← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΙΝΙΝΟΣ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 239/13, 264/13, 476/13, 574/13, 6

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΙΝΙΝΟΣ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 239/13, 264/13, 476/13, 574/13, 666/13, 671/13, 672/13 και 742/13, 17/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D155 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 239/13, 264/13, 476/13, 574/13, 666/13, 671/13, 672/13 και 742/13) 17 Μαρτίου, 2016 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 239/2013) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΧΙΝΙΝΟΣ, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω

  1. αρχηγου αστυνομιασ,
  2. υπουργου δικαιοσυνησ και δημοσιασ ταξεως, Καθ΄ων η Αίτηση. _________________________ (Υπόθεση Αρ. 264/2013) ΜΑΡΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  3. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  4. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 476/2013) ανωτεροσ υπαστυνομοσ νικοσ μαυρογενησ, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  5. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  6. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 574/2013) ανωτεροσ υπαστυνομοσ ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΡΥΦΩΝΟΣ, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  7. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  8. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 666/2013) κωνσταντινοσ κωνσταντινου, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  9. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  10. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 671/2013)
  11. σπυροσ σπυρου,
  12. μιχαλακησ α. φελλασ, Αιτητές, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  13. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  14. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 672/2013)
  15. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΣΑΠΠΑΣ,
  16. ΣΩΖΟΣ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗΣ, Αιτητές, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  17. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  18. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 742/2013) ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αιτητής, ν. κυπριακησ δημοκρατιασ, μεσω
  19. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  20. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. Μ. Καλλιγέρου (κα), για τους Αιτητές στις προσφυγές 239/13, 671/13 και 672/
  21. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χρ. Μιχαηλίδου) Δ. Καλλής, για τον Αιτητή στην 264/
  22. Γ. Καραπατάκης, για τους Αιτητές στις 476/13 και 574/
  23. Σ. Αγγελίδης, για τον Αιτητή στην 666/
  24. Χρ. Τριανταφυλλίδης, για τον Αιτητή στην 742/
  25. Φ. Κωμοδρόμος, για τους Καθ'ων η αίτηση σε όλες τις προσφυγές. (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Παρασκευάς) Ε. Κελεπέσιη (κα) για Κάκκουρα, Παναγίδη και Χρυσάνθου, για το Ενδιαφερόμενο Μέρος 2 σε όλες τις προσφυγές. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Με τις οκτώ προσφυγές προσβάλλεται η προαγωγή στη θέση Αστυνόμου Β΄ των Σάββα Φελλά (ΕΜ 1) και Ελευθέριου Χριστοδούλου (ΕΜ 2), η οποία γνωστοποιήθηκε με δημοσίευση στις Εβδομαδιαίες Διαταγές του Αρχηγού της Αστυνομίας στις 4.2.
  26. Η διαδικασία προαγωγής Ανώτερων Αξιωματικών, όπως εν προκειμένω Αστυνόμου Β', καθορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών του 2004 (ΚΔΠ 214/2004) («οι Κανονισμοί»). Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, κατόπιν διαβούλευσης με τον Αρχηγό Αστυνομίας, διόρισε Επιτροπή Αξιολόγησης («η Επιτροπή») με σκοπό την αξιολόγηση όλων των υποψηφίων για προαγωγή στην επίδικη θέση, σύμφωνα με τον Κανονισμό 22 των πιο πάνω Κανονισμών. H Επιτροπή ζήτησε από τους Αστυνομικούς Διευθυντές και Διοικητές Μονάδων όπως υποβάλουν γραπτές εκθέσεις για τους υποψηφίους που υπηρετούν κάτω από την εποπτεία τους. Ακολούθως, προχώρησε στην αξιολόγηση των υποψηφίων. Ο Αρχηγός Αστυνομίας αφού έλαβε υπόψη την έκθεση που υποβλήθηκε για κάθε υποψήφιο, τις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης με έμφαση στα δύο τελευταία έτη και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων, υπέβαλε στον Υπουργό Δικαιοσύνης σύσταση για κάθε προσοντούχο υποψήφιο. Στη σύστασή του ο Αρχηγός κατέταξε τόσο τους αιτητές όσο και τα ΕΜ ως Εξαίρετους στην αξία και Πολύ Καλούς στα προσόντα. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 16

