← Κύπρος

MARLENE P. BARUELO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΩΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1

MARLENE P. BARUELO ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΩΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1877/2012, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:D865 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1877/2012) 22 Δεκεμβρίου 2015 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ MARLENE P. BARUELO, Αιτήτρια - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΩΝ

  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΩΤΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ,
  2. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ, Φ/ΔΙ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΣ,
  3. ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ, Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------------------- Χρ. Χριστούδιας, για την Αιτήτρια. Τ. Ιακωβίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η αιτήτρια επιδιώκει από το Δικαστήριο αριθμό δηλώσεων αναφορικά με διάφορες ενέργειες των καθ΄ ων που απέληξαν στην απόρριψη της αίτησης που η ίδια υπέβαλε στις 23.5.2008 για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος προσώπου. Η ουσία όλων αυτών των δηλώσεων έγκειται στο λανθασμένο της απόφασης των καθ΄ ων να απορρίψουν την αίτηση λόγω παράνομης συγκρότησης και σύνθεσης της Επιτροπής Ελέγχου Μεταναστεύσεως και τη μεταγενέστερη απόφαση που λήφθηκε στη βάση της εισήγησης της Επιτροπής. Η αιτήτρια θεωρεί ότι κάθε προπαρασκευαστικό στάδιο έπασχε από έλλειψη νομιμότητας, όπως έπασχε και η τελική απόφαση της αρμοδίας αρχής. Η αιτήτρια γεννήθηκε στις Φιλιππίνες το 1971 και αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 3.8.
  4. Έκτοτε παρέμεινε στη Δημοκρατία με ανανέωση των αδειών παραμονής της με την τελευταία άδεια να είχε δοθεί ώστε να καλύπτει την περίοδο 30.8.2007-30.8.
  5. Στις 23.5.2008, πριν τη λήξη δηλαδή της άδειας, η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος, η οποία εξετάστηκε από την Επιτροπή Ελέγχου Μεταναστεύσεως και απερρίφθη λόγω παράνομης διαμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία από 30.7.2006 μέχρι 14.3.2007, καθώς και από τις 30.8.2007 μέχρι τις 13.9.
  6. Αυτές οι περίοδοι ενέπιπταν εντός των τελευταίων πέντε ετών πριν την υποβολή της αίτησης. Οι άλλοι λόγοι απόρριψης αφορούσαν στο ότι η παραμονή της αιτήτριας στη Δημοκρατία ήταν προσωρινή και χρονικά περιορισμένη και ότι η αιτήτρια δεν είχε επαρκείς εισοδηματικούς πόρους. Η αιτήτρια καταχώρησε εναντίον της πιο πάνω απόφασης την προσφυγή υπ΄ αρ. 643/2009, αλλά με εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα, η Επιτροπή Ελέγχου Μεταναστεύσεως ανακάλεσε την απόφαση της στη συνεδρία της ημερ. 30.8.2012, με αποτέλεσμα την επανεξέταση της περίπτωσης. Η αίτηση όμως απορρίφθηκε και πάλι για τους ίδιους ακριβώς λόγους που απορρίφθηκε και την πρώτη φορά. Ως αποτέλεσμα καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μετά την ανταλλαγή των γραπτών αγορεύσεων και πριν την καταχώρηση της απαντητικής αγόρευσης, η αιτήτρια με άδεια του Δικαστηρίου και χωρίς ένσταση από την πλευρά των καθ΄ ων, προσήγαγε προφορική μαρτυρία από την κα Ειρήνη Χριστοδούλου, δικηγόρο, η οποία κατέθεσε ότι η αλλοδαπή αιτήτρια εργαζόταν στους γονείς της ως οικιακή βοηθός από το 2000 και μετέπειτα, αρχικά βοηθώντας τη μητέρα της, μετά το θάνατο της οποίας παρέμεινε στην οικογένεια ως οικιακή βοηθός της γιαγιάς και του παππού της. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι όλες τις ανανεώσεις των αδειών παραμονής της αιτήτριας τις προωθούσε η ίδια ως δικηγόρος, συμπεριλαμβανομένων και των περιόδων 30.7.2006 έως 14.3.2007 και 30.8.2007 μέχρι 13.9.
  7. Η μάρτυρας προώθησε τη θέση ότι για την πρώτη περίοδο υπεβλήθη η αίτηση εντός του χρονικού περιθωρίου ενός μηνός πριν τη λήξη της άδειας παραμονής, αλλά στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, όταν πήγε με την αλλοδαπή, δεν δέχθηκαν την αίτηση διότι θεώρησαν η αιτήτρια ότι δεν δικαιούτο να υποβάλει αίτηση εφόσον είχαν περάσει τα τέσσερα έτη παραμονής στη Δημοκρατία. Μετά την εξέλιξη αυτή υπεβλήθη αίτηση για διαμονή ως επί μακρόν διαμένουσα στη βάση επιστολής διότι τότε δεν υπήρχαν συγκεκριμένα έντυπα. Όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, η αίτηση έγινε αποδεκτή από το αρμόδιο Τμήμα, αλλά άργησε η έκδοση της άδειας λόγω, όπως της είχε αναφερθεί, του ότι αφενός είχε απωλεσθεί ο φάκελος της αιτήτριας και αφετέρου μεσολαβούσαν θερινές διακοπές. Τόσο στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως και σε όλες τις άλλες, κατεβλήθησαν τα ανάλογα δικαιώματα καταχώρησης της αίτησης. Ουδέποτε η αιτήτρια δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα στη Δημοκρατία ή με την οικογένεια της, ήταν τακτοποιημένες πάντοτε οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενώ είχαν γίνει και διάφορα διαβήματα προφορικά και εγγράφως μετά την άρνηση παραλαβής της αίτησης που αφορούσε την πρώτη περίοδο. Λόγω όμως του χρόνου που έχει διαρρεύσει, δεν διατηρούσε αντίγραφο στα αρχεία της. Ο συνήγορος της αιτήτριας εστίασε στη θέση ως προς την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, στην παράνομη συγκρότηση ή σύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου Μεταναστεύσεως, λόγω του ότι της Επιτροπής αυτής προήδρευσε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, Ανδρέας Ασσιώτης, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, έπρεπε να προεδρεύει ο Πρώτος Διοικητικός Λειτουργός του Υπουργείου Εσωτερικών. Πρόσθετα, η Επιτροπή αναρμόδια εξέτασε την αίτηση της αιτήτριας για παραχώρηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος διότι έπρεπε να είχαν τροποποιηθεί οι σχετικοί Κανονισμοί ώστε να δίνουν δικαίωμα στην Επιτροπή πέραν της εξέτασης αιτήσεων για άδειες μετανάστευσης, να εξετάζει και αιτήσεις για την παραχώρηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος. Περαιτέρω, η αιτήτρια αμφισβητεί ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία για τις περιόδους που η προσβαλλόμενη πράξη αναφέρει και ενδεικτικό αυτού είναι ότι οι καθ΄ ων ουδέποτε κήρυξαν την αιτήτρια ως απαγορευμένη μετανάστη, θεωρώντας ότι παρέμενε στη Δημοκρατία παράνομα. Η μαρτυρία άλλωστε που δόθηκε ήταν σαφής στο ότι έγκαιρα είχαν γίνει οι προσπάθειες για την ανανέωση των αδειών παραμονής για τις συγκεκριμένες περιόδους χρόνου και δεν είναι δυνατόν για τους καθ΄ ων εκ των υστέρων να θεωρούν την αιτήτρια ως παρανόμως διαμένουσα στη Δημοκρατία. Ούτε και η διαμονή της ήταν επί προσωρινής βάσεως, αλλά ούτε και η Επιτροπή ενδιέτριψε με αιτιολογημένη απόφαση στους οικονομικούς πόρους της αιτήτριας, αρκούμενη σε γενικόλογη αναφορά επί του θέματος και απόρριψη της αίτησης. Η αντίθετη θέση των καθ΄ ων, είναι ότι όλη η διαδικασία που έγινε από τις αρμόδιες αρχές ήταν ορθή και νόμιμη, κάθε δε γεγονός και δεδομένο τέθηκε ενώπιον της Επιτροπής και της Διευθύντριας και η απόφαση απόρριψης του αιτήματος για διαμονή επί μακρόν, ήταν πλήρως αιτιολογημένη. Η συγκρότηση και η σύνθεση της Επιτροπής έγινε στη βάση των αρμοδίων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων, ενώ θα πρέπει να συνυπολογισθεί κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης και η ευρεία διακριτική ευχέρεια της πολιτείας να αποδέχεται ή όχι αλλοδαπούς στο έδαφος της, εξουσία που ανάγεται στα κυριαρχικά δικαιώματα της Δημοκρατίας. Ο μόνος περιορισμός που τίθεται σ΄ αυτού του είδους τις υποθέσεις είναι η αίτηση να εξετάζεται καλόπιστα, όπως έγινε στην υπό κρίση περίπτωση. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση διαπιστώνει τα εξής: Ως προς τη συγκρότηση και σύνθεση της Επιτροπής Ελέγχου Μετανάστευσης, αλλά και την αναρμοδιότητα της κατά την εισήγηση να εξετάσει την αίτηση για επί μακρόν διαμονή, είναι αρκετό να παρατεθούν τα ακόλουθα από την απόφαση Noreen Nuique v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1648/2008, ημερ. 25.5.2010, αυτού του Δικαστηρίου, όπου απασχόλησαν παρόμοια ζητήματα: «Το πρώτο σημείο που εγείρει η αιτήτρια προς ακύρωση της πράξης είναι ότι η Επιτροπή Ελέγχου Μετανάστευσης αναρμόδια αποφάσισε και απέρριψε την αίτηση, διότι με βάση τον Καν. 4 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/72), η Επιτροπή έχει δικαίωμα να εξετάζει μόνο τις καθορισμένες εκεί έξι κατηγορίες μεταναστών και όχι να αποφασίζει αιτήσεις για επί μακρόν διαμένοντες. Συναφές με αυτό το επιχείρημα είναι ότι στην απόφαση της Επιτροπής, καθ΄ υπέρβαση και κατά νόσφιση εξουσίας, ενεπλάκη και ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος ούτε πρόεδρος, ούτε μέλος ήταν της Επιτροπής. Η «Επιτροπή Ελέγχου Μετανάστευσης», απαρτιζόμενη αρχικά από τρία τουλάχιστο άτομα, εγκαθιδρύθηκε με τον Καν. 4

(1)των Κανονισμών, με πρόεδρο οριζόμενο από το Υπουργικό Συμβούλιο και με εξουσίες όπως χορηγεί άδεια μετανάστευσης εάν ο αιτητής εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες Α-ΣΤ, όπως καθορίζονται στον Καν. 5. Όπως αποφασίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 18.5.1994, σύμφωνα με το Παράρτημα Α στην αγόρευση των καθ΄ ων, εγκαθιδρύθηκε νέα, τετραμελής αυτή τη φορά Επιτροπή, απαρτιζόμενη από ένα Πρώτο Διοικητικό Λειτουργό στο Υπουργείο Εσωτερικών ως πρόεδρο και από ένα Ανώτερο Λειτουργό αντίστοιχα στα Υπουργεία Εξωτερικών, Εμπορίου και Βιομηχανίας και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεως, ως μέλη. Περαιτέρω, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 31.5.95, τροποποιήθηκε η σύνθεση της Επιτροπής με την αντικατάσταση του Πρώτου Διοικητικού Λειτουργού, ως προέδρου, με τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών. Προς την Επιτροπή αυτή διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου 18Ι
(3), οι αιτήσεις προς απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος οι οποίες κατά το άρθρο 18Ι
(1), υποβάλλονται προς το Διευθυντή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Κάπως παράδοξα, από πλευράς αρίθμησης και ταξινόμησης, το άρθρο 18Η
(1)καθορίζει ότι είναι η Επιτροπή που εξετάζει και αποφασίζει να παραχωρήσει το πιο πάνω καθεστώς. Έπεται ότι η Επιτροπή, εκτός των αιτήσεων που επιλαμβάνεται για τον έλεγχο και ρύθμιση της μετανάστευσης αλλοδαπών στη Δημοκρατία, δυνάμει του Καν. 4
(1), επιφορτίστηκε με εξουσία εξέτασης και απόφασης και επί αιτήσεων για την παραχώρηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος. Είναι επομένως ο ίδιος ο τροποποιητικός Νόμος που ενέδυσε την Επιτροπή με την πρόσθετη αυτή εξουσία και δεν χρειαζόταν προς περαιτέρω νομιμοποίηση της αρμοδιότητας της και τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών. Ορθά δε προνοήθηκε στο άρθρο 18ΣΤ και παραπομπή στην Επιτροπή που προβλέφθηκε στον Καν. 4, για τους σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 18Ζ-18ΚΗ, που δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου αρ. 8(Ι)/07, ενσωμάτωσαν τη σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία στο εθνικό δίκαιο. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε και απορρίφθηκε στη Lucy D?Souza v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1410/08, ημερ. 19.6.09, (Ηλιάδης, Δ.). Το σχετικό επιχείρημα συνεπώς δεν ευσταθεί, πέραν βέβαια της γενικότερης εφαρμογής του δόγματος της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, εφόσον η αιτήτρια δεν είναι δυνατόν να καταφέρεται εναντίον της αρμοδιότητας της Επιτροπής, προς την οποία η ίδια αποτάθηκε μέσω του Διευθυντή, απλώς και μόνο επειδή δεν έτυχε έγκρισης. Να σημειωθεί εδώ, πρόσθετα, ότι ουδόλως ευσταθεί η θέση ότι η σύνθεση έπασχε διότι σ΄ αυτή προήδρευε ο Γενικός Διευθυντής, Λάζαρος Σαββίδης, αντί του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή που καθόρισε η σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Εκτός του ότι η θέση αυτή δεν καταγράφεται καν στους νομικούς λόγους ακύρωσης στην αίτηση, προβλήθηκε δε παράτυπα εκ των υστέρων και μόνο στην απαντητική αγόρευση της αιτήριας, είναι φανερό ότι το μείζον περιλαμβάνει το έλασσον.» Ακριβώς τα ίδια ισχύουν και εδώ. Με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπ΄ αρ. 42.463 ημερ. 31.5.1995, που η ίδια η αιτήτρια επισυνάπτει στην απαντητική της αγόρευση, αντικαταστάθηκε ο Πρώτος Διοικητικός Λειτουργός που είχε οριστεί με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 18.5.1994, ως Πρόεδρος της Επιτροπής, με τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ως Πρόεδρο. Ουδέν πρόβλημα διαπιστώνεται λοιπόν εκ του γεγονότος ότι ο Ανδρέας Ασσιώτης προήδρευσε της Επιτροπής στις 30.8.2012 υπό την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών. Δεν υπάρχει στην οργανική δομή του Υπουργείου Εσωτερικών, θέση Αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή, (δέστε την Επίσημη Ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών) και προφανώς όταν το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε ως ανωτέρω στις 31.5.1995, δεν υπήρχε Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής. Και εν πάση περιπτώσει το μείζον περιέχει το έλλασσον και όταν υπάρχει καθαυτό Γενικός Διευθυντής, δεν υπάρχει Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής. Ως προς το συναφές σημείο ότι η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης λανθασμένα ήταν παρούσα στη συνεδρία ημερ. 30.8.2012, με αποτέλεσμα η σύνθεση να πάσχει, αυτό είναι ανεδαφικό δεδομένου ότι η Διευθύντρια, ως αναφέρεται στο πρακτικό, αποχώρησε από τη συνεδρία πριν τη λήψη της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(2)του Νόμου αρ. 158(Ι)/99, δεν συνιστά κακή σύνθεση του συλλογικού οργάνου η παρουσία στη συνεδρία αρμοδίων υπηρεσιακών και άλλων προσώπων για την παροχή κατατοπιστικών πληροφοριών ή την προσαγωγή στοιχείων, με την προϋπόθεση ότι αυτά αποχωρούν πριν τη διαβούλευση για λήψη της απόφασης. Ακριβώς όπως έγινε εδώ. Η προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής ημερ. 11.2.2009, ακριβώς ανακλήθηκε μετά από εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας διότι η Διευθύντρια δεν φαινόταν να είχε αποχωρήσει τότε από τη συνεδρία πριν τη λήψη της απόφασης. Επομένως, δεν διαπιστώνεται τώρα οποιοδήποτε πρόβλημα. Ως προς το ζήτημα του περιορισμού της χρονικής διάρκειας των αδειών παραμονής, μεταφέρεται εδώ έτερο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στη Nuique, που πραγματεύεται το ίδιο θέμα: «Απορριπτέος είναι και ο έτερος ισχυρισμός της αιτήτριας σε σχέση με το περιορισμένο της χρονικής διάρκειας των αδειών νόμιμης παραμονής της με το σκεπτικό ότι λανθασμένα προστέθηκε τέτοια φρασεολογία στον Κυπριακό Νόμο, εφόσον δεν απαντάται στην αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Οδηγία, κατά παράβαση τόσο της Οδηγίας, όσο και των πορισμάτων της συνόδου Εμπειρογνωμόνων που συνεδρίασε στις Βρυξέλλες τον Ιούλιο του 2005, όπου διατυπώθηκε η θέση ότι δεν απαιτείται καν, για την εφαρμογή της Οδηγίας, η έκδοση αδειών διαμονής με την προϋπόθεση ότι υπάρχει νόμιμη παραμονή στη χώρα, ο δε επίσημος χρονικός περιορισμός σε άδεια πρέπει να εφαρμόζεται με στενή ερμηνευτική διάθεση και να συνάδει με τα περιλαμβανόμενα στην ίδια την Οδηγία παραδείγματα. Σχετική παρόμοια επιχειρηματολογία εξετάστηκε και αποφασίστηκε από την πλειοψηφία της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Motilla v. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 29, δεσμευτική βεβαίως για το παρόν Δικαστήριο, από τον ίδιο μάλιστα δικηγόρο και απαραδέκτως είναι που επαναφέρθηκε προς συζήτηση το θέμα. Η πλειοψηφία αποφάσισε ότι όπου η άδεια παραμονής είχε «επίσημα περιοριστεί», συμφώνως των προνοιών της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2003/109/ΕΚ, τότε αναμφιβόλως ο αιτητής δεν έχει νόμιμη ή λογική προσδοκία «εδραίωσης» στη χώρα για σκοπούς απόκτησης του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος. Και αυτό, στα πλαίσια της γενικότερης δυνατότητας που αναγνωρίζεται στα κράτη-μέλη να ρυθμίζουν, στα πλαίσια της μεταναστευτικής τους πολιτικής, τη δυνατότητα σε άτομα ορισμένης κατηγορίας να έχουν τέτοια προσδοκία. Στα πιο πάνω πλαίσια, λοιπόν, νόμιμα οι αρμόδιες αρχές περιόρισαν τη χρονική διάρκεια της άδειας παραμονής της αιτήτριας στην έννοια του άρθρου 18Ζ
(2)(γ) του Νόμου, με την ένδειξη «άδεια προσωρινής διαμονής» από το 2002, όταν το πρώτον εισήλθε στη Δημοκρατία, μέχρι το 2007 όταν της εδόθη παράταση (ερ. 135 του διοικητικού φακέλου, Τεκμ. «Α»), μέχρι τις 13.2.2007, με την ένδειξη «Final-Not Renewable», οι δε περαιτέρω ανανεώσεις μέχρι 30.12.2007 (ερ. 176), μέχρι 23.2.2009 (ερ. 311) και 18.2.2010 (ερ. 361), επίσης ήταν όλες με την ίδια ένδειξη της τελικής-μη ανανεώσιμης άδειας. Περαιτέρω, η ιδιότητα της αιτήτριας και η εργασία της ως βοηθού κουζίνας έστω με τον ίδιο εργοδότη καθ΄ όλη τη χρονική περίοδο παραμονής της, περιείχε ως εκ της φύσης της προσωρινότητα από έτος εις έτος, ή, αναλόγως της χρονικής κατά καιρούς περιόδου που οι αρμόδιες αρχές ανανέωναν τις άδειες παραμονής, μέσα στα πλαίσια του λεκτικού του πιο πάνω άρθρου που επιτρέπει τον χρονικό περιορισμό της άδειας, κατ΄ επίσημο, πάντοτε τρόπο.» Διαπιστώνεται όμως πρόβλημα με τη νομιμότητα της συγκεκριμένης προσβαλλόμενης πράξης ως προς τα εξής: Κατά πρώτο λόγο δεν μπορεί βάσιμα να συζητείται θέμα παράνομης διαμονής της αιτήτριας στη Δημοκρατία. Οι περίοδοι 30.7.2006-14.32007 και 30.8.2007-13.9.2207, θεωρήθηκαν ως περίοδοι παράνομης διαμονής χωρίς δέουσα έρευνα και πλάνη ως προς τα γεγονότα. Αυτό διότι διαπιστώνεται από την έκθεση γεγονότων του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, άνευ ημερομηνίας, (Παράρτημα 19 στην ένσταση), ότι η αιτήτρια κατείχε νόμιμα άδεια παραμονής μέχρι 30.7.
  1. Νέα αίτηση για παράταση έγινε δεκτή στις 14.3.
  2. Αναφέρονται στην έκθεση τα ερυθρά 113 και 141 ως σχετικά. Τα ερυθρά 141-139 είναι οι αποδείξεις είσπραξης των αναγκαίων τελών, συνολικά ΛΚ120, για την αίτηση ανανέωσης της άδειας παραμονής ημερ. 14.3.2007, που είναι τα ερυθρά 138-136, με τα συνημμένα αιτιολογικά. Η αίτηση συνεπώς έγινε δεκτή και εκδόθηκε στις 20.3.2007, (ερυθρό 142), άδεια μέχρι 30.8.
  3. Δεν νοείται επομένως μετά την παρέλευση τόσων ετών μεταξύ 2007 και 2012, όταν λήφθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, να θεωρείται εκ των υστέρων η αιτήτρια ως παρανόμως διαμένουσα κατά το διάστημα 30.7.2006-14.3.
  4. Αφενός μεν η περίοδος αυτή νομιμοποιήθηκε με την έκδοση νέας άδειας παραμονής, η οποία να σημειωθεί δεν έφερε επ΄ αυτής οποιαδήποτε ένδειξη ότι η προηγουμένως αναφερθείσα περίοδος παρέμενε ακάλυπτη από νομιμότητα. Ούτε και απεστάλη στην αιτήτρια οποιαδήποτε επιστολή που να της γνωστοποιούσε το γεγονός ότι παρά την ανανέωση της άδειας αυτής για άλλους σκοπούς, όπως απόκτησης του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος, ή, για πολιτογράφηση, θα θεωρείτο ότι διέμενε στη Δημοκρατία χωρίς άδεια. Ισχύουν εδώ τα όσα αναφέρθηκαν στη Nuique - ανωτέρω - τα οποία υιοθετούνται: «Όσον αφορά τέλος το παράνομο της διαμονής της αιτήτριας για τις περιόδους 10.6.03-17.6.03, 30.11.03-1.3.04, 30.11.04-11.1.05 και 30.11.05-15.2.06, οι οποίες και εμπίπτουν στην προηγουμένως της υποβολής της αίτησης πενταετή περίοδο, η οποία πρέπει, συμφώνως του άρθρου 18Η
(1), να είναι νόμιμη και αδιάλειπτη, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί ότι οι περίοδοι αυτές διέκοπταν το νόμιμο και αδιάλειπτο της πενταετούς περιόδου και ιδιαιτέρως ότι ήταν παράνομοι. Κατά πρώτο λόγο, αντιφατικά στην έκθεση του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Παράρτημα 19 στην ένσταση, όπου εντοπίζονται οι πιο πάνω κατά τη διοίκηση παράνομες περιόδοι, αναφέρεται ταυτόχρονα ότι σύμφωνα με τις αφίξεις και αναχωρήσεις της αιτήτριας αυτή είχε «αδιάλειπτη παραμονή στη Δημοκρατία». Το αδιάλειπτο αυτό της παραμονής με δεδομένο ότι κάθε επόμενη ανανέωση της προσωρινής παραμονής της βασιζόταν σε αίτηση της ιδίας ή του εργοδότη της για ανανέωση και την έστω εκ των υστέρων δινόμενη άδεια παραμονής, δεν μπορεί να καθιστά την αδιάλειπτη παραμονή, παράνομη για ορισμένες περιόδους χρόνου. Δεν είναι νοητό, κατ΄ αρχάς, στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης να θεωρείται παράνομη η πάροδος χρόνου 7 μόλις ημερών, από τις 10.6.03, όταν έληγε η πρώτη δοθείσα άδεια παραμονής (ερ. 28), μέχρι τις 17.6.03, όταν υπεβλήθη η αίτηση για παράταση (ερ. 46). Εκτός του ότι η άδεια ενεκρίθη στις 8.7.03 (ερ. 47), με ισχύ μέχρι 30.11.03, παρατηρείται ότι η αιτήτρια είχε υπογράψει νέο συμβόλαιο εργοδότησης στις 6.5.03 (ερ. 43), πριν την εκπνοή δηλαδή της πρώτης άδειας στις 10.6.03, ο δε λειτουργός μετανάστευσης έγραψε στην αίτηση, Μ 61, ότι δεν υπήρχε ένσταση, με γνωστό το δεδομένο ότι η άδεια παραμονής είχε λήξει στις 10.6.
  1. Όσον αφορά την περίοδο 30.11.03-1.3.04, ναι μεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, οφειλόμενη και στο Γραφείο Εργασίας ως καταγράφηκε στο σχετικό έντυπο Μ61Β, (ερ. 65), αλλά ζητήθηκε η περαιτέρω παραμονή για ένα έτος (εννοείται από τη λήξη της προηγούμενης άδειας στις 30.11.03), συστήθηκε από το λειτουργό μετανάστευσης και δόθηκε με το ερ. 66, παράταση μέχρι 30.11.04, καλύπτοντας δηλαδή, όλη την περίοδο χρόνου του ενός έτους, για την οποία, ας σημειωθεί, το κράτος λάμβανε τις αναγκαίες κοινωνικές ασφαλίσεις εκ μέρους του εργοδότη, εφόσον στην Έκθεση του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ερ. 222), όλες οι εισφορές στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν τακτοποιημένες. Τα ίδια ισχύουν και για τις δύο επόμενες περιόδους 30.11.04-11.1.05, με βάση τα ερ. 85, 94 και 95 και 30.11.05-15.2.06, με βάση τα ερ. 106, 133 και
  2. Σε κάθε περίπτωση, η ανανέωση κάλυπτε το προηγηθέν κενό χρόνου στην υποβολή της αίτησης, το κράτος λάμβανε πλήρως τις κοινωνικές ασφαλίσεις της αιτήτριας, στις δε 21.2.06, οι καθ΄ ων δέχθηκαν την εισήγηση του εργοδότη για ανανέωση έστω για σκοπούς αντικατάστασης της. Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν είναι δυνατόν να δίνεται από τη μια άδεια και από την άλλη όταν υποβάλλεται αίτηση δυνάμει της Οδηγίας, να θεωρούνται οι πιο πάνω περίοδοι, παράνομες.» Συναφώς προς τα ανωτέρω, αποκτά σημασία και η μαρτυρία της Ειρήνης Χριστοδούλου, η οποία στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη, ότι εγκαίρως είχε αποταθεί η ίδια για την ανανέωση της, αλλά δεν δέχθηκαν στο Τμήμα Αλλοδαπών την καταχώρηση της αίτησης. Η άρνηση του Τμήματος να παραλάβει την αίτηση οδήγησε την αιτήτρια, μέσω της, να απευθύνει και επιστολή. Η ενόρκως δηλούσα κατέθεσε ότι ένα άτομο στο Τμήμα Αλλοδαπών που ενεργούσε ως κλητήρας, ίσως και λειτουργός, που εξέτασε την αίτηση δεν τους άφησε να την καταχωρήσουν ώστε να πληρώνονταν και τα αναγκαία δικαιώματα. Έπεται, ότι δεν μπορεί με αυτή τη μαρτυρία, η οποία γίνεται πλήρως αποδεκτή, να θεωρηθεί ότι η αιτήτρια παρέμενε στη Δημοκρατία άνευ αδείας και άρα παρανόμως εξ υπαιτιότητας της. Η Επιτροπή θεώρησε χωρίς οποιαδήποτε έρευνα, και χωρίς να αναζητήσει τις απόψεις της αιτήτριας, η οποία είχε υποβάλει την αίτηση για επί μακρόν διαμονή, ότι ήταν παράνομη. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη περίοδο 30.8.2007-13.9.2007, για την οποία η μάρτυρας ανέφερε ότι ο φάκελος της αιτήτριας είχε χαθεί και όταν δόθηκε η άδεια λίγες ημέρες μετά, θεωρήθηκε ότι δεν χρειαζόταν άλλη αίτηση για να καλύψει τη μικρή περίοδο των 13 ημερών. Κατά δεύτερο λόγο, η απορριπτική απάντηση με αναφορά στη διάθεση εκ μέρους της αιτήτριας σταθερών και τακτικών οικονομικών πόρων, λήφθηκε με έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και με απουσία δέουσας έρευνας. Η Επιτροπή αναφέρει στην απόφαση της ότι αξιολόγησε τις προσωπικές περιστάσεις και τα δεδομένα της αιτήτριας, αλλά έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 18Θ του Νόμου. Δεν εξηγεί όμως τι ακριβώς έλαβε υπόψη ώστε να καταλήξει στην εν λόγω απόφαση. Από την Έκθεση στο Παράρτημα 19 της ένστασης, παρουσιαζόταν ότι η αιτήτρια είχε υπογράψει συμβόλαιο εργασίας για 24 μήνες από 6.5.2008 για να συνέχιζε την εργοδότηση της στην ίδια εργοδότρια. Πιστοποιείτο έτσι ότι είχε σταθερή εργασία με τον ίδιο εργοδότη για σειρά ετών. Είχε δε και τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με υπόλοιπο €1.560,
  3. Η αιτήτρια είχε χώρο διαμονής εντός της οικίας της εργοδότριας της, είχε ασφαλιστήριο υγείας, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και είχε τακτοποιημένες όλες τις εισφορές της στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων από την άφιξη της στη Δημοκρατία μέχρι και την ημερομηνία της αίτησης της. Το κριτήριο της νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 18Θ
(1)(α), ως προς τη διάθεση σταθερών και τακτικών οικονομικών πόρων επαρκών για τη συντήρηση του αιτούντος χωρίς την προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Δημοκρατίας, διασπάται ως προς την αξιολόγηση του στα εξής: (
  1. i)στο να υπάρχει εισόδημα από προσοδοφόρα πλήρη απασχόληση, (
  2. ii)λαμβάνεται υπόψη τυχόν εισόδημα από άλλες πηγές σταθερού και νόμιμου χαρακτήρα, (iii) επίσης, το κόστος ζωής περιλαμβανομένου του ενοικίου, (
  3. iv)να υπάρχει συμβόλαιο απασχόλησης τουλάχιστον 18 μηνών και (
  4. v)να έχει ο αιτητής στη διάθεση του κατάλυμα. Όλα τα πιο πάνω η αιτήτρια τα είχε: συμβόλαιο 24 μηνών, κατάλυμα, χωρίς την πληρωμή ενοικίου, σταθερό εισόδημα με πλήρη απασχόληση, ενώ οι κοινωνικές της ασφαλίσεις καταβάλλονταν από την εργοδότρια της. Η αιτήτρια περαιτέρω δεν είχε εξαρτώμενους στη Δημοκρατία. Επομένως, με την εκπλήρωση των πιο πάνω, διερωτάται κανείς τι υπολοιπόταν η αιτήτρια ως προς αυτή την πτυχή. Επαφίεται βεβαίως στη διοίκηση εξετάζοντας και αποφασίζοντας επί της αιτήσεως, να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, σταθμίζοντας τα ενώπιον της δεδομένα ώστε να εξαγάγει τα δικά της συμπεράσματα. Εδώ όμως δεν εξηγείται γιατί η αιτήτρια δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 18Θ, κατά συγκεκριμένο τρόπο. Υπάρχει απλώς μια γενικόλογη και αόριστη ανεπαρκής αναφορά στις προϋποθέσεις του άρθρου 18Θ χωρίς τίποτε περαιτέρω. Σημειώνεται ότι το άρθρο 18Θ δεν απαιτεί κάποιο συγκεκριμένο ύψος μισθού, ή, ποσού κατατεθειμένου στην τράπεζα. Αρκεί η διάθεση σταθερών και τακτικών οικονομικών πόρων, «επαρκείς» για τη συντήρηση του αιτούντος. Αυτά τα είχε η αιτήτρια. Η δε «επάρκεια» αποτελεί, αναμφίβολα, συνάρτηση με το είδος της απασχόλησης και του επιπέδου ζωής που αναμένεται να έχει και να διατηρεί αναλόγως ο αιτητής ή η αιτήτρια. Όλα τα πιο πάνω προβλήματα παρείσφρυσαν στην απόφαση της Διευθύντριας κατά την απόρριψη της αίτησης και επομένως και αυτή πάσχει κατά τον ίδιο τρόπο. Στην απορριπτική απόφαση ημερ. 3.9.2012, που αποτελεί την προσβαλλόμενη πράξη, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας («considering in particular your personal circumstances»). Το ίδιο αναφέρεται και στην απόφαση της Επιτροπής ημερ. 31.8.2012, ότι, δηλαδή, έγινε αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων και δεδομένων της αιτήτριας. Ποσώς όμως δεν εξηγείται τι ακριβώς σημαίνει αυτό ή σε πόσα προσωπικά δεδομένα ή περιστατικά της αιτήτριας αναφέρεται η Επιτροπή. Άλλα από αυτά που αναφέρονταν στην αίτηση της; Και πώς αυτές οι προσωπικές περιστάσεις και δεδομένα, επηρέασαν την κατά τα άλλα εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 18Θ; Όλα τα πιο πάνω, διαφοροποιούν την υπόθεση, μαζί με την μαρτυρία που δόθηκε, από την υπόθεση Nuique - ανωτέρω -. Η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων. Η προσβαλλόμενη πράξη ακυρώνεται με βάση το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ. /ΕΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.