδωσε έμφαση ο Διευθυντής, η σύσταση, για τους λόγους που εξηγήθηκαν στη Μοδίτης, βρίσκεται σε διάσταση με τη βαθμολογία και τη νομολογία και συνεπώς δεν είναι έγκυρη. Διαπιστώνεται επίσης ότι η σύσταση είναι αντίθετη με τα στοιχεία των φακέλων στην έκταση που δεν περιέχει οποιαδήποτε συγκριτική αναφορά στην αρχαιότητα των αιτητών, οι οποίοι με εξαίρεση την Ειρήνη Μελά, κατείχαν τη θέση του Δεσμοφύλακα, η οποία προηγείται άμεσα της επίδικης, από τις 8.11.1985 και ως εκ τούτου, διέθεταν ένα ουσιαστικό προβάδισμα έναντι των ενδιαφερομένων μερών που είχαν διοριστεί στην εν λόγω θέση, από 1.6.1989. Είναι προφανές ότι το συγκεκριμένο κριτήριο, μαζί με ό,τι η κατοχή του συνεπάγεται, για τους αιτητές (π.χ. ευρύτερη πείρα) αγνοήθηκε ολοκληρωτικά, κατά τη συγκριτική αξιολόγηση. Παρά τη γενικόλογη αναφορά του Διευθυντή στο προοίμιο της σύστασης του. Όπως έχει νομολογηθεί η αρχαιότητα ορίζεται από το νομοθέτη ως ένα από τα ουσιώδη στοιχεία για την κρίση των υποψηφίων για προαγωγή. Το γεγονός ότι δεν αποτελεί από μόνη της ρυθμιστικό παράγοντα για τις διεκδικήσεις, δεν εξουδετερώνει ούτε καταργεί τη σημασία της ως ουσιώδες στοιχείο κρίσης για την καταλληλότητα των υποψηφίων για προαγωγή (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(1994)3 A.A.Δ. 77). Η σύσταση όμως πάσχει και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Ειδικά όσον αφορά τα ΕΜ 1 και 3, ο Διευθυντής αναφέρθηκε στη φύση των καθηκόντων που εκτελούσαν ως Υποδεκανείς, δηλώνοντας ότι η επιτυχής εκτέλεση των αυξημένων καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, αποτελεί επιβεβαίωση της ικανότητας του πρώτου να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα που προνοούνται από τη θέση του Αρχιδεσμοφύλακα και εξασφαλίζει την επιτυχία της προαγωγής του δεύτερου στον επόμενο βαθμό. Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για τοποθέτηση που παραβιάζει την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποίαν η φύση των καθηκόντων που ανατίθενται σε υπάλληλο δεν αποτελεί νόμιμο κριτήριο για την πρόκριση του έναντι συναδέλφου του. Εκτός όπου προκύπτει ότι στον τελευταίο ανατέθηκαν, λόγω ανεπάρκειας, περιορισμένα καθήκοντα. Μέτρο κρίσης της αξίας των υποψηφίων είναι η επάρκεια και η αποτελεσματικότητα με την οποίαν ασκούν τα καθήκοντα τους και όχι η φύση ή το είδος της εργασίας που εκτελούν κατ' εντολήν των ανωτέρων τους (βλ. Στεφάνου v. Δημοκρατίας
(1990)3(Δ) Α.Α.Δ. 3004, Γεωργιάδης v. A.H.K.
(1996)3 Α.Α.Δ. 249, Κούλη v. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 852). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις επηρεάζουν άμεσα την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, γιατί η ΕΔΥ, όπως ήδη επισημάνθηκε, είχε λάβει υπόψη και τη σύσταση του Διευθυντή εκλαμβάνοντας την ως συνάδουσα με τα στοιχεία των φακέλων. Ως αποτέλεσμα η προαγωγή των ΕΜ 1, 3, 4 και 5 (Μασώνου, Νεοφύτου, Ηροδότου και Κυριάκου), θα πρέπει να ακυρωθεί. Παραμένει προς εξέταση η προαγωγή του ΕΜ2 (Φραγκουλίδη) ο οποίος παρόλο που δεν είχε συστηθεί, προτιμήθηκε από την ΕΔΥ με βάση το πιο κάτω σκεπτικό, το οποίο καταγράφηκε στα πρακτικά της: «Επιλέγοντας τους Φραγκουλίδη Χαράλαμπο (α/α28) και Ηροδότου Θεοχάρη (α/α29) η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι αυτοί είναι ίσοι ή υπερέχουν σε αξία, με βάση το σύνολο των Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων, σημειώνοντας ότι ο Φραγκουλίδης έχει παρακολουθήσει και πρόγραμμα Εγκληματολογίας, το οποίο είναι σχετικό με τα καθήκοντα της θέσης. Σ' ότι αφορά την αρχαιότητα η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι οι επιλεγέντες υστερούν στη παρούσα τους θέση έναντι του . αυτοί όμως υστερούν σε αξία και δεν έχουν υπέρ τους τη σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή με εξαίρεση τους Χρυσάνθου Μάριο, Χατζηδημητρίου - Βαρνάβα Χλόη και Δημητρίου Μάριο, που τη διαθέτουν. Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι ο Μαρδαπίττας έχει παρακολουθήσει μαθήματα Ψυχολογίας, η Χατζηδημητρίου - Βαρνάβα και η Μελά Ειρήνη έχουν παρακολουθήσει μαθήματα ραπτικής και ο Ευθυμίου διαθέτει το Higher, τα οποία είναι υποβοηθητικά στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, οι επιλεγέντες, ωστόσο, υπερέχουν σε αξία, και, επιπλέον, έχουν υπέρ τους τη σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή, που αυτοί, με εξαίρεση τον Χρυσάνθου Μάριο, τη Χατζηδημητρίου - Βαρνάβα Χλόη και τον Δημητρίου Μάριο, δε διαθέτουν, και η οποία αυξάνει την αξία τους» (ο τονισμός είναι δικός μας). Ο αιτητής Α. Ευσταθίου στην προσφυγή αρ. 1415/2011, προβάλλει ότι υπήρξε εν προκειμένω ουσιώδης πλάνη περί τα πράγματα, διότι κατά τη συνεκτίμηση των διαφόρων κριτηρίων, η ΕΔΥ θεώρησε ότι ο Φραγκουλίδης διέθετε τη διευθυντική σύσταση, στηριζόμενη κατ' αυτό τον τρόπο σ' ένα ανύπαρκτο γεγονός κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου νόμου, του 1999 (Ν. 158
(1)/99) σύμφωνα με το οποίο: «Αν η διοίκηση, κατά την άσκηση της διακριτικής της εξουσίας, στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, ενεργεί με πλάνη περί τα πράγματα». Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση απαντά ότι δεν υπήρξε πλάνη επικαλούμενη την προτελευταία παράγραφο της επίδικης απόφασης στην οποίαν αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να υιοθετήσει τη σύσταση του Αναπληρωτή Διευθυντή υπέρ των Χρυσάνθου Μάριου, Χατζηδημητρίου - Βαρνάβα Χλόης και Δημητρίου Μάριου και αντ' αυτών επέλεξε τους Ρώσσο Όμηρο, Σταύρου Ανδρέα και Φραγκουλίδη Χαράλαμπο, οι οποίοι υπερέχουν σε αξία των συστηθέντων» Είναι γεγονός ότι με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί στα πρακτικά η σχετική αναφορά και ιδιαίτερα η χρήση της φράσης «οι επιλεγέντες ωστόσο, υπερέχουν σε αξία και έχουν υπέρ τους τη σύσταση», η οποία παραπέμπει ευθέως στους Φραγκουλίδη και Ηροδότου, τους οποίους αφορά το συγκεκριμένο απόσπασμα της επίδικης απόφασης, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να παρεισέφρησε πλάνη στο σκεπτικό της επίδικης απόφασης. Ιδιαίτερα κατά τη συγκριτική αντιπαραβολή των δεδομένων των υποψηφίων. Κάτω από αυτό το δεδομένο, το ενδεχόμενο να θεωρήθηκε στο συγκεκριμένο στάδιο της τελικής αξιολόγησης ότι ο Φραγκουλίδης πλεονεκτούσε έναντι κάποιων εκ των συνυποψηφίων του, λόγω κατοχής της σύστασης, την οποίαν στην πραγματικότητα δεν διέθετε και η ΕΔΥ να κατέληξε στην κρίση της με την εσφαλμένη αυτή αντίληψη, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εφόσον δε κατά τη νομολογία η πιθανολόγηση της ορθότητας ισχυρισμού περί εσφαλμένου πραγματικού βάθρου της προσβαλλόμενης πράξης αρκεί για να ακυρωθεί αυτή και να επανεξετασθεί το θέμα από το αρμόδιο διοικητικό όργανο (βλ. Κωνσταντίνου v. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων
(1992)3 Α.Α.Δ. 228, Ιακωβιδης v. ΕΔΥ
(1997)3 Α.Α.Δ. 28, Ιορδάνου v. ΕΔΥ
(1997)3 Α.Α.Δ. 250) θα πρέπει να ακυρωθεί και η προαγωγή του Χ. Φραγκουλίδη, λόγω πιθανής πραγματικής πλάνης κατά τις συγκριτικές διεργασίες της ΕΔΥ. Για τους πιο πάνω λόγους οι προσφυγές επιτυγχάνουν και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται με €850 συν ΦΠΑ έξοδα προς όφελος εκάστου των αιτητών. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο