ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ κ.α., Υπόθεση Αρ.583/2012, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:D542 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ.583/2012) 28 Ιουλίου, 2015 [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΣΤΕΛΙΟΥ, Αιτητής, KAI
- ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ,
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Καθ'ων η αίτηση. _ _ _ _ _ _ Π. Σιακαλλής, για τον Αιτητή. Κ. Σταυρινός, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Ξ. Ευγενίου για Α.Σ. Αγγελίδη, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Ο αιτητής αμφισβητεί το κύρος της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), ημερομηνίας 9.12.2011, με την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος Ανδρέας Παπαευσταθίου, προήχθη κατόπιν επανεξέτασης, στη μόνιμη θέση Ανώτερου Κτηνιατρικού Λειτουργού, Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, αναδρομικά από 15.5.
- Η διαδικασία πλήρωσης μιας κενής θέσης Ανώτερου Κτηνιατρικού Λειτουργού, Κτηνιατρικές Υπηρεσίες (στο εξής «η επίδικη θέση»), η οποία είναι θέση προαγωγής, τροχιοδρομήθηκε κατόπιν σχετικού διαβήματος του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (στο εξής «η ΕΔΥ») και είχε ως κατάληξη στις 30.4.2009, την προαγωγή του Αντώνη Μιχαηλίδη, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα. Η πιο πάνω προαγωγή του Α. Μιχαηλίδη προσεβλήθη από το εδώ ενδιαφερόμενο μέρος Α. Παπαευσταθίου και ακυρώθηκε, λόγω πάσχουσας σύστασης του Διευθυντή (βλ. Ανδρέας Παπαευσταθίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 810/2009, ημερομηνίας 12.5.2010). Διενεργήθηκε ακολούθως επανεξέταση με κατάληξη στις 7.7.2010 την εκ νέου προαγωγή του Α. Μιχαηλίδη, αναδρομικά από 15.5.
- Νέα προσφυγή του ενδιαφερόμενου μέρους, είχε και πάλι ακυρωτικό αποτέλεσμα, λόγω παράβασης του δεδικασμένου, πλάνης αναφορικά με την αρχαιότητα του Α. Μιχαηλίδη και ανεπαρκή αιτιολογία (βλ. Αντρέας Παπαευσταθίου v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1438/2010, ημερομηνίας 25.10.2011). Η νέα επανεξέταση έλαβε χώρα στις 9.12.2011, στην παρουσία της Γενικής Διευθύντριας, του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (στο εξής «η Διευθύντρια»). Αρχικά, η ΕΔΥ εξέτασε την απαίτηση της παραγράφου
(3)του Σχεδίου Υπηρεσίας της επίδικης θέσης, αναφορικά με το πλεονέκτημα της «Μεταπτυχιακής εκπαίδευσης ή ειδικής εκπαίδευσης διάρκειας ενός τουλάχιστον ακαδημαϊκού έτους σε θέματα της Κτηνιατρικής Επιστήμης», αποφασίζοντας ότι το κατείχαν οι διάδικοι και ένας ακόμα υποψήφιος και, στη συνέχεια, έλαβε τη σύσταση της Διευθύντριας, η οποία ανέφερε τα εξής: «Προκειμένου να προβώ σε σύσταση, έχω μελετήσει τους Προσωπικούς Φακέλους όλων των υποψηφίων, καθώς και τους Φακέλους των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων τους μέχρι τον ουσιώδη χρόνο. Έχω, επίσης, συζητήσει για τον καθένα εξ αυτών με τον αντίστοιχο προϊστάμενο. Όλοι οι υποψήφιοι κατείχαν τα προσόντα του Σχεδίου Υπηρεσίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχω, επίσης, μελετήσει τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Υπόθεση αρ. 1438/10, ημερομηνίας 25.10.11). Όσον αφορά το πλεονέκτημα που προβλέπεται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης, κρίνω ότι το κατέχουν οι υποψήφιοι Ιωάννου Μιχαλάκης, Παπαευσταθίου Ανδρέας και Στυλιανού Στέλιος. Οι υποψήφιοι Μιχαηλίδης Αντώνης, Αναστασίου Χριστάκης, Φυλακτού Ανδρέας και Παπαδόπουλος Ραμών δεν το κατέχουν, διότι δεν κατέχουν μεταπτυχιακή εκπαίδευση ή ειδική εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον ενός ακαδημαϊκού έτους σε θέματα της Κτηνιατρικής Επιστήμης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τη γενική εικόνα εκάστου των υποψηφίων, ως επίσης τα νομολογημένα κριτήρια στο σύνολό τους - αξία, προσόντα, αρχαιότητα - τις απαιτήσεις του Σχεδίου Υπηρεσίας της υπό πλήρωση θέσης, καθώς και την καταλληλότητα των υποψηφίων να αναλάβουν τα καθήκοντα και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτή, με βάση τον ουσιώδη χρόνο, συστήνω τον Παπαευσταθίου Ανδρέα. Συστήνοντας τον Παπαευσταθίου Ανδρέα, έλαβα υπόψη ότι αυτός, όσον αφορά την αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στα τελευταία, προ του ουσιώδους χρόνου, έτη, αλλά και σε βάθος χρόνου, είναι ίσος ή και υπερέχει, έστω και οριακά, των μη συστηνόμενων υποψηφίων, παρουσιάζοντας καθόλα εξαίρετη υπηρεσιακή εικόνα. Όσον αφορά την αρχαιότητα, ο Παπαευσταθίου υστερεί έναντι του Μιχαηλίδη Αντώνη, κατά δύο χρόνια και πέντε μήνες, όμως αυτός είναι ίσος σε αξία με τον συστηνόμενο και δεν διαθέτει το πλεονέκτημα. Επίσης, ο Παπαευσταθίου, όσον αφορά την αρχαιότητα, υστερεί και έναντι του Ιωάννου Μιχαλάκη. Όμως έλαβα υπόψη ότι η αρχαιότητα αυτή είναι οριακή, αφού ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης τους, και επιπλέον, ο Ιωάννου υστερεί, έστω και οριακά, σε αξία έναντι του συστηνόμενου, ενώ δεν υπερέχει σε προσόντα. Ως εκ τούτου, ο Παπαευσταθίου Ανδρέας κρίνεται καταλληλότερος για τη θέση». Κατά το τελικό στάδιο της επιλογής, η ΕΔΥ ασχολήθηκε, όπως σημείωσε, με την αξιολόγηση και σύγκριση των υποψηφίων με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς του ουσιώδους χρόνου και, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των καθιερωμένων κριτηρίων και τη σύσταση της Διευθύντριας, κατέληξε στην προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους, αιτιολογώντας την απόφασή της με το ακόλουθο σκεπτικό: «Η Επιτροπή, επιλέγοντας τον Παπαευσταθίου Ανδρέα, έλαβε υπόψη ότι αυτός, όσον αφορά την αξία, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις, με έμφαση σ' αυτές της τελευταίας προ του ουσιώδους χρόνου δεκαετίας, λόγω ισοπέδωσης που παρατηρείται στην τελευταία, επίσης προ του ουσιώδους χρόνου, πενταετία, είναι ίσος ή και υπερέχει των άλλων υποψηφίων που δεν επιλέγηκαν, παρουσιάζοντας καθόλα εξαίρετη υπηρεσιακή εικόνα, κατέχει το πλεονέκτημα που προβλέπεται από το Σχέδιο Υπηρεσίας, το οποίο κατέχουν και οι Ιωάννου Μιχαλάκης και Στυλιανού Στέλιος, και, επιπλέον, έχει υπέρ του τη σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, η οποία συνάδει με τα στοιχεία των Φακέλων. Τέλος, επιλέγοντας τον Παπαευσταθίου, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι αυτός υστερεί σε αρχαιότητα έναντι του Μιχαηλίδη Αντώνη κατά δύο χρόνια και πέντε μήνες στην παρούσα θέση και έναντι του Ιωάννου Μιχαλάκη με βάση την ημερομηνία γέννησης τους. Εντούτοις, η υπεροχή σε αρχαιότητα του Μιχαηλίδη, σύμφωνα και με το δεδικασμένο στην Προσφυγή αρ. 810/2009, "δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ειδική, ούτε και επαρκής, ώστε να παρακαμφθεί το πλεονέκτημα του αιτητή", ήτοι του Παπαευσταθίου, ενώ όσον αφορά την υπεροχή σε αρχαιότητα του Ιωάννου, ο οποίος, όπως και ο επιλεγείς διαθέτει το πλεονέκτημα, αυτή κρίνεται ως οριακή, αφού ανάγεται στην ημερομηνία γέννησης, ενώ, επιπρόσθετα, ο Ιωάννου υστερεί οριακά σε αξία. Δεδομένου ότι οι πιο πάνω δεν υπερέχουν ούτε σε προσόντα, ούτε σε αξία και, επιπλέον, δεν διαθέτουν τη σύσταση της Γενικής Διευθύντριας, ο επιλεγείς, κρίνεται καταλληλότερος για προαγωγή στην υπό πλήρωση θέση». Επιδιώκοντας την ακύρωση της πιο πάνω προαγωγής, ο αιτητής προβάλλει δύο λόγους ακυρότητας, ισχυριζόμενος ότι η αιτιολογία τόσο της σύστασης όσο και της απόφασης είναι ανεπαρκής και ότι υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα. Εγείρεται από πλευράς του ενδιαφερόμενου μέρους προδικαστική ένσταση έλλειψης έννομου συμφέροντος του αιτητή, επειδή δεν είχε αμφισβητήσει με προσφυγή τις δύο προηγούμενες αποφάσεις της ΕΔΥ για την προαγωγή του Α. Μιχαηλίδη στην επίδικη θέση, οι οποίες ακυρώθηκαν κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερόμενου μέρους της παρούσας υπόθεσης. Προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας του επικαλείται την απόφαση στη Στέλλα Αντωνίου - Χριστοφή v. Μαρία Αντωνίου κ.ά., Αναθ. Έφεση Αρ. 19/2010, ημερομηνίας 2.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:C236. H προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Όπως έχει νομολογηθεί, η δέσμευση που δημιουργείται από το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης ισχύει inter partes, δηλαδή μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Από την άλλη, η ακυρωτική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου ενεργεί έναντι πάντων (erga omnes) και καταργεί την πράξη που ακυρώνεται. Η απόφαση που λαμβάνεται ύστερα από επανεξέταση συνιστά νέα εκτελεστή πράξη που από μόνη της παράγει έννομα αποτελέσματα και συνεπώς υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (βλ. Kallouris v. Republic 1964 C.L.R. 313, 324 και Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου, Αι συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής πράξεως έναντι της Διοικήσεως, σελ. 174 - 175). Στην υπόθεση Ναζίρης v. Ρ.Ι.Κ
(2007)3 ΑΑΔ 38, ο αιτητής δεν είχε αμφισβητήσει με προσφυγή τη νομιμότητα των προηγούμενων δύο αποφάσεων του Ρ.Ι.Κ. για το διορισμό ενός άλλου υποψηφίου στη θέση του Ανώτερου Κάμεραμαν. Οι αποφάσεις αυτές είχαν όμως, προσβληθεί και ακυρώθηκαν διαδοχικά από άλλον υποψήφιο, ο οποίος τελικά επελέγη στην τρίτη επανεξέταση και εναντίον της τελευταίας αυτής προαγωγής, στρεφόταν με την προσφυγή του ο αιτητής. Τέθηκε ζήτημα έννομου συμφέροντος, όχι για την εν γένει νομιμοποίηση του αιτητή, αλλά ως προς τη δυνατότητά του να θέσει θέματα που αφορούσαν την αρχική διαδικασία. Η Πλήρης Ολομέλεια, ενώπιον της οποίας ήχθη η προσφυγή, οριοθέτησε το επίδικο ζήτημα στο κατά πόσο υποψήφιος που δεν προσέβαλε τη διοικητική απόφαση η οποία παρήχθη με την πρώτη εξέταση, διατηρεί τη δυνατότητα, όταν προσβάλει απόφαση η οποία λήφθηκε κατόπιν επανεξέτασης, να θέσει ζητήματα σε σχέση με πλημμέλειες οι οποίες προηγούνταν των λόγων για τους οποίους ακυρώθηκε η πρώτη απόφαση. Αποφάνθηκε δε ότι δεν επιτρέπεται η επανάληψη, ούτε η συμπερίληψη ζητημάτων τα οποία θα μπορούσαν να είχαν τεθεί προηγουμένως και ότι ο έλεγχος διοικητικής απόφασης, εκδοθείσας κατόπιν επανεξέτασης, διενεργείται πάντοτε μόνο με βάση τα όσα προκύπτουν από το ακυρωτικό αποτέλεσμα. Προκύπτει, επομένως, ότι υπάρχει κατ' αρχήν δυνατότητα προσβολής μιας διοικητικής απόφασης ληφθείσας κατόπιν επανεξέτασης από υποψήφιο που δεν είχε προσβάλει την αρχική απόφαση, υπό τον περιορισμό ως προς τα εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να αφορούν ζητήματα που έπονται των λόγων για τους οποίους ακυρώθηκε η πράξη. Η απόφαση στη Στέλλα Αντωνίου - Χριστοφή v. Μαρία Αντωνίου (πιο πάνω) διαφοροποιείται διότι σ' εκείνη την περίπτωση, κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε σιωπηρά αποδεχθεί το διορισμό της εφεσείουσας, εφόσον δεν είχε προσβάλει το διορισμό της κατά την πρώτη επανεξέταση. Δεν είχε, συνεπώς, τη δυνατότητα να αμφισβητήσει με προσφυγή τη νομιμότητα της δεύτερης επανεξέτασης όπου διορίστηκε το ίδιο πρόσωπο. Αντίθετα, στην παρούσα προσφυγή, ο αιτητής δεν είχε προσβάλει την αρχική απόφαση για την προαγωγή του Α. Μιχαηλίδη, ούτε και την απόφαση που προέκυψε μετά την πρώτη επανεξέταση για την επαναπροαγωγή του ίδιου υποψηφίου. Προσέβαλε την προαγωγή του Παπαευσταθίου, η οποία ήταν η κατάληξη της δεύτερης επανεξέτασης. Συνεπώς, δεν υπάρχει εδώ το στοιχείο της σιωπηρής αποδοχής της διοικητικής απόφασης ως προς την προαγωγή του Παπαευσταθίου. Οι λόγοι που προβάλλονται από τον αιτητή στη παρούσα προσφυγή άπτονται αφενός της αιτιολογίας της σύστασης και της ΕΔΥ και αφετέρου της ορθότητας της διαπίστωσης για την κατοχή του πλεονεκτήματος από το Ενδιαφερόμενο Μέρος. Το πρώτο ζήτημα προκύπτει άμεσα από το ακυρωτικό αποτέλεσμα και ως τέτοιο εγείρεται παραδεκτώς και μετ' εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτητή, στην παρούσα προσφυγή. Όμως το ζήτημα της κατοχής του πλεονεκτήματος από το ενδιαφερόμενο μέρος, έχει ήδη καλυφθεί με την ακυρωτική απόφαση στην Προσφυγή αρ. 1438/2010 και την επανεξέταση και αποτελεί ζήτημα που προηγείται των λόγων για τους οποίους ακυρώθηκε η πρώτη και η δεύτερη διοικητική απόφαση. Επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα εξέτασης του σε αυτό το στάδιο. Παραμένει προς εξέταση το θέμα της επάρκειας της αιτιολογίας της διευθυντικής σύστασης και κατ' επέκταση της επίδικης απόφασης. Είναι η θέση του αιτητή ότι τόσο η σύσταση της Διευθύντριας όσο και η τελική κρίση της ΕΔΥ πάσχουν λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας. Επικαλούμενος το περιεχόμενο της σύστασης, ο αιτητής τονίζει ότι η Διευθύντρια, ενώ αναφέρθηκε στους λόγους της υπεροχής του συστηνόμενου έναντι δύο άλλων υποψηφίων δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αναφερθεί στο λόγο της προτίμησης του ενδιαφερόμενου μέρους αντί αυτού, παρόλο που και ο ίδιος κατείχε το πλεονέκτημα. Ο αιτητής δεν παραλείπει να σημειώσει ότι το μόνο διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ αυτού και του ενδιαφερόμενου μέρους ήταν η ηλικιακή αρχαιότητα, την οποίαν όμως, ούτε η Διευθύντρια ούτε και η ΕΔΥ υπέδειξαν ως το καθοριστικό παράγοντα της επιλογής του συστηνόμενου αντί του αιτητή. Το ίδιο κενό αιτιολογίας, παρεισέφρησε και στην απόφαση της ΕΔΥ, η οποία ουσιαστικά υιοθέτησε και επανέλαβε τη σύσταση της Διευθύντριας, χωρίς να προχωρήσει σε δική της κρίση επί του θέματος. Οι καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι με δεδομένη την κατοχή του πλεονεκτήματος από αμφότερους τους διαδίκους, δεν ήταν αναγκαία η καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους. Η παροχή ειδικής αιτιολογίας θα ήταν απαραίτητη μόνο σε περίπτωση που επιλεγόταν υποψήφιος ο οποίος δεν κατείχε το πλεονέκτημα. Η συγκριτική αναφορά σε άλλους δύο υποψηφίους, λέγουν οι καθ' ων η αίτηση, ήταν αναγκαία επειδή, σε αντίθεση με τον αιτητή, οι συγκεκριμένοι υποψήφιοι υπερείχαν του ενδιαφερόμενου μέρους σε αρχαιότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία των φακέλων, οι διάδικοι είναι απόλυτα ισοδύναμοι στην βαθμολογημένη αξία έχοντας αξιολογηθεί με «Εξαίρετα» σε όλα τα στοιχεία των υπηρεσιακών εκθέσεων της περιόδου 1999 - 2008. Κατέχουν και οι 2 το πλεονέκτημα του Σχεδίου Υπηρεσίας και έχουν την ίδια αρχαιότητα αναφορικά με την ημερομηνία του πρώτου διορισμού τους στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, (Κτηνιατρικός Λειτουργός), καθώς και στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης, θέση, η οποία είναι ιδιαίτερης σημασίας για σκοπούς στάθμισης (Κτηνιατρικός Λειτουργός Α΄). Επομένως, η αρχαιότητά τους καθορίζεται σύμφωνα με την ηλικία γέννησης τους, βάση της οποίας προηγείται το ενδιαφερόμενο μέρος το οποίο γεννήθηκε στις 2.10.1951, ενώ η αντίστοιχη ημερομηνία για τον αιτητή είναι η 7.6.1953. Βέβαια, όπως έχει νομολογηθεί, η αρχαιότητα τέτοιας φύσεως είναι συμβολική και όχι ουσιαστική και δύσκολα λαμβάνεται αποφασιστικά υπόψη (βλ. Κατσελλή v. Δημοκρατίας
(2007)3 ΑΑΔ 585, Αρχή Λιμένων Κύπρου v. Μακρίδου
(2011)3 (Α) ΑΑΔ 51). Το πιο πάνω νομολογιακό αξίωμα αναγνωρίστηκε και από τη Διευθύντρια στη σύσταση της κατά τη σύγκριση του ενδιαφερόμενου μέρους με κάποιον άλλο υποψήφιο (Μ. Ιωάννου) σε σχέση με τον οποίον ο συστηνόμενος υστερούσε σε αρχαιότητα αναγόμενη στην ηλικία γέννησής τους. Σε σχέση με τον αιτητή, η υπέρ του ενδιαφερομένου μέρους διαφορά στην ηλικιακή αρχαιότητα δεν προβλήθηκε από τη Διευθύντρια και την ΕΔΥ ως ο λόγος της επιλογής και ορθά, εφόσον κάτι τέτοιο θα προσέκρουε, υπό τις περιστάσεις, στην αρχή του ενιαίου μέτρου κρίσης των υποψηφίων (βλ. Χατζηγιάννη και άλλοι v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 317), δεδομένου ότι, όπως ήδη επισημάνθηκε, τόσο η Διευθύντρια όσο και η ΕΔΥ, συγκρίνοντας το ενδιαφερόμενο μέρος με άλλον υποψήφιο που υπερείχε ηλικιακά, θεώρησαν το συγκεκριμένο κριτήριο ως οριακής σημασίας. Κατά τα άλλα, η σύσταση δεν ικανοποιεί την απαίτηση του Νόμου και της νομολογίας, σε ότι αφορά την αιτιολογία της. Στη Μοδίτης v. Δημοκρατίας
(2002)3 ΑΑΔ 695, διαχρονική αυθεντία επί του θέματος της νομιμότητας της σύστασης, η Πλήρης Ολομέλεια υπέδειξε μεταξύ άλλων (σελ. 719 - 721) ότι: «η σύσταση του προϊσταμένου εκδήλως δεν μπορεί να προσθέτει ή να αφαιρεί από την υπηρεσιακή εικόνα των υπαλλήλων. Δεν είναι πηγή τέτοιας πληροφόρησης και δεν συναρτάται προς την αξία, ως του ενός από τα κριτήρια που προβλέπει ο Νόμος. Η σύσταση, στην οποία αναφέρεται ο Νόμος εμπεριέχει μόνο τη συμβουλή ή γνώμη του προϊσταμένου ως προς τον κατάλληλο για προαγωγή στη βάση του συνόλου των κριτηρίων, με δοσμένη την υπηρεσιακή τους εικόνα, όπως την αποτυπώνουν οι φάκελοι. Ο προϊστάμενος του τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση γνωρίζει στην πράξη τις ανάγκες εκείνης της θέσης και εξ' αυτού προκύπτει και ο ρόλος του. Να επισημάνει τι από τα δεδομένα, δηλαδή από τις ιδιότητες και τις ικανότητες που καταφαίνεται ότι έχει ένας υπάλληλος, ταιριάζει καλύτερα σε αυτές τις ανάγκες ώστε αυτός να αναδεικνύεται ως ο καταλληλότερος................................... Όσα εξειδικεύει ως ικανότητες και ιδιότητες των συστηθέντων, αναμφιβόλως είναι σχετικά και θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει τους λόγους της επιλογής που έκαμε. Εννοείται όμως πως τα αναφέρει συγκριτικά, Δεν μπορεί να του αποδοθεί πως προτείνει ορισμένους για προαγωγή για συγκεκριμένους λόγους όταν θεωρεί πως οι ίδιοι οι λόγοι συντρέχουν και για εκείνους που δεν συστήνει. Κατ' ανάγκη όσα εξειδικεύει μεταφέρουν το μήνυμα της υπεροχής εκείνων που συστήνονται στους αντίστοιχους τομείς». Στην παρούσα περίπτωση και με βάση τα υπηρεσιακά δεδομένα που αναλύθηκαν πιο πάνω, δεν προκύπτει από το κείμενο της σύστασης, ο λόγος της επιλογής του ενδιαφερόμενου αντί του αιτητή. Είναι προφανές ότι η κρίση της Διευθύντριας ότι το ενδιαφερόμενο μέρος είναι καταλληλότερος του αιτητή, δεν έχει αρκούντως αιτιολογηθεί. Η αναφορά της ότι ο συστηνόμενος είναι ίσος ή και υπερέχει έστω και οριακά των μη συστηνόμενων υποψηφίων, «παρουσιάζοντας καθόλα εξαίρετη υπηρεσιακή εικόνα», ως μέρος της αιτιολογίας της, βρίσκεται σε αντίθεση με το πλαίσιο που τέθηκε στην Μοδίτης. Δοθέντος ότι και ο αιτητής είχε καθόλα εξαίρετη υπηρεσιακή εικόνα, θα έπρεπε να γίνει κάποια σύγκριση μεταξύ των δύο υποψηφίων (βλ. Παπαντωνίου v. Ρ.Ι.Κ.
(2012)3 ΑΑΔ 305), για να διαφανεί τι ακριβώς προσμέτρησε υπέρ του ενός ή του άλλου και πώς σταθμίστηκαν τα διάφορα κριτήρια που οδήγησαν στην κρίση ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ήταν καταλληλότερος του αιτητή για την επίδικη θέση. Ο τρόπος διατύπωσης της σύστασης δεν καθιστά ελεγκτή την υπεροχή που αποδίδεται στο συστηνόμενο έναντι του κατά τα άλλα ίσου, αιτητή (βλ. Δημοκρατία v. Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2002)3 ΑΑΔ 200, Λεοντίου v. Δημοκρατίας
(2002)4(Α) ΑΑΔ 450). Η επιλογή του ενδιαφερόμενου μέρους δεν αιτιολογείται πειστικά. Στη Χρυσάνθου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2003)3 ΑΑΔ 494 υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων (στη σελ. 501) και τα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι η σύσταση του Διευθυντή παραβιάζει τις καθοδηγητικές γραμμές που καθορίστηκαν στην απόφαση Μοδίτης v. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Δεν επισημαίνεται στο κείμενο της σύστασης κάποιο συγκεκριμένο κριτήριο ή ένα συγκεκριμένο στοιχείο στη σταδιοδρομία των προαχθέντων που θα δικαιολογούσε πειστικά την επιλογή. ............................... Η έμφαση στα συγκεκριμένα αξιολογικά σημεία που έδωσε ο Διευθυντής δεν καθιστά ορατή και ελεγχόμενη την υπεροχή που αποδίδεται στους συστηθέντες. Η σύσταση δεν ξεφεύγει από τα ήδη αξιολογημένα και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να είναι έγκυρη». Τα κενά που επισημάνθηκαν στη σύσταση και δοθέντος ότι στην απόφαση της ΕΔΥ που την υιοθέτησε, δεν έχουν καταγραφεί άλλοι λόγοι για την προτίμηση του ενδιαφερόμενου μέρους ή για την μη προτίμηση του αιτητή, σφραγίζουν τη μοίρα της παρούσας προσφυγής η οποία επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.300 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ του αιτητή. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Κ. Σταματίου, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο