ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 638/2014, 18/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2015:D845 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 638/2014) 18 Δεκεμβρίου 2015 [ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αιτήτρια - ΚΑΙ - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Καθ΄ ων η αίτηση ----------------------------------- Θ. Ιωαννίδης, για την Αιτήτρια. Μ. Τσαγγάρη (κα), για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η αιτήτρια στις 20.8.2004 λόγω ατυχήματος στον οικογενειακό φούρνο που εργαζόταν υπέστη σοβαρό ατύχημα με τον ακρωτηριασμό του μικρού δάκτυλου του δεξιού χεριού, το οποίο επανασυγκολλήθη, και τον τραυματισμό τριών άλλων δάκτυλων. Υπέβαλε αίτηση για σύνταξη αντικανότητας στις 21.6.2005 μαζί με ιατρική έκθεση και στη βάση του Ορθοπεδικού-Χειρουργικού Ιατρικού Συμβουλίου που εξέτασε την αιτήτρια, ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενέκρινε την αίτηση για σύνταξη ανικανότητας από 21.2.2005, σε ποσοστό 75%. Στις 12.9.2007, ο Διευθυντής ενημέρωσε την αιτήτρια ότι αποφάσισε να τερματίσει τη σύνταξη της διότι από έλεγχο στα αρχεία των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων φάνηκε ότι η αιτήτρια εργαζόταν κανονικά από 1.1.2007, λαμβάνοντας μηνιαίο εισόδημα που υπερέβαινε το ένα τρίτο αυτού που κέρδιζε πριν το ατύχημα της. Η αιτήτρια ήταν ασφαλισμένη ως αυτοτελώς εργαζόμενη αρτοποιός με τριμηνιαίο εισόδημα που κυμαινόταν στις £433 μηνιαίως, ενώ από 1.1.2007 ασφαλίστηκε ως μισθωτή με μηνιαίο εισόδημα £200. Η αιτήτρια ζήτησε επανεξέταση της περίπτωσης της, προβαίνοντας σε κατάθεση ότι το εισόδημα της ήταν μειωμένο πριν το ατύχημα καθώς εργαζόταν με μερικό ωράριο λόγω της τώρα ευθύνης των παιδιών της και κατ΄ επέκταση δεν ήταν δίκαιη η σύγκριση με το νέο εισόδημα της, αποτέλεσμα της μειωμένης της ικανότητας να χρησιμοποιεί το ζυμωτήρι. Οι καθ΄ ων παρέπεμψαν την αιτήτρια σε νέο Ιατρικό Συμβούλιο το οποίο στις 3.3.2008 γνωμάτευσε ότι αυτή ήταν ικανή να ασκεί το επάγγελμα του επιβλέποντος αρτοποιού. Μετά από νέα διαμαρτυρία της αιτήτριας, εξετάστηκε από νέο Ιατρικό Συμβούλιο στις 5.12.2008, το οποίο γνωμάτευσε ότι ήταν ικανή να ασκεί και το επάγγελμα του αρτοποιού. Ο Διευθυντής μετά την τελευταία αυτή ιατρική εξέταση, ενημέρωσε την αιτήτρια ότι η σύνταξη ανικανότητας της θα παρέμενε τερματισμένη. Η αιτήτρια καταχώρησε την υπ΄ αρ. 163/2009 προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο με απόφαση του ημερ. 7.2.2011, ακύρωσε την επίδικη διοικητική πράξη. Συναφώς οι καθ΄ ων επανεξέτασαν την περίπτωση της αιτήτριας με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς του ουσιώδους χρόνου έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης, λήφθηκαν δε και νέες καταθέσεις σε σχέση με τα καθήκοντα της. Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι προ του ατυχήματος της εκτελούσε όλα τα καθήκοντα αρτοποιού, αλλά από άλλες καταθέσεις διαφάνηκε ότι μετέβαινε στο χώρο εργασίας της μετά την ολοκλήρωση του ζυμώματος, κοψίματος και πακεταρίσματος, ενώ το Ιατρικό Συμβούλιο με τη γνωμάτευση του ημερ. 5.12.2008, έκρινε ότι ήταν ικανή να εκτελεί τόσο το επάγγελμα του αρτοποιού, όσο και αυτό του επιβλέποντος αρτοποιού. Επομένως ο Διευθυντής με επιστολή του ημερ. 4.4.2014, που αποτελεί την προσβαλλόμενη πράξη, τερμάτισε τη σύνταξη ανικανότητας από 1.1.2009, την πρώτη ημέρα του μήνα δηλαδή που ακολουθούσε τη γνωμάτευση του Ιατρικού Συμβουλίου. Αποτελεί τη θέση της αιτήτριας ότι υπήρξε παραβίαση του δεδικασμένου διότι οι καθ΄ ων, παρά το γεγονός ότι κανένα νέο στοιχείο δεν παρουσιάστηκε, παρά ταύτα επέμεναν στην απόφαση τους, ενώ τα γεγονότα και το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης παρέμειναν αναλλοίωτα. Η έκθεση του Ιατρικού Συμβουλίου ήταν ήδη ενώπιον των καθ΄ ων όταν έλαβαν την πρώτη απόφαση, η οποία και ακυρώθηκε, οποιαδήποτε δε έρευνα αναφορικά με το ωράριο εργασίας της αιτήτριας δεν δημιουργούσε λόγο επανεξέτασης, ούτε και μετέβαλλε τα καθήκοντα του αρτοποιού, όπως αυτά ασκούνταν από την αιτήτρια προ του ατυχήματος. Περαιτέρω υπήρξε πλάνη περί τα πράγματα διότι οι καθ΄ ων δεν έλαβαν υπόψη την έκθεση του Επιθεωρητή Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 12.12.2007, ούτε και αναλογίστηκαν την επίπτωση του ατυχήματος επί του μειωμένου ωραρίου εργασίας της αιτήτριας σε συσχετισμό με την προηγούμενη εργασία της που επίσης ήταν με μειωμένο ωράριο, που οφειλόταν όμως στη φροντίδα των μικρών παιδιών της. Από το ατύχημα και μετά, η αιτήτρια δεν εργαζόταν ως αρτοποιός που είναι το επάγγελμα της, αλλά επέβλεπε για ορισμένες ώρες προσωπικό στο αρτοποι?ο του συζύγου της. Οι καθ΄ ων παρέλειψαν να επανεξετάσουν την ανικανότητα της αιτήτριας σε συνάρτηση με το καθαυτό επάγγελμα που ασκούσε, αυτό της αρτοποιού, σύμφωνα με το σχετικό Νόμο. Διαφορετική είναι η άποψη των καθ΄ ων, οι οποίοι θεωρούν ότι η επανεξέταση έγινε με πλήρη αναφορά και σεβασμό στο δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την ακυρωτική απόφαση, ενώ δικαιολογημένα λήφθηκαν νέα στοιχεία κατά τη διερεύνηση της περίπτωσης αφού λήφθηκαν υπόψη τόσο η εξέταση της αιτήτριας από το Ιατρικό Συμβούλιο ημερ. 5.12.2008, όσο και νέες καταθέσεις για τα καθήκοντα της πριν και μετά το ατύχημα. Περαιτέρω, οι καθ΄ ων διερεύνησαν πλήρως την υπόθεση, είχαν δε υπόψη τους όλα τα γεγονότα, περιλαμβανομένης και της έκθεσης του Επιθεωρητή. Πρόσθετα, η αιτήτρια μετά το ατύχημα επέστρεψε στην ίδια εργασία, δηλαδή, στην οικογενειακή επιχείρηση του συζύγου της στην οποία εργαζόταν κανονικά ως αρτοποιός με περίπου τις ίδιες απολαβές και δεν εξετάστηκε οποιαδήποτε διαφορετική εργασία που αυτή τυχόν ασκούσε. Εξετάζοντας την όλη υπόθεση, το πρώτο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι ότι το ακυρωτικό Δικαστήριο στην υπόθ. αρ. 163/2009, με την απόφαση του ημερ. 7.2.2011, έκρινε ότι εκείνο το οποίο έχρηζε διερεύνησης ήταν κατά πόσο στο χρονικό σημείο που επανεξετάστηκε το θέμα της παροχής στην αιτήτρια σύνταξης ανικανότητας, αυτή ήταν ή όχι ικανή να ασκεί το επάγγελμα του αυτοεργοδοτούμενου αρτοποιού, όπως ήταν δηλωμένη στο Τμήμα Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων πριν το ατύχημα. Οι πληροφορίες που είχαν συλλεγεί από λειτουργό των καθ΄ ων αφορούσαν στο ότι η αιτήτρια μετά το ατύχημα, επισκεπτόταν το χώρο εργασίας για δύο με τρεις ώρες ημερησίως για να επιβλέπει τους εργάτες και επομένως η αιτήτρια δεν μπορούσε να εργαστεί ως αρτοποιός, ασχολούμενη με το ζυμωτήρι πριν το ατύχημα. Περαιτέρω, ο λόγος για τον οποίο εργαζόταν με μειωμένο ωράριο, μετά το ατύχημα ήταν ακριβώς η ανικανότητα της και το προηγούμενο προ του ατυχήματος μειωμένο ωράριο που οφειλόταν σε οικογενειακές υποχρεώσεις, δεν ήταν σχετικό. Το Δικαστήριο διαπίστωσε επίσης πλάνη περί της αντίληψης των πραγμάτων στην έκθεση του Ιατρικού Συμβουλίου ημερ. 3.3.2008, όπου αναφερόταν σε σχέση με το βαθμό αναπηρίας της, ότι η αιτήτρια επανήλθε στην εργασία της επιβλέποντας άλλα άτομα, ενώ στο ίδιο το έντυπο του Ιατρικού Συμβουλίου, το επάγγελμα της αιτήτριας είχε καταγραφεί ως αυτό του αρτοποιού και όχι του επιβλέποντος προσώπου. Επίσης το Ιατροσυμβούλιο καταγράφοντας ότι η αιτήτρια δεν ήταν ανίκανη να ασκήσει το επάγγελμα της, το έπραξε σε συνάρτηση με αυτό του «αρτοποιού-(επίβλεψη)». Το ζητούμενο, όμως, κατά το ακυρωτικό Δικαστήριο, ήταν αν η αιτήτρια μπορούσε και σε ποιο βαθμό, να απασχολείτο στο επάγγελμα που συνήθως έκανε αυτό, δηλαδή, του αρτοποιού. Όπως είναι θεμελιωμένο η επανεξέταση μετά από ακυρωτικό αποτέλεσμα γίνεται στη βάση της νομικής και πραγματικής κατάστασης που υφίστατο στο χρόνο παραγωγής της πράξης που ακυρώθηκε. Η επανεξέταση έχει στόχο τη θεραπεία των προβλημάτων επί των οποίων το ακυρωτικό Δικαστήριο θεώρησε τη διοικητική πράξη ως προϊόν μη νομιμότητας, (Δημοκρατία ν. Κοντογιώργη
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.