ΑΝΔΡΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Υπόθεση Αρ. 1525/2014, 14/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D14 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 1525/2014) 14 Ιανουαρίου, 2016 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αιτήτριας, ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Καθ΄ων η Αίτηση. Η Αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά. Μ. Στυλιανού, για τους Καθ΄ων η Αίτηση. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Η Αιτήτρια είναι μονογονιός και εμφανίζεται χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο. Με την προσφυγή της, προσβάλλει την παράλειψη της διοίκησης να της απαντήσουν εντός τριών μηνών στην αναφορά της και θεωρεί την παράλειψη απάντησης ως άρνηση της διοίκησης να επαναφέρει το επίδομα που της αποκόπηκε. Το ιστορικό Η Αιτήτρια μετά το χωρισμό της ζει με τον ανήλικο γιο της, Αντώνη, ηλικίας 7 περίπου ετών, ο οποίος σύμφωνα με την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερ. 16.2.2009 πάσχει από σοβαρή μορφή επιληψίας και σοβαρή μορφή ψυχοκινητικής ανάπτυξης λόγω ανωμαλίας στο χρωματόσωμα
- Έχει καθυστέρηση σε όλους τους σταθμούς της ανάπτυξής του και σύμφωνα με τον γιατρό πρόκειται για μακροχρόνια κατάσταση. Το παιδί έχει αργή ανάπτυξη, δεν μπορεί να στηρίξει το σώμα του, δεν στέκεται ούτε κάθεται μόνος του, δεν μπορεί να πιάσει πράγματα, δεν στηρίζει το κεφάλι του και κανείς δεν ξέρει πότε θα μιλήσει ή να περπατήσει. Από το 2008 η Αιτήτρια, μετά από έγκριση αιτήματός της, λάμβανε εκ μέρους του ανάπηρου γιου της και ως μονογονιός δημόσιο βοήθημα ύψους €993,52, δυνάμει του περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου του 2006 (Ν. 96(Ι)/06). Φαίνεται ότι μετά την οικονομική κρίση και την τροποποίηση του σχετικού νόμου με τον τροποποιητικό Νόμο 67(Ι)/12, η διοίκηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένστασης, προέβη σε «μαζική αναθεώρηση από το μηχανογραφημένο σύστημα» όλων των επιδομάτων τέκνου και μονογονιού. Με τον συγκεκριμένο τροποποιητικό Νόμο το εισόδημα των εξαρτώμενων τέκνων και μονογονιού, υπολογίζεται πλέον στα εισοδήματα ενός αιτητή ή λήπτη δημόσιου βοηθήματος για σκοπούς καθορισμού του ύψους του βοηθήματος (βλ. Ανδρέου ν. Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπόθ. Αρ. 5894/13, ημερ. 11.9.2014, ECLI:CY:AD:2014:D667). Ως αποτέλεσμα η διοίκηση επικαλούμενη τον τροποποιητικό Νόμο του 2012 (Ν. 67(Ι)/12), μείωσε από την 1.7.2013 το δημόσιο βοήθημα της Αιτήτριας σε €495,
- Λόγω αντιδράσεων της, η διοίκηση από τον Αύγουστο του 2013 κατέβαλλε στην Αιτήτρια €719, αλλά στη συνέχεια μετέβαλε εκ νέου τη θέση της και επανήλθε στα €495,25, οπότε η Αιτήτρια με την προσφυγή της 5894/13 προσέβαλε την ενέργεια της διοίκησης να μειώσει το ποσό που της παραχωρούσε υπό μορφή επιδόματος μονογονιού και τέκνου με ειδικές ανάγκες. Η προσφυγή της εκδικάστηκε και το Δικαστήριο με απόφασή του ημερ. 11.9.2014 ακύρωσε τη σχετική απόφαση. Όπως ανέφερε το Δικαστήριο στο καταληκτικό μέρος της απόφασής του:- «Είναι γεγονός ότι μετά την τροποποίηση του βασικού Νόμου (Ν. 95(Ι)/2006), το εισόδημα εξαρτώμενου τέκνου και το επίδομα τέκνου και μονογονιού λαμβάνονται πλέον υπόψη κατά τον υπολογισμό του ύψους του δημόσιου βοηθήματος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει δίχως άλλο να αποκόπτονται αυτά τα ποσά ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων περιστάσεων του εκάστοτε λήπτη. Όπως εξάλλου ορίζεται σαφώς στο άρθρο 3(Ι)(β) του Ν. 95(Ι)/2006, δημόσιο βοήθημα παρέχεται σε κάθε πολίτη της Δημοκρατίας «του οποίου το εισόδημα και οι άλλοι οικονομικοί πόροι δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του». Οι περιστάσεις της υπόθεσης επέβαλλαν πιο ουσιαστική εξέταση της περίπτωσης μέσα από τη διεξαγωγή της επιβαλλόμενης υπό τις περιστάσεις δέουσας έρευνας, ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν, και σε ποιο βαθμό τα εισοδήματα του Αντώνη, ήταν επαρκή για την ικανοποίηση των βασικών και ειδικών αναγκών του και για το λόγο αυτό - απουσία δέουσας έρευνας - η προσφυγή θα πρέπει να επιτύχει.» Στις 15.9.2014 η Αιτήτρια με επιστολή της προς το Γραφείο Ευημερίας, ζητούσε όπως υπάρξει συμμόρφωση προς το ακυρωτικό αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφασης. Αναμένετο, ενόψει της ακύρωσης της απόφασης, ότι η διοίκηση θα επανέφερε τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση μέχρι να επανεξετάσει την περίπτωση της Αιτήτριας και του γιου της. Αντί αυτού η διοίκηση εφεσίβαλε την πρωτόδικη κρίση (Έφεση 132/14). Όμως, η διοίκηση αγνοώντας το νομικό καθεστώς που είχε δημιουργηθεί συνέχισε να μην συμμορφώνεται με το αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 11.9.2014, επικαλούμενη την καταχώρηση έφεσης, ενώ το γεγονός της καταχώρησης έφεσης από μόνο του δεν αναστέλλει την υποχρέωση της διοίκησης για άμεση συμμόρφωση (βλ. Δήμος Αραδίππου κ.α. ν. Ανδρέα Γεωργίου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 25 και Κεντρικός Φορέας Ισότιμης Κατανομής Βαρών ν. Μιχαήλ
(2007)3 ΑΑΔ 433). Ως αποτέλεσμα η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα προσφυγή. Η ίδια παράδοξη τακτική της διοίκησης συνέχισε και μετά την απόσυρση της έφεσης στις 14.5.2015, οπότε καθίστατο επιτακτική πλέον η συμμόρφωση και επανεξέταση. Την 31.7.2015, χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, στάληκε επιστολή στην Αιτήτρια ζητώντας στοιχεία για τις βασικές ανάγκες του παιδιού της, ως εάν αυτό να ήταν το αρχικό πρόβλημα που οδήγησε στην αποκοπή. Παρά την απορία που εξέφρασε η Αιτήτρια, παρέδωσε μεγάλο αριθμό αποδείξεων για τα μεγάλα χρηματικά ποσά που αναγκάστηκε να πληρώσει για τη θεραπεία και συντήρηση του παιδιού της. Ενόψει της αδράνειας της διοίκησης να επαναφέρει το επίδομα στο ύψος που ήταν πριν τη μείωση, η Αιτήτρια αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες που την ανάγκασαν να σταματήσει εργοθεραπείες που είχαν συστήσει οι ιατροί που παρακολουθούν το γιο της. Η διοίκηση αντί να προσπαθήσει να επιλύσει ένα σοβαρό θέμα που δημιουργήθηκε σε ένα μονογονιό με ανάπηρο παιδί, επέλεξε να καταχωρήσει γραπτή ένσταση στην προσφυγή και να εγείρει αριθμό προδικαστικών ενστάσεων, με στόχο να εκμεταλλευθεί τις πιθανές νομικές ατέλειες ή αδυναμίες που παρουσίαζε το δικόγραφο μιας Αιτήτριας, που παρουσιάζεται μόνη χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου, με απώτερο στόχο να αποφύγει την εκδίκαση της προσφυγής επί της ουσίας. Συγκεκριμένα η Δημοκρατία εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η προσφυγή της Αιτήτριας είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον δεν προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής «ποια είναι η αναφορά και/ή αίτημα που υπέβαλε η Αιτήτρια και οι Καθ' ων η αίτηση με βάση το άρθρο 36 του Νόμου 158(Ι)/99 παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν». Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν καθ' όλα νόμιμη, ορθή και δεόντως αιτιολογημένη. Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Παρόμοιο θέμα ηγέρθη από τους Καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της προηγούμενης προσφυγής που ήγειρε η Αιτήτρια (Ανδρέου ν. Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανωτέρω) και το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο διάδικος που εμφανίζεται χωρίς συνήγορο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει με ακρίβεια τα νομικά του σημεία. Στη σελίδα 5 της πιο πάνω απόφασης, αναφέρθηκαν τα εξής από τον Πασχαλίδη, Δ.:- «Για το ζήτημα της επάρκειας της στοιχειοθέτησης των νομικών σημείων και των αντίστοιχων λόγων ακυρώσεως, αρκεί να λεχθεί, ότι ο Κανονισμός 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (ως έχουν τροποποιηθεί), ορίζει ότι διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υπέχει υποχρέωση έκθεσης και αιτιολόγησης των νομικών σημείων. Επιπρόσθετα η νομολογία αναγνωρίζει δικονομικές χαλαρώσεις υπέρ των αυτοπροσώπως χειριζομένων τις υποθέσεις τους πολιτών (βλ. Οικονόμου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 530).» Υιοθετώ πλήρως τα πιο πάνω, τα οποία αποτελούν πάγια θέση της νομολογίας. Με δεδομένη τη βλάβη που προξενείται στην Αιτήτρια από την αναφερόμενη μείωση του επιδόματος, δεν βλέπω πώς η προσφυγή, όπως είναι διατυπωμένη, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άνευ αντικειμένου, γι' αυτό και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της. Η διοίκηση σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση προς αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων. Σύμφωνα με το εδάφιο 5 του Άρθρου 146:- «5. Η κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ών πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.» Συγκεκριμένα η διοίκηση είναι υπόχρεη μετά από ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση που ήταν πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα αναδρομικά και στη συνέχεια στην απουσία έφεσης από τους καθ' ων η αίτηση, να προχωρήσει σε επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης (βλ. άρθρο 57 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/99), Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (1929-1959), σελ. 281-283 και η Δράση και ο Έλεγχος της Διοίκησης, 2η Έκδοση, σελ. 61 και 374). Στην προκειμένη περίπτωση η διοίκηση όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε, αλλά μέχρι σήμερα αρνείται να επαναφέρει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασης. Και όλα αυτά ενώ το Δικαστήριο στην προσφυγή 5894/13, από το 2014 σημείωσε την αδυναμία της διοίκησης να λάβει υπόψη κατά πόσον το εισόδημα της Αιτήτριας ήταν επαρκές για να καλύψει τις ιδιαίτερα αυξημένες ανάγκες του ανάπηρου παιδιού της. Το Δικαστήριο από τότε χαρακτήρισε τη στάση της διοίκησης «επαμφοτερίζουσα» με αντιφατικές εγκυκλίους, αγνοώντας προκλητικά τις ειδικές ανάγκες της Αιτήτριας και του ανήλικου γιου της, που θα έπρεπε να μην επιτρέψουν την περίπτωση της να εξεταστεί «κατά τη μαζική αναθεώρηση (των επιδομάτων) από το μηχανογραφημένο σύστημα». Η στάση της διοίκησης παρουσιάζεται ακόμα πιο ανεξήγητη, αφού αγνόησε και εκκλήσεις της Νομικής Υπηρεσίας για συμμόρφωση. Όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από το δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειριζόταν την υπόθεση, ο ίδιος εξήγησε στους Καθ'ων η αίτηση ότι παρά την καταχώρηση έφεσης, θε έπρεπε να συμμορφωθούν με την απόφαση επαναφέροντας τα πράγματα στην προηγούμενη τους θέση. Όμως οι Καθ'ων η αίτηση συνέχισαν να επικεντρώνουν την προσοχή τους στην ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο στο Νόμο, με την οποία διαφωνούσαν. Αν ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, η δύστροπη στάση της διοίκησης, μετά την ακύρωση της απόφασης της από το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι μόνο προκαλεί ερωτηματικά, αλλά δεν συνάδει καθόλου με τις ρητές πρόνοιες του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος που υπαγορεύουν στους πάντες ενεργό συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις και βέβαια και τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Ως αποτέλεσμα της στάσης της διοίκησης η Αιτήτρια, που μαζί με τον ανάπηρο γιο της ταλαιπωρούνται χωρίς λόγο εδώ και 7 χρόνια, αναγκάστηκε να προσφύγει στο Δικαστήριο δύο φορές, χωρίς βέβαια να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η όλη στάση της διοίκησης τείνει να υποσκάπτει το κράτος δικαίου και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου της διοίκησης. Στην υπόθεση Σάββα ν. ΚΟΑ
(1994)4 ΑΑΔ 1728, έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την ανάλυση του Βάσσου Ρώτη στον Τιμητικό Τόμο του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1979, Τόμος 1, σελ. 363, το οποίο είναι ενδεικτικό της απόγνωσης που δημιουργείται στον διοικούμενο από παρόμοιες δεσποτικές ενέργειες της διοίκησης, όπως στην παρούσα υπόθεση, να αποφύγουν να συμμορφωθούν με τα αποφασισθέντα σε ακυρωτική δικαστική απόφαση:- «... την αίτηση ακυρώσεως, ύστατο και σίγουρο καταφύγιο στο Κράτος Δικαίου των αδικουμένων από την Διοίκηση, την υποσκάπτει ανεπανόρθωτα η δυστροπία της Διοικήσεως, που βλέπει τις ενέργειές της να ανατρέπονται χαρακτηριζόμενες ως μη νόμιμες, να συμμορφωθεί στα αποφασισθέντα. Δυστροπία που κρύβει έναν επικίνδυνο δεσποτισμό της Διοικήσεως, ασυμβίβαστο προς κάθε έννοια νομιμότητας και Κράτους Δικαίου. Στη περίπτωση αυτή διαπιστώνεται, με τις υπάρχουσες από τις κείμενες διατάξεις δυνατότητες παρακάμψεως της αντιδράσεως, η έλλειψη αποτελεσματικότητας της ακυρώσεως. Έλλειψη η οποία δεν οδηγεί μόνο σε αδιέξοδο και σε απόγνωση τους διοικουμένους, δημιουργεί σ' ευρείς κύκλους της κοινής γνώμης εκτιμήσεις και πεποιθήσεις διαλυτικές που εξασθενίζουν την επιρροή και φθείρουν το κύρος και το γόητρο της Διοικητικής Δικαιοσύνης.» Ενόψει των πιο πάνω, η προσφυγή επιτυγχάνει με €200 για τα πραγματικά έξοδα της Αιτήτριας. Η παράλειψη των Καθ'ων η αίτηση να επαναφέρουν τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και με την απόσυρση της έφεσης τους, να επανεξετάσουν, κηρύσσεται άκυρη και παν το παραληφθέν όφειλε να είχε εκτελεστεί, δυνάμει του Άρθρου 146.4(γ) του Συντάγματος. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο