← Κύπρος

ΔΡ. ΝΤΙΝΟΣ ΞΥΔΑΣ ν. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΑΤΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 542/2012, 28/1/2016

ΔΡ. ΝΤΙΝΟΣ ΞΥΔΑΣ ν. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΑΤΡΩΝ, Υπόθεση Αρ. 542/2012, 28/1/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D47 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Υπόθεση Αρ. 542/2012) 28 Ιανουαρίου, 2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. [Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] ΔΡ. ΝΤΙΝΟΣ ΞΥΔΑΣ, Αιτητής, ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΙΑΤΡΩΝ, Καθ' ων η Αίτηση. _ _ _ _ _ _ Α. Ευσταθίου και για Α. Χατζησέργη, για τον Αιτητή. Θ. Κορφιώτης, για τους Καθ' ων η Αίτηση. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Ο αιτητής, ιατρός στο επάγγελμα, παραπέμφθηκε ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών (στο εξής «το Συμβούλιο»), αντιμετωπίζοντας πειθαρχικές κατηγορίες για επίδειξη κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος διαγωγής ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα, κατά παράβαση του άρθρου 4

(1)(β) του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1967 (Ν. 16/1967 ως έχει τροποποιηθεί) - (στο εξής «ο Νόμος»). Στις 12.1.2012, το Συμβούλιο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έκρινε τον αιτητή ένοχο και στις 26.1.2012 επέβαλε σ΄ αυτόν την ποινή της έγγραφης επίπληξης και την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας. Με την παρούσα προσφυγή, ο αιτητής αμφισβητεί την εγκυρότητα τόσο της απόφασης με την οποία αυτός είχε κριθεί ένοχος, όσο και της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή και η πληρωμή των εξόδων. Ο αιτητής έχει την ειδικότητα του Παθολόγου και ασκεί το ιατρικό επάγγελμα από το
  1. Η πειθαρχική του δίωξη ήταν το αποτέλεσμα των δηλώσεων στις οποίες αυτός προέβη μέσα στα πλαίσια της τηλεοπτικής εκπομπής με τίτλο «Με την Ελίτα» και με βασικό θέμα «Ορμονική Αποκατάσταση Σημαίνει Υγεία και Νεότητα», η οποία μεταδόθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό «Σίγμα» στις 11.12.
  2. Στην εν λόγω εκπομπή παρίσταντο, πέραν του αιτητή και της παρουσιάστριας, ο Δρ. Μιχαηλίδης, Πλαστικός Χειρούργος, και μια δεύτερη κυρία, η οποία προέβαινε σε σχολιασμό. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής γίνονταν παρεμβάσεις τηλεθεατών και ακολουθούσε σχολιασμός και ελεύθερη συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, ο αιτητής, κληθείς από την παρουσιάστρια να τοποθετηθεί σε κάποια τηλεφωνική παρέμβαση τηλεθεάτριας, η οποία παραπονείτο για ημικρανίες, πονοκεφάλους, νευραλγία, αυχενικό σύνδρομο και ψηλή χοληστερόλη από νεαρή ηλικία, προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις (σε παρένθεση το χρονικό σημείο [λεπτό/δευτερόλεπτο] της εκπομπής): «κ. Ελίτα (28.42): Λοιπόν ο πολύς κόσμος υποφέρει από αυτήν την ημικρανία. Γιατρέ Ξυδά δώστε μας την απάντηση σας. Δρ. Ξυδάς: (28.50): Ελίτα μου, βλέπουμε ενώ προοδεύει η ιατρική, ενώ παράγονται καινούργια φάρμακα, βγαίνουν καινούργια μηχανήματα, η υγεία του κόσμου έπρεπε να βελτιώνεται και σήμερα βιώνουμε κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε στη κλασική ιατρική αλλά η βιολογική μπορεί να το εξηγήσει. Έχουμε χαλάσει τελείως τη διατροφή μας. Οι τροφές που τρώμε δεν υπάρχουν ιχνοστοιχεία και βιταμίνες, είναι άδειες. Πίνουμε πολλά αναψυκτικά, άχρηστες τροφές γενικά. Ο τρόπος που ζούμε, δεν αφιερώνουμε χρόνο στον εαυτό μας, δεν αφιερώνουμε χρόνο στην οικογένεια μας. κ. Ελίτα (29.27): Ψυχική τροφή, συναισθηματική τροφή, σχέσεις, διατροφή και επιπλέον ένα σωρό όπως είπε και ο γιατρός ο Μιχαηλίδης, ηχορύπανση μπορεί να είναι, ένα σωρό άλλοι παράγοντες που επειδή μάθαμε να ζούμε μαζί τους, τους περνάμε στο ντούκου. Δηλαδή μπορεί να είναι ακόμη και το μαξιλάρι μας, μπορεί να είναι., αλλά σχετικά με την ημικρανία μπορούμε να προσφέρουμε αυτήν την ορμονική αποκατάσταση; Δρ. Ξυδάς (29.54): Βεβαίως και μπορούμε. Απλά πρέπει να αναφέρω κάτι το ευχάριστο, να το καταλάβει ο κόσμος. Η ημικρανία είναι ένα εύκολο πρόβλημα. κ. Ελίτα (30.00): Για τη βιολογική ιατρική. Δρ. Ξυδάς (30.08): Για τη βιολογική ιατρική, για την ιατρική της αντιγήρανσης. κ. Ελίτα (30.08) (με γέλιο και τονισμό) Είναι εύκολο πρόβλημα. Δρ. Ξυδάς (30.18): (χαμογελώντας) Εύκολο πρόβλημα. κ. Ελίτα (30.10): (χαμογελώντας) Άμα έρθουν οι τηλεθεάτριες εκεί με ημικρανία, θα έχω τα αποτελέσματα στο στούντιο, δηλαδή, θα τις ακούσω να μου το ομολογούν εδώ στο στούντιο. Δρ. Ξυδάς (30.18): Νομίζω έχετε δει πολλές φορές, αυτά που λέμε ότι έτσι είναι. κ. Ελίτα (30.19): Πόσα χρόνια συνεργαζόμαστε; Δρ. Ξυδάς (30.20): 4-
  3. Κυρία παρευρισκόμενη στο στούντιο (30.19): (μιλά σύγχρονα με κ. Ελίτα και δρ. Ξυδά) Θα έρθω εγώ πρώτη στο στούντιο Ελίτα. κ. Ελίτα (30.24): (απευθυνόμενη προς κυρία στο στούντιο) Έχεις. Κυρία παρευρισκόμενη στο στούντιο (30.25): Ναι έχω για χρόνια, ναι ημικρανίες οι οποίες με ταλαιπωρούν πάρα πολύ (γελώντας συνεχίζει) και αν ο γιατρός ο Ξυδάς μου υπόσχεται θεραπεία θα τη. κ. Ελίτα (30.34): Θα το ομολογήσεις ευχαρίστως. Δρ. Ξυδάς (30.36): Δεν είναι ο γιατρός ο Ξυδάς που υπόσχεται, απλά είναι οι θεραπείες, οι μέθοδοι αυτοί, οι φυσικές μέθοδοι που φέρνουν την αποκατάσταση. Δρ. Μιχαηλίδης (30.40): Ελίτα εκείνο που θέλω να πω για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους, εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να πούμε πόσο τέλειοι είμαστε εμείς, ο σκοπός και πιστεύω και ο σκοπός ο δικός σου είναι να ξυπνήσουμε τον κόσμο να κάνει πρόληψη και όχι. (διακόπτεται από την κ. Ελίτα)». Το Συμβούλιο του Ιατρικού Σώματος αποφάσισε την αυτεπάγγελτη διερεύνηση του θέματος και διόρισε ερευνώντα λειτουργό, ο οποίος ενημέρωσε γραπτώς τον αιτητή για τα όσα του αποδίδονταν, και ετοίμασε σχετικό πόρισμα, βάση του οποίου οι πιο πάνω δηλώσεις του συνιστούσαν «διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα», η οποία δικαιολογούσε την πειθαρχική του δίωξη, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου. Ακολούθως, κοινοποιήθηκε στον αιτητή κατηγορητήριο με δύο κατηγορίες, στο οποίο οι αντίστοιχες «λεπτομέρειες αδικήματος» αντικατόπτριζαν τις πιο πάνω επίμαχες δηλώσεις του. Ο αιτητής δεν παραδέχθηκε ενοχή και η ακρόαση της υπόθεσης απασχόλησε εννέα διαδοχικές συνεδριάσεις του Συμβουλίου, από τις 3.2.2011 μέχρι τις 30.9.2011, κατά τις οποίες κατέθεσαν και εξετάστηκαν ο ερευνών λειτουργός και διάφοροι μάρτυρες που είχαν κληθεί από την υπεράσπιση. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, το Συμβούλιο, στις 12.1.2012, αφού διαπίστωσε ότι το περιεχόμενο των λεπτομερειών των υφιστάμενων δύο κατηγοριών δεν αντιστοιχούσε με ακρίβεια στις δηλώσεις του αιτητή, προέβη σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου με την προσθήκη δύο νέων κατηγοριών, οι οποίες ήταν ελαφρώς διαφοροποιημένες, ώστε να αντανακλούν επακριβώς στο τι είχε πραγματικά λεχθεί από τον αιτητή στην επίδικη εκπομπή. Ακολούθως, το Συμβούλιο, κατά πλειοψηφία, αποφάσισε ότι ο αιτητής ήταν ένοχος στην 3η και 4η κατηγορία, ενώ απαλλάχθηκε αναφορικά με την 1η και 2η κατηγορία. Στην επόμενη συνεδρία του, ημερομηνίας 26.1.2012, το Συμβούλιο, αφού άκουσε το δικηγόρο του αιτητή ο οποίος αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής, επέβαλε σ΄ αυτόν την ποινή της έγγραφης επίπληξης και επιδίκασε εναντίον του τα έξοδα της διαδικασίας. Οι καθ' ων η αίτηση εγείρουν στο δικόγραφο της ένστασής τους δύο προδικαστικά ζητήματα, ισχυριζόμενοι, αφενός, ότι η προσφυγή δεν στρέφεται εναντίον εκτελεστής απόφασης και, αφετέρου, ότι μ' αυτή συμπροσβάλλονται απαράδεκτα δύο ανεξάρτητες και αυτοτελείς πράξεις. Ο αιτητής απαντά ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου με τις οποίες, αφού αποφασίστηκε η ενοχή του, επιβλήθηκε σ' αυτόν συγκεκριμένη πειθαρχική ποινή, φέρουν τα γνωρίσματα της εκτελεστής διοικητικής πράξης και, επομένως, προσβάλλονται παραδεκτά. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι πρόκειται περί συναφών πράξεων, καθότι η προτασσόμενη στο δικόγραφο απόφαση για την ενοχή του αποτελεί προϋπόθεση της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης, δηλαδή αυτής που αφορά την επιβολή ποινής. Τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής πράξης έχουν κατ' επανάληψη προσδιοριστεί στη νομολογία. Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ' αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν η πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα αυτή είναι εκτελεστή. Στη Δημοκρατία v. Sunoil Bunkering Ltd
(1994)3 ΑΑΔ 26, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ακολουθώντας την πάγια κυπριακή νομολογία επί του θέματος, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με βάση τις συναφείς αρχές της Ελληνικής νομολογίας, διατύπωσε το σχετικό κριτήριο ως εξής: «Το κριτήριο για την εκτελεστότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης είναι η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, δηλαδή η γένεση εξ' αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πράξη είναι εκτελεστή εφόσον επιβάλλει υποχρεώσεις στο διοικούμενο μη υφιστάμενες πριν την έκδοση της, η μη εκπλήρωση των οποίων παρέχει το δικαίωμα στη Διοίκηση να επικαλεσθεί τα μέσα του δικαίου για την εκτέλεση της». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας, εκτελεστές είναι οι πράξεις «δια των οποίων δηλούται βούληση διοικητικού οργάνου σκοπούσα την παραγωγήν εννόμου αποτελέσματος έναντι των διοικουμένων» (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 236-237). Εν προκειμένω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι δύο προσβαλλόμενες πράξεις, αυτοτελώς εξεταζόμενες, φέρουν τα πιο πάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εκτελεστότητας. Στην παρούσα όμως περίπτωση, υπάρχει μια ιδιομορφία. Η απόφαση με την οποία κρίθηκε ένοχος ο αιτητής, απώλεσε την αυτοτέλειά της και ενσωματώθηκε στην τελική απόφαση επιβολής της πειθαρχικής ποινής. Το γεγονός ότι προσβάλλονται στο αιτητικό ξεχωριστά, δεν δημιουργεί κώλυμα εξέτασης της νομιμότητας, είτε της μιας, είτε της άλλης, καθότι πρόκειται για περίπτωση σύνθετης διοικητικής ενέργειας, για την οποία στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 244, αναφέρονται τα εξής: «Μετά την έκδοσιν της διοικητικής πράξεως της αποτελούσης το τέρμα της όλης συνθέτου διοικητικής ενεργείας, αύτη αποτελεί έκτοτε ενιαίαν πράξιν, πλήρως συντελεσθείσαν, και συνεπώς εφεξής προσβλητή είναι μόνον η τελευταία πράξις, ουχί δε αυτοτελώς μεμονωμένη και ενδιάμεσος πράξις, ήτις απώλεσεν την ιδίαν αυτής αυτοτέλειαν συγχωνευθείσα εις την τελικήν. Προσβαλλομένης όμως της τελικής πράξεως παραδεκτώς προσβάλλονται και λόγοι αναγόμενοι εις τας μερικωτέρας και συγχωνευθείσας πράξεις, η διαπίστωσις δε της ακυρότητος τινός εξ αυτών επιφέρει την ακυρότητα των ακολουθησασών μερικωτέρων πράξεων, δια την έκδοσιν των οποίων η κριθείσα ως παράνομος αποτελεί νόμιμον προϋπόθεσιν». Στο δε σύγγραμμα του Π. Δ. Δαγτόγλου - Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Τέταρτη Αναθεωρημένη Έκδοση, παράγραφος 576, αναφέρονται τα εξής: «Η σύνθετη διοικητική ενέργεια αποτελεί ενιαία διοικητική διαδικασία. Από την ενότητα αυτή προκύπτουν ουσιαστικές και δικονομικές συνέπειες. Οι ουσιαστικές συνέπειες αφορούν το κύρος των επί μέρους πράξεων και της όλης διοικητικής ενέργειας: το κύρος καθεμιάς από τις διαδοχικές πράξεις εξαρτάται και από το κύρος όλων των προηγούμενων (προπαρασκευαστικών) πράξεων. Το νομικό ελάττωμα μιας προπαρασκευαστικής πράξεως συμπαρασύρει μάλιστα στην ακυρωσία όχι μόνο όλες τις επόμενες πράξεις, συμπεριλαμβανομένης και της τελικής, αλλά κατά κανόνα την όλη διοικητική ενέργεια.» Στην Τamassos Suppliers v. Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 60, 68, υποδείχθηκαν τα εξής: «Η τελική πράξη, γνωστή ως σύνθετη στο διοικητικό δίκαιο, απορροφά μετά την έκδοση της τα συνθετικά της στοιχεία τα οποία χάνουν την αυτοτέλεια τους». Εν προκειμένω, η καταδίκη έχει απορροφηθεί στη τελική πράξη της επιβολής ποινής στα πλαίσια εξέτασης της οποίας μπορούν να προβληθούν και εξεταστούν και λόγοι που αφορούν τη νομιμότητα της συγχωνευθείσας πράξης (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1)
(2010)3 ΑΑΔ 333, 335-336). Τυχόν ελαττώματα της διαδικασίας που αφορά την καταδίκη, θα συμπαρασύρουν σε ακυρότητα και την επιβληθείσα πειθαρχική ποινή. Συνεπώς, οι προδικαστικές ενστάσεις είναι ανεδαφικές και απορρίπτονται. Ο αιτητής προβάλλει και αναπτύσσει ως λόγους ακυρότητας ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω: (α) Ουσιώδους πλάνης περί το νόμο και τα πραγματικά γεγονότα - εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου και παραβίασης του άρθρου 19 του Συντάγματος, και (β) Πλάνης περί τα πράγματα σε σχέση με την αξιολόγηση του μάρτυρα και της μαρτυρίας του - λανθασμένης αξιολόγησης μαρτυρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο: "Ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη: (α)......................... (β) εάν επέδειξε κατά την άσκησιν του επαγγέλματός του διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το ιατρικόν επάγελμα: Νοείται ότι ως ασυμβίβαστος προς το ιατρικόν επάγγελμα διαγωγή θεωρείται, πλην άλλων, πάσα παράβασις των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου?. Σημειώνεται ότι η πιο πάνω πρόνοια του εδαφίου (β), τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το Ν.180(Ι)/2011. Σύμφωνα με την τροποποιημένη διάταξη του άρθρου 4
(1)(β) - η οποία βέβαια δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση - ιατρός υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη «εάν επέδειξε στα πλαίσια της ιδιότητας του ως ιατρού διαγωγή επονείδιστη ή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα». Ο αιτητής, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου, όπως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, εισηγείται ότι οι απόψεις που αυτός εξέφρασε στην επίμαχη εκπομπή και οι οποίες θεωρήθηκαν ως «επίδειξη ασυμβίβαστης διαγωγής» δεν ενέπιπταν στα πλαίσια άσκησης του επαγγέλματος του, όπως απαιτείται στο άρθρο 4
(1)(β). Αμφισβητεί δε τα συμπεράσματα που κατεγράφησαν από τους καθ' ων η αίτηση στο πρακτικό της συνεδρίας τους, ημερομηνίας 12.1.2012, και ισχυρίζεται ότι αυτοί λανθασμένα, και κάτω από συνθήκες ουσιώδους πλάνης, επικαλέστηκαν στην απόφασή τους το άρθρο 24(γ) του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου (Κεφ.250) για σκοπούς καθορισμού της έννοιας της άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος. Η συγκεκριμένη πρόνοια, τονίζει ο αιτητής, αφορά περίπτωση μη εγγεγραμμένων γιατρών και, ως εκ τούτου, δεν τον αφορά, αφού ο ίδιος είναι εγγεγραμμένος γιατρός και μέλος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου. Επιπρόσθετα, η εν λόγω πρόνοια αναφέρεται σε «άσκηση ιατρικής», η οποία είναι έννοια διαφορετική από την «άσκηση ιατρικού επαγγέλματος». Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι οι επίμαχες απόψεις του συνιστούσαν απλή έκφραση γνώμης, η οποία κατοχυρώνεται στο Άρθρο 19 του Συντάγματος και δεν αποτελούσαν προσφορά ιατρικών υπηρεσιών, υπαγόμενη στην έννοια της άσκησης του επαγγέλματος. Επισημαίνει επιπρόσθετα ότι η παροχή ιατρικών υπηρεσιών, βάσει του Κανονισμού 16 των περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμών του 1991 (Κ.Δ.Π. 100/91), προϋποθέτει την καταβολή αμοιβής στο γιατρό, στοιχείο που απουσιάζει στην παρούσα περίπτωση. Προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας του ο αιτητής παρέπεμψε σε δύο αποφάσεις, στην πρωτόδικη Λαουτάρης v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων
(1992)4(Γ) ΑΑΔ 2390 και στην Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών v. Αγαθαγγέλου κ.ά.
(2001)3(Α) ΑΑΔ 447, οι οποίες όμως διαφοροποιούνται από την παρούσα ως προς τα γεγονότα. Στη Λαουτάρης, η εγκατάλειψη από τον αιτητή της αίθουσας του Πειθαρχικού Συμβουλίου, κρίθηκε ότι συνιστούσε παράβαση των Κανονισμών περί Δεοντολογίας, αλλά δεν αποτελούσε ενέργεια "κατά την άσκηση του επαγγέλματος του", ώστε να στοιχειοθετεί πειθαρχικό παράπτωμα δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Στην Αγαθαγγέλου, κρίθηκε ότι η απλή παράλειψη των εφεσίβλητων να υποβάλουν τις συμβάσεις που είχαν συνάψει με το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης της εταιρείας ΚΕΟ, στην Επιτροπή του Ιατρικού Συλλόγου τους, συνιστούσε μεν διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, σύμφωνα με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, αλλά δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ενέπιπτε στα όρια της έννοιας "κατά την άσκηση του επαγγέλματος?. Η θέση των καθ' ων η αίτηση έναντι της πιο πάνω επιχειρηματολογίας είναι ότι «η μόνη οριοθέτηση του τι συνιστά άσκηση ιατρικής, περιλαμβάνεται στην πρόνοια του άρθρου 24(γ) του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου Κεφ.250, η οποία είναι η πρόνοια που για προφανείς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, απαγορεύει σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος ιατρός να ασκεί ή μετέρχεται την ιατρική. Είναι η πρόνοια που κατοχυρώνει αυτό καθ' εαυτό το ιατρικό επάγγελμα και προστατεύει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των εγγεγραμμένων ιατρών». Επιπρόσθετα, εισηγούνται ότι η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος που «δεν είναι άλλη από την έμπρακτη εφαρμογή της επιστημοσύνης των ιατρών, δεν μπορεί να περιορίζεται στην επ' αμοιβή προσφορά εν στενή εννοία ιατρικών υπηρεσιών, αλλά εκτείνεται σε ό,τι ο νομοθέτης διαφύλαξε ως πεδίο ενεργειών, όπου μόνο ιατροί μπορούν να εισέλθουν. Σε αυτό το πεδίο ρητά περιλαμβάνονται και η παροχή ιατρικής γνώμης ή συμβουλής ή η υπόδειξη θεραπείας». Ισχυρίζονται, περαιτέρω, οι καθ΄ων η αίτηση ότι, όπως προκύπτει από τους διαλόγους που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της επίμαχης εκπομπής, οι δηλώσεις του αιτητή αποσκοπούσαν στην προσέλκυση ασθενών στο ιατρείο του για να τους προσφέρει ιατρικές υπηρεσίες και συνιστούσαν, κατ' επέκταση, διαφήμιση των υπηρεσιών αυτών. Για σκοπούς αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ενδείκνυται η παράθεση του σχετικού αποσπάσματος από τα πρακτικά του Συμβουλίου. Εξετάζοντας κατά πόσο συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου και απορρίπτοντας τις περί του αντιθέτου απόψεις του δικηγόρου του αιτητή, το Συμβούλιο σημείωσε τα ακόλουθα (σελ. 12 -14 του Παραρτήματος 10 της Ένστασης): «Το κατά πόσον η επίδειξη ασυμβίβαστης συμπεριφοράς για το ιατρικό επάγγγελμα έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του Δρ. Ξυδά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του διωκόμενου συναδέλφου επιχειρηματολόγησε ότι η επίδικη διαγωγή δεν επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του Δρ. Ξυδά. Το να επιδείχθηκε η ασυμβίβαστη με το ιατρικό επάγγελμα διαγωγή κατά την άσκηση του επαγγέλματος του ιατρού, είναι προϋπόθεση εφαρμογής του Άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου. Αυτό προκύπτει ευθέως από το λεκτικό του Άρθρου και τονίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών - Vs - Δρ. Νεάρχου - Μάρκου Αγαθαγγέλου κ.α.
(2001)3 Α ΑΑΑ
  1. Προς στήριξη του επιχειρήματος του ο κος Χατζησέργης αναφέρει στην Γραπτή Αγόρευση του ότι για να στοιχειοθετείται άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος θα πρέπει ο ιατρός να είναι εγγεγραμμένος στον ιατρικό σύλλογο, να παρέχει ιατρικές υπηρεσίες ή να παρέχει οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική αρωγή ή συμβουλή προς ασθενείς του και να απαιτεί και εισπράττει αμοιβή για τις ιατρικές υπηρεσίες που παρέχει. Δεν συμφωνούμε με την θέση του κου. Χατζησέργη. Η κείμενη νομοθεσία οριοθετεί τι συνιστά άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος μέσω της απαγόρευσης άσκησης της ιατρικής από μη ιατρούς στο Άρθρο 24 (γ) του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου που προνοεί τα εξής:
  2. Όποιος - (α)........................... (β)......................... (γ) αν και δεν είναι εγγεγραμμένος γιατρός ασκεί ή μετέρχεται την ιατρική, χειρουργική ή μαιευτική ή παρέχει οποιαδήποτε ιατρική γνώμη ή συμβουλή ή υποδεικνύει οποιαδήποτε ιατρική ή χειρουργική θεραπεία ή αναλαμβάνει τη διάγνωση ή θεραπεία οποιασδήποτε ασθένειας ή πάθησης με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο με οποιοδήποτε πρόσχημα? (δ)............................ (ε).......................... είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών ή σε χρηματική ποινή εκατό πενήντα λιρών ή και στις δύο αυτές ποινές. Προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 24 (γ) του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου ότι η άσκηση ιατρικής δεν περιορίζεται στη στενή έννοια της παροχής επ' αμοιβή ιατρικών υπηρεσιών σε συγκεκριμένο ασθενή, αλλά περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την παροχή οποιασδήποτε ιατρικής γνώμης ή συμβουλής καθώς και στην υπόδειξη ιατρικής θεραπείας, όπως συνέβηκε στην παρούσα περίπτωση αφού:
  3. Ο Δρ. Ξυδάς εμφανίστηκε στην επίδικη εκπομπή με την ιδιότητα του ως Ιατρός και όχι ως απλός πολίτης.
  4. Παρείχε προς τους παρευρισκόμενους, προς τους τηλεθεατές που συμμετείχαν μέσω τηλεφώνου και προς το ευρύ κοινό, ιατρικές γνώσεις ή συμβουλές και υπέδειξε συγκεκριμένες θεραπείες, την εφαρμογή δηλαδή της βιολογικής ιατρικής ή της ιατρικής της αντιγήρανσης όπως ο ίδιος τις ονομάζει. Συνεπώς κρίνουμε πως η ασυμβίβαστη με το ιατρικό επάγγελμα διαγωγή που επέδειξε ο Δρ. Ξυδάς, έγινε κατά την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος καθόσον αφορά και στις δύο αναφορές του». Από το πιο πάνω κείμενο είναι προφανές ότι το Συμβούλιο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσον οι επίμαχες δηλώσεις του αιτητή έγιναν «κατά την άσκηση του επαγγέλματος του» στηρίχθηκε κατά μέγιστο βαθμό στο άρθρο 24(γ) του Κεφ.
  5. Δεδομένου όμως ότι, όπως εύστοχα παρατηρήθηκε από το δικηγόρο του αιτητή, το εν λόγω εδάφιο (γ) του άρθρου 24 διέπει την περίπτωση άσκησης ιατρικής, ή παροχής ιατρικής γνώμης ή συμβουλής καθώς και την υπόδειξη οποιασδήποτε ιατρικής θεραπείας από μη εγγεγραμμένο ιατρό, καθίσταται αμφίβολο αν θα μπορούσε αυτό να εκληφθεί ως ερμηνευτικό εργαλείο για τους σκοπούς καθορισμού της έννοιας «κατά την άσκηση του επαγγέλματος του», του άρθρου 4
(1)(β) του Νόμου, ούτως ώστε να καλύψει και την περίπτωση του αιτητή ως εγγεγραμμένου γιατρού. Σημειώνεται ότι το άρθρο 24 του Κεφ. 250 φέρει τον πλαγιότιτλο "Ποινές? και αναφέρεται σε περιπτώσεις προσώπων που είτε παραβιάζουν τις νόμιμες διατυπώσεις εγγραφής, είτε εσκεμμένα και ψευδώς παριστάνουν τους γιατρούς, είτε ασκούν την ιατρική χωρίς να είναι εγγεγραμμένα ή καθ' ον χρόνο τους έχει απαγορευτεί η άσκηση του επαγγέλματος. Αποσκοπεί δε προφανώς στην αποτροπή παρόμοιων φαινομένων. Από την άλλη, "Iατρός?, σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου, σημαίνει "πρόσωπον εγγεγραμμένον συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου ?. Με την τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 4
(1)(β) του Νόμου και η οποία, όπως επισημάνθηκε, δεν εφαρμόζεται στη παρούσα, η φράση "κατά την άσκηση του επαγγέλματος? έχει πλέον αντικατασταθεί με την προφανώς ευρύτερη φράση "στα πλαίσια της ιδιότητας του ως ιατρού?, διανοίγοντας έτσι το πεδίο, ούτως ώστε να εμπίπτουν στην εμβέλειά του και περιπτώσεις με τα χαρακτηριστικά της παρούσας. Εδώ, όμως, το Συμβούλιο όφειλε να εφαρμόσει το Νόμο, ως είχε, κατά την έκδοση της απόφασής του, και, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι η κατάληξή του ότι οι σχετικές δηλώσεις του αιτητή, στα πλαίσια της επίμαχης εκπομπής, εκφράστηκαν «κατά την άσκηση του επαγγέλματος του», δεν έχει έρεισμα στο τότε ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Η δε ερμηνεία που εν τέλει αποδόθηκε από το Συμβούλιο συνιστούσε κατ' ουσίαν σε υπέρβαση της ισχύουσας νομοθετικής διάταξης, με διεύρυνση της εμβέλειάς της, προτού αυτή τροποποιηθεί από το νομοθέτη. Πέραν τούτου, με βάση την εικόνα που αναδύεται από τους καταγεγραμμένους διαλόγους και λαμβανομένου υπόψη του γενικότερου κλίματος της συζήτησης, της περιορισμένης έκτασης και του περιεχομένου των επίμαχων αναφορών και των διαδοχικών παρεμβάσεων που σημειώθηκαν κατά τη ροή της εκπομπής, η άποψη ότι, στα πλαίσια και μόνο των επίμαχων στιχομυθιών, ο αιτητής άσκησε το επάγγελμά του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι δε απόψεις που προωθήθηκαν από τους δικηγόρους των καθ'ων η αίτηση, περί πρόθεσης διαφημιστικής προβολής του αιτητή και, εν τέλει, άγρας πελατών από αυτόν, θέτουν ουσιαστικά το ζήτημα πάνω σε άλλη βάση και, ως εκ τούτου, δεν είναι αποδεκτές. Η απαγόρευση διαφήμισης διέπεται από το άρθρο 22, του Κεφ.250, και δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι απασχόλησε το Συμβούλιο καθ' οιονδήποτε τρόπο αυτή η πτυχή. Όπως έχει νομολογηθεί, ισχυρισμοί και επιχειρήματα που προβάλλονται στην αγόρευση του δικηγόρου του διοικητικού οργάνου δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος της αιτιολογίας της επίδικης απόφασης, η οποία πρέπει να δίδεται στον ουσιώδη χρόνο της έκδοσής της. Διά των αγορεύσεων δεν μπορούν να συμπληρωθούν ή να παρεισφρήσουν γεγονότα που δεν εμφανίζονται στα ίδια τα πρακτικά, διότι οι αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία που προϋποθέτει ως βάση την ύπαρξη πρωτογενών δεδομένων (βλ. Αχιλλέως v. E.Δ.Υ.
(1992)3 ΑΑΔ 565, J.M.C. Polytrade v. Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 294 και Φράγκου v. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 270). Δοθέντος ότι η θεμελίωση ακόμα και ενδεχομένου πλάνης στοιχειοθετεί λόγο ακυρότητας (βλ. Κωνσταντίνου v. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων
(1992)3 ΑΑΔ 228) και ότι, εν προκειμένω, η ορθότητα της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών από το Συμβούλιο έχει τεθεί εν αμφιβόλω, η προσφυγή θα πρέπει να επιτύχει. Η προσφυγή επιτυγχάνει με €1.200 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, υπέρ του αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Κ. Σταματίου, Δ. /ΧΤΘ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.