← Κύπρος

GEOGLASS INESTMENTS LTD ν. YΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1151/2013, 12/1/2016

GEOGLASS INESTMENTS LTD ν. YΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1151/2013, 12/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D5 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ Υπόθεση Αρ. 1151/2013 12 Ιανουαρίου, 2016 [ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΜΕΤΑΞΥ: GEOGLASS INESTMENTS LTD Αιτήτριας και ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΚΗΔΕΜΟΝΑ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ Καθ' ου η αίτηση _ _ _ _ _ _ κ. Ν. Διαμιανού, για την Αιτήτρια κα Λ. Ουστά, για τον Καθ' ου η αίτηση ______ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Η αιτήτρια αποβλέπει σε ακύρωση απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 5.2.13 - υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (Ν.139/91, όπως τροποποιήθηκε, στο εξής ο Νόμος) - με την οποία δεν της δόθηκε η απαραίτητη συγκατάθεση για την αγορά και μεταβίβαση επ΄ ονόματι της τεσσάρων

(4)Τ/Κ τεμαχίων αντί του ποσού των €341.800. Το ιστορικό της διαδικασίας και τα ουσιώδη γεγονότα που την περιβάλλουν έχουν σε συντομία ως ακολούθως: Δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 5.11.08 (στο εξής το Πωλητήριο) η αιτήτρια αγόρασε από τον Τ/Κ Sadik Mustafa, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Τ/Κ Mouzloum Kiazim ή Kerim, 4 κτήματα που βρίσκονται στις Κοινότητες Λέμπα και Ελεδιώ της Επαρχίας Πάφου - τα τεμάχια 195 (μερίδιο 1/2), 294 (μερίδια 72/144), 476 (μερίδιο το όλο) και 33 (μερίδια 2/3) - και στις 2.1.09 επεχείρησε να καταθέσει το Πωλητήριο και τη Δήλωση Μεταβίβασης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, πλην όμως ο Κηδεμόνας, στις 5.5.11, δεν έδωσε την προβλεπόμενη από το Νόμο συγκατάθεσή του καθότι η ιδιοκτήτρια των κτημάτων είχε εγκατασταθεί μετά την τουρκική εισβολή στα κατεχόμενα όπου και διέμενε μέχρι τις 14.3.94 που απεβίωσε. Η αιτήτρια αντέδρασε στη μη αποδοχή του Πωλητηρίου και της Δήλωσης Μεταβίβασης με την υπ΄ αρ. 915/11 προσφυγή, με αποτέλεσμα η προσβληθείσα απόφαση του Κηδεμόνα να ανακληθεί καθότι διεφάνη πως η απόφασή του να απορρίψει το αίτημα της αιτήτριας είχε ως βάση απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 27.4.11 αντί της ισχύουσας (τότε) πρόνοιας του άρθρου 3 του Νόμου. Ακολούθησε επανεξέταση του ζητήματος, στα πλαίσια της οποίας η ΚΥΠ κατήρτισε έγγραφο ημερ. 23.1.13 με το οποίο ενημέρωνε το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ότι η ιδιοκτήτρια των κτημάτων είχε εγκατασταθεί μετά την τουρκική εισβολή σε ελληνοκυπριακή (Ε/Κ) κατοικία στο Κάτω Βαρώσι με τα 4 από τα 6 παιδιά της, ενώ τα άλλα 2 εγκαταστάθηκαν σε άλλη κατοικία, Ε/Κ ιδιοκτησίας, στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Επιπρόσθετα διαπιστώθηκε ότι στην οικογένεια είχαν παραχωρηθεί παράνομα και χωράφια Ε/Κ προσφύγων. Οι πιο πάνω πληροφορίες, μαζί με άλλα σχετικά στοιχεία, συμπεριλήφθησαν σε σημείωμα Ανώτερου Διοικητικού Λειτουργού ημερ. 4.2.2013 το οποίο τέθηκε ενώπιον του Κηδεμόνα, με την εισήγηση για την εκ νέου απόρριψη του αιτήματος επειδή «δεν πληρείται κανένας από τους αναφερόμενους παράγοντες στις υποπαραγράφους του άρθρου 3 του Τροποποιητικού Νόμου 39(Ι) του 2010, οι οποίοι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τ/Κ περιουσίας». Ο Κηδεμόνας υιοθέτησε την πιο πάνω εισήγηση και απέρριψε εκ νέου το αίτημα στις 5.2.2013 και, ακολούθως, διαβίβασε την απόφαση του στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ο οποίος την κοινοποίησε στην αιτήτρια. Αποτέλεσμα δε τούτου ήταν η καταχώριση της παρούσας προσφυγής, η οποία προωθήθηκε στη βάση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (α) δεν λήφθηκε με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε στις 5.5.2011 (ημερ. πρώτης απόφασης), (β) είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης δέουσας έρευνας και πλημμελούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Κηδεμόνα, (γ) αντίκειται στα άρθρα 2,3 και 5 του Νόμου, στα άρθρα 16, 13, 23 και 28 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και (δ) είναι αναιτιολόγητη. Όπως γίνεται αντιληπτό ο καθ΄ ου η αίτηση υποστηρίζει την ορθότητα και νομιμότητα της απόφασης του, αλλά προτού γίνει αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις επί ενός εκάστου των λόγων ακύρωσης θα΄ ταν χρήσιμο να προταχθούν οι πρόνοιες των άρθρων 2, 3 και 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 2, «τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει «κάθε ιδιοκτησία, κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία» και «Τουρκοκύπριος» σημαίνει «Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ». Το άρθρο 3 ορίζει ότι «ο Υπουργός διορίζεται με τον παρόντα Νόμο Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ασκεί τις αρμοδιότητες που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού:». Σχετική με την εν λόγω (γενική) εξουσία του Κηδεμόνα είναι και η επιφύλαξη που εισήχθη στο εν λόγω άρθρο στις 7.5.10 με τον τροποποιητικό Ν.39
(1)/2010, σύμφωνα με την οποία:- «Νοείται ότι στα πλαίσια άσκησης της πιο πάνω εξουσίας του να διαχειρίζεται Τουρκοκυπριακές περιουσίες διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης, ο Υπουργός έχει επίσης εξουσία ως διαχειριστής, να άρει με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του και υπό τους κατά την κρίση του κατάλληλους όρους τη διαχείριση συγκεκριμένης Τουρκοκυπριακής περιουσίας ή μέρους αυτής αφού λάβει υπόψη σε σχέση με τη διαχείριση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και σταθμίσει όλους τους σχετικούς με το θέμα αυτό παράγοντες, περιλαμβανομένου του κατά πόσο ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές: Νοείται περαιτέρω ότι προσμετρούν θετικά σε άρση της διαχείρισης Τουρκοκυπριακής περιουσίας, μεταξύ άλλων, οι πιο κάτω παράγοντες: (α) Ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που όταν περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας είχε τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό όπου είχε μεταβεί οποτεδήποτε πριν ή μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και ο εν λόγω ιδιοκτήτης συνεχίζει να διαμένει εκεί ή επέστρεψε ή επιστρέφει από το εξωτερικό για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ή προτίθεται να επιστρέψει στις εν λόγω περιοχές. (β) ότι πρόκειται για τη διαχείριση περιουσίας που σε οποιοδήποτε χρόνο μετά που περιήλθε στο καθεστώς διαχείρισής της από τον Κηδεμόνα ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας εγκαταστάθηκε μόνιμα και συνεχίζει αδιάλειπτα να είναι μόνιμα εγκατεστημένος στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, (γ) ότι η υπό διαχείριση περιουσία αφορά κατοικία στην οποία διέμενε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης και κάτοχός της πριν την τουρκική εισβολή του 1974 και στην οποίαν προτίθεται να κατοικήσει προσερχόμενος από τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές για μόνιμη εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές». Πέραν των πιο πάνω προνοιών, το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει και τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με τον παρόντα Νόμο, ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Κύπριος ιδιοκτήτης τους: Νοείται ότι, παρά την τροποποίηση του βασικού νόμου με τον παρόντα Νόμο, όλες οι πράξεις ή αποφάσεις οι οποίες έγιναν ή λήφθηκαν από τον Κηδεμόνα, σύμφωνα με το βασικό νόμο, θεωρούνται ότι έγιναν ή λήφθηκαν νόμιμα». Έχοντας προτάξει τα προβλεπόμενα από τα πιο πάνω άρθρα του Νόμου, προχωρώ στην εξέταση του πρώτου λόγου ακύρωσης σύμφωνα με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λήφθηκε με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά την ημερομηνία ανάκλησης της προηγούμενης απόφασης. Επί του προκειμένου η αιτήτρια, ενώ αποδέχεται ότι η περίπτωση της υπαγόταν στις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου (όπως αυτό είχε τροποποιηθεί), υποστηρίζει ότι επειδή επρόκειτο για επανεξέταση ο καθ' ου η αίτηση θα έπρεπε να ενεργήσει πάνω στη βάση του πραγματικού καθεστώτος που ίσχυε κατά το χρόνο της αρχικής εξέτασης του αιτήματος της - πριν δηλαδή από τις 5.5.2011 (ημερομηνία της πρώτης απορριπτικής απόφασης) - και να μην αναζητήσει επιπρόσθετα και νεότερα στοιχεία, όπως ήταν η έκθεση της Κ.Υ.Π. η οποία ανέτρεψε το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Το επιχείρημα είναι ανεδαφικό. Όπως ήδη λέχθηκε, ο Κηδεμόνας προέβη στην ανάκληση της αρχικής απόφασης ημερ. 5.5.2011 επειδή διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε ληφθεί με βάση τα κριτήρια που καθορίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 27.4.2011 και όχι με βάση το νομοθετικό πλαίσιο του άρθρου 3 του Νόμου όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίηση ημερ. 7.5.2010. Νοουμένου δε ότι για σκοπούς άσκησης της διακριτικής εξουσίας του για άρση της διαχείρισης, όπως αυτή καθορίζεται στην επιφύλαξη του άρθρου 3, ο Νόμος επιβάλλει την αναζήτηση και εξέταση πληροφοριών αναφορικά με τον τόπο διαμονής του ιδιοκτήτη και το κατά πόσο αυτός ή οι κληρονόμοι του, κατέχει Ε/Κ περιουσίες, η θέση της αιτήτριας ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα αναζήτησης ή έρευνας προς την κατεύθυνση αυτή, δεν είναι αποδεκτή. Ο Κηδεμόνας ενήργησε ορθά εφαρμόζοντας το ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της ανακληθείσας απόφασης νομικό καθεστώς, το οποίο ουσιαστικά παρέμεινε αναλλοίωτο μέχρι και τη λήψη της επίδικης απόφασης. Αναφορικά με το δεύτερο λόγο ακύρωσης - ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη πράξη είναι προϊόν πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης δέουσας έρευνας και πλημμελούς άσκησης διακριτικής ευχέρειας - είναι θέση της αιτήτριας ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Νόμου και τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Κηδεμόνα, δεν έχουν εξεταστεί στην περίπτωση της με αποτέλεσμα να συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα. Μεταξύ των εγγράφων που προσκομίστηκαν μαζί με το Πωλητήριο, εισηγείται, συμπεριλαμβάνονταν και πιστοποιητικά των τουρκικών αρχών, τα οποία αποδείκνυαν ότι οι κληρονόμοι της Τ/Κ ιδιοκτήτριας των τεμαχίων είχαν μεταβεί πριν από το 1974 στην Τουρκία, όπου και διέμεναν μόνιμα έχοντας αποκτήσει την τουρκική υπηκοότητα. Συνεπώς, κατά την άποψη της, υπήρχαν θετικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος και η απόρριψη του καταδεικνύει πλημμελή άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Περαιτέρω, είναι θέση της αιτήτριας ότι η έκθεση της Κ.Υ.Π. δεν είναι αρκούντως κατατοπιστική. Τόσο σ΄ ότι αφορά το ζήτημα της κατοχής από τους κληρονόμους της ιδιοκτήτριας Ε/Κ περιουσιών στα κατεχόμενα, όσο και σε σχέση με τα ακριβή στοιχεία της τωρινής διαμονής και εργασίας τους, τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε δηλωθεί ο τόπος διαμονής τους καθώς και του αριθμού των παιδιών της. Η αοριστία των πληροφοριών της Κ.Υ.Π., υπέβαλε, σε συνάρτηση και με την ύπαρξη των προαναφερθέντων τουρκικών εγγράφων, επέβαλλαν στον Κηδεμόνα την υποχρέωση προηγούμενης ακρόασης της κατά το άρθρο 43
(1)και
(2)του Ν.158(Ι)/99. Οι πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο της Κ.Υ.Π. ημερ. 23.1.2013, αντέτεινε η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση, δεν είναι συγκεχυμένες ούτε και αόριστες. Αντίθετα, με αυτές δίδονται ακριβείς πληροφορίες τόσο για την ιδιοκτήτρια και τον επίσης αποβιώσαντα σύζυγο της, όσο και για τα 6 παιδιά τους. Σύμφωνα δε με τα ευρήματα της Υπηρεσίας, όλοι είχαν εγκατασταθεί μετά την τουρκική εισβολή στην Αμμόχωστο σε δύο ξεχωριστές κατοικίες Ε/Κ προσφύγων. Περαιτέρω, στην οικογένεια παραχωρήθηκαν από το παράνομο καθεστώς χωράφια Ε/Κ. Σημειώνεται ότι η έκθεση συνοδεύεται από τοπογραφικά σχέδια, εκθέσεις λεπτομερειών ακινήτων και δορυφορική φωτογραφία των οικιών, τα οποία υπάρχουν στο διοικητικό φάκελο κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της πληρότητας της. Προκύπτει επομένως ότι ο Κηδεμόνας είχε ενώπιον του πλήρη εικόνα κατά τρόπο που ικανοποιεί τις απαιτήσεις για δέουσα έρευνα όλων των δεδομένων. Αναφορικά με το δικαίωμα ακρόασης που επικαλείται η αιτήτρια, έχει νομολογηθεί ότι αυτό παρέχεται σε περίπτωση που προβλέπεται ρητά από το νόμο ή όπου η πράξη αποτελεί κύρωση ή είναι πειθαρχικού χαρακτήρα (βλ. Παντελούρης v. Υπουργικού Συμβουλίου
(1991)3 Α.Α.Δ. 78). Στην υπό κρίση όμως περίπτωση ο Νόμος δεν προβλέπει την προφορική ακρόαση των επηρεαζομένων, ούτε και η πράξη έχει τα χαρακτηριστικά κύρωσης ή πειθαρχικού μέτρου. Ανεξαρτήτως τούτου, η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να προσκομίσει όλα τα υποστηρικτικά έγγραφα της αίτησης της - όπως και έπραξε - ενώπιον των αρμοδίων αρχών, στις οποίες ανήκει το καθήκον της πρωτογενούς αξιολόγησης και στάθμισης όλων των αναγκαίων στοιχείων και παραγόντων. Κατά συνέπεια το παράπονο της αιτήτριας ότι στερήθηκε του δικαιώματος ακρόασης δεν ευσταθεί. Τώρα, σ΄ ότι αφορά το παράπονο της αιτήτριας για ελλειπή έρευνα, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι τα επίδικα τεμάχια αποτελούν Τ/Κ περιουσία και ότι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια τους, κατά τον ουσιώδη χρόνο
(1991), ήταν η Τ/Κ Μuzlum Kiazim ή Kerim η οποία κατοικούσε πριν το 1974 στις ελεύθερες περιοχές. Όπως δεν υπάρχει αμφισβήτηση και για το γεγονός ότι ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένεια της στις κατεχόμενες περιοχές. Με αποτέλεσμα να θέτει την υπό κρίση περίπτωση εντός του πεδίου εξουσιών του Κηδεμόνα δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου. Στην επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου έχει συμπεριληφθεί ρητά ως ένα ουσιώδες στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, το κατά πόσον και οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοι στον τίτλο του Τ/Κ ιδιοκτήτη κατέχουν Ε/Κ περιουσία στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Δεδομένου δε ότι στην έκθεση της Κ.Υ.Π. υποδείχθηκε αρκούντως ότι τόσο η ιδιοκτήτρια όσο και οι κληρονόμοι της κατείχαν Ε/Κ περιουσίες, η επίδικη απόφαση του Κηδεμόνα ενέπιπτε στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας. Από το σύνολο δε των εγγράφων που έχουν παρουσιαστεί προκύπτει ότι όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία σύμφωνα με το Νόμο, προσμετρούσαν είτε θετικά είτε αρνητικά στην άρση της διαχείρισης μιας Τ/Κ περιουσίας, έχουν εξεταστεί με την αναγκαία επάρκεια. Κάτω από τα πιο πάνω δεδομένα, το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν επεμβαίνει στην εξέταση και αξιολόγηση των διαφόρων πληροφοριών που λαμβάνονται με στόχο την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του αποφασίζοντος διοικητικού οργάνου (βλ. Παφιτανής v. Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 247, Motorways v. Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 447, Δημοκρατία v. C. Kassinos Constructioons Ltd
(1990)3(E) A.A.Δ. 3835 και Καμηλάρης v. Δημοκρατίας
(1991)4(Α) Α.Α.Δ. 725). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω οι ισχυρισμοί για πλάνη περί τα πράγματα και κακή χρήση διακριτικής ευχέρειας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον τρίτο λόγο ακύρωσης, η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η άσκηση των εξουσιών του Κηδεμόνα δυνάμει των σχετικών προνοιών του Νόμου σε βάρος της βούλησης του Τ/Κ ιδιοκτήτη και των κληρονόμων ή διαδόχων του, συνιστά παράβαση του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Η επίκληση της «έκρυθμης κατάστασης» του άρθρου 3 του Νόμου δεν μπορεί, κατά την εισήγηση, να συνεχίζεται επ' αόριστο. Ακόμη και μετά το θάνατο του ιδιοκτήτη και χωρίς να συντρέχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για την αδρανοποίηση της περιουσίας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, η εφαρμογή των επίδικων προνοιών του Νόμου δημιουργεί άνιση μεταχείριση μεταξύ εκείνων των Τ/Κ ιδιοκτητών που κατά το χρόνο θέσπισης του Νόμου - το 1991 - κατοικούσαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και εκείνων που κατά τον ίδιο χρόνο, ως κληρονόμοι ή διάδοχοι Τ/Κ περιουσίας, είχαν λάβει την υπηκοότητα άλλου αναγνωρισμένου κράτους και είχαν την κατοικία τους εκτός της Δημοκρατίας. Το θέμα της συνταγματικότητας των συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου έχει ήδη εξεταστεί και κριθεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία αποφάνθηκε ότι αυτές δεν καταστρατηγούν το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι δικαιολογούνται με βάση το δίκαιο της ανάγκης (βλ. Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1275, Perihan Moustafa Korkut v. Γεωργίου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 905). Οι επίδικες πρόνοιες δεν στοχεύουν σε μόνιμο περιορισμό ή στέρηση δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών, αλλά συνιστούν προσωρινή διαχείριση της περιουσίας για όσο χρόνο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση (βλ. Ismail Mehmet Shakir κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2013)3 Α.Α.Δ. 54). Σ΄ ότι δε αφορά τον όρο «Τουρκοκύπριος» του άρθρου 2 του Νόμου, αυτός εξετάστηκε στην Basma v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 619 όπου κρίθηκε ότι ο υπό αναφορά όρος αναφέρεται στο χρόνο θέσπισης του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση η Τ/Κ ιδιοκτήτρια των επίδικων τεμαχίων εγκατέλειψε την περιουσία της και εγκαταστάθηκε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, οπόταν ορθά η περιουσία αυτή περιήλθε με τη θέσπιση του Νόμου το 1991 ως εγκαταλειφθείσα υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Το γεγονός ότι κάποιοι εκ των κληρονόμων της απέκτησαν την τουρκική υπηκοότητα, ή εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Ούτε και μεταβάλλει την φύση της περιουσίας της αποβιώσασας, ούτως ώστε αυτή να μην θεωρείται πλέον ως εγκαταλειφθείσα και παραμένουσα υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σημειώνεται επί του προκειμένου ότι το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιες περιπτώσεις στις Αhmed Mehmet v. Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθ. Αρ. 1921/2012, ημερ. 5.12.2014 και Ιωαννίδη ν. Υπουργού Εσωτερικών, Υποθ. Αρ. 1530/11 ημερ. 6.3.15, ECLI:CY:AD:2015:D162, όπου τονίστηκε πως το γεγονός και μόνο ότι ένας αιτητής δεν εμπίπτει στον όρο «Τουρκοκύπριος» του άρθρου 2 του Νόμου, δεν νομιμοποιεί την αξίωση του για άρση της κηδεμονίας επί των κτημάτων τα οποία κατά τη θέσπιση του Νόμου ενέπιπταν στον όρο «τουρκοκυπριακή περιουσία». Επιπρόσθετα στην παρούσα περίπτωση, όπως ήδη επισημάνθηκε, η ύπαρξη κληρονόμων που κατέχουν Ε/Κ περιουσία στις κατεχόμενες περιοχές καθορίζεται στο Νόμο ως ένα από τα κριτήρια άσκησης της εξουσίας του Κηδεμόνα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ούτε και ο τρίτος λόγος ακύρωσης ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον τελευταίο λόγο ακύρωσης, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η παράλειψη του Κηδεμόνα να εξετάσει τα διάφορα στοιχεία και παράγοντες που προβλέπονται στην επιφύλαξη του άρθρου 3 του Νόμου, για σκοπούς άρσης της διαχείρισης Τ/Κ περιουσίας, κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιτιολόγητη. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Ο φάκελος της υπόθεσης αποκαλύπτει ότι η προσοχή του Κηδεμόνα στράφηκε προς κάθε ουσιώδη παράγοντα και ότι όλες οι πτυχές του θέματος διερευνήθηκαν. Η δε απόφασή του υποστηρίζεται από σαφή αιτιολογία με άμεση αναφορά στη νομική της βάση. Η αιτιολογία στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπληρώνεται άνετα από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσφυγή απορρίπτεται με €1.200 έξοδα εναντίον της αιτήτριας και προς όφελος του καθ΄ ου η αίτηση, η δε προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται βάσει του άρθρου 146.4 του Συντάγματος. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ. /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.