(1)και
(2)του Ν. 73(Ι)/2004, αποφάσισε την προαγωγή των δύο ΕΜ στις επίδικες θέσεις από 25.1.2013. Ενημερώθηκαν επί τούτου οι Αστυνομικοί Διευθυντές και οι προαγωγές δημοσιεύτηκαν στις Εβδομαδιαίες Διαταγές. Προδικαστική ένσταση εγειρόμενη από το ΕΜ 2 Εγείρεται προδικαστική ένσταση ως προς το έννομο συμφέρον των αιτητών στις προσφυγές αρ. 239/2013, 264/2013, 476/2013, 574/2013, 671/2013 και 672/2013 να στρέφονται κατά της σύστασης του Αρχηγού και αυτό επειδή ο Αρχηγός προέβη στη σύσταση και των αιτητών. Οπότε, προσβάλλοντας τη σύσταση του Αρχηγού, κατά το ΕΜ 2, «πλήττουν το μοναδικό υπόβαθρο τελικής νομιμοποίησής τους για διεκδίκηση της προαγωγής, αφού και οι ίδιοι συστήθηκαν ως κατάλληλοι για προαγωγή από τον Αρχηγό». Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Δεν αρκεί η συμπερίληψη των αιτητών στη σύσταση του Αρχηγού. Έχει σημασία και το περιεχόμενο της σύστασης το οποίο ο Υπουργός εν τέλει έλαβε επίσης υπόψη. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι αναιτιολόγητα, καθώς θα δούμε πιο κάτω, αξιολογήθηκαν ως Πολύ Καλοί στα προσόντα αιτητές με προσόντα αυξημένα έναντι των ΕΜ τα οποία ομοίως αξιολογήθηκαν ως Πολύ Καλός, δεν θεραπεύεται από τη συμπερίληψή τους και μόνο στη σύσταση. Στην απόφασή του ο Υπουργός ειδικώς για τα προσόντα σημείωσε πως από τη σύσταση προκύπτει ότι και οι 41 υποψήφιοι έχουν κριθεί ως Πολύ Καλοί, πράγμα το οποίο φανερώνει πως αποδόθηκε σημασία στον παράγοντα αυτό και είναι αδύνατον να γνωρίζουμε ποια θα ήταν η απόφαση στο ενδεχόμενο η κρίση του Πολύ Καλός στα προσόντα, να ήταν διαφορετική. Έχοντας αυτά υπόψη, η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προσφυγή 239/2013 Νομικοί ισχυρισμοί Είναι η εισήγηση του αιτητή ότι η αξιολόγησή του ως Πολύ Καλού σε προσόντα τόσο από την Επιτροπή Αξιολόγησης όσο και από τον Αρχηγό ήταν ουσιωδώς πεπλανημένη και αναιτιολόγητη έχοντας υπόψη τα εκδήλως υπέρτερα προσόντα του κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Κατά τον αιτητή, ανεπιτρέπτως τόσο ο Αστυνομικός Διευθυντής, όσο και η Επιτροπή και ο Αρχηγός επαναξιολόγησαν αντικειμενικά δεδομένα όπως τα προσόντα των υποψηφίων, διαδικασία η οποία δεν προβλέπεται από το Νόμο. Η κατάληξη Συμμερίζομαι την αντίδραση του δικηγόρου του ΕΜ 2 πως ο ισχυρισμός περί παρανόμου υποκειμενικής επαναξιολόγησης δεν ευσταθεί. Το άρθρο 16
(2)(α) και (β) του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Ν. 73(Ι)/2004, επιτάσσει πως τόσο η Επιτροπή Αξιολόγησης όσο και ο Αρχηγός οφείλουν να αξιολογήσουν τους υποψηφίους για σκοπούς προαγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τους προβλεπόμενους από το Νόμο παράγοντες, μεταξύ των οποίων και τα προσόντα. Αυτό έχει γίνει εν προκειμένω. Κατά την κρίση μου, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πως οι ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης προκαταλαμβάνουν ή περιορίζουν την αξιολόγηση των υποψηφίων και ως προς τα προσόντα τους. Είναι σταθερά νομολογημένο ότι οι ετήσιες εκθέσεις παραμένουν ένας αξιόπιστος δείκτης της υπηρεσιακής αξίας/ικανότητας των υποψηφίων (Κωνσταντίνου ν. Ξενίδη κ.α.
(2004)3 ΑΑΔ 375). Τα προσόντα, όπως και η αρχαιότητα, παρά το ότι περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές, εν τούτοις αξιολογούνται στα πλαίσια της προαγωγικής διαδικασίας, κατά το ανωτέρω άρθρο 16
(2)(α) και (β) του Νόμου, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός περί επαναξιολόγησης ήδη αξιολογημένων κριτηρίων να μην ευσταθεί. Αποδοχή του ισχυρισμού του αιτητή θα ισοδυναμούσε με εκ των προτέρων καθορισμό της αξίας που θα μπορούσε να αποδοθεί στον παράγοντα των προσόντων, θέση ασυμβίβαστη με τις αρχές της νομολογίας. Όπως κρίθηκε στη Σαμουήλ ν. Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης Κύπρου
(2003)3 ΑΑΔ 513, «Το Σχέδιο Υπηρεσίας θέτει τα ελάχιστα προαπαιτούμενα. Προσόντα πέραν τούτων αποκτούν σημασία η οποία βεβαίως δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Είναι σε κάθε περίπτωση, συναρτημένη προς τη φύση και τους συσχετισμούς προς κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, στο πλαίσιο του συνόλου των κριτηρίων». Όμως, χωρίς να υπεισέρχομαι σε πρωτογενή εξέταση είτε της συνάφειας είτε της αξίας που θα πρέπει να αποδοθεί στα προσόντα των αιτητών, το γεγονός παραμένει πως αναιτιολόγητα έχουν αξιολογηθεί οι υποψήφιοι ως Πολύ Καλοί σε προσόντα ανεξαρτήτως της κατοχής από μέρους ορισμένων υποψηφίων, όπως ο αιτητής εν προκειμένω, προσόντων τόσο διαφορετικών από των ενδιαφερομένων μερών (ακαδημαϊκά προσόντα έναντι απολυτηρίου Γυμνασίου) (βλ. Μάριος Χριστοφίδης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθέσεις αρ. 1437/2012 κ.α., ημερ. 24.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D560 και Γεώργιος Ανδρέου Χινινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις αρ. 326/2012 κ.α., ημερ. 24.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D563). Περαιτέρω, η υπεροχή των ΕΜ σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση κατά τέσσερις μήνες έναντι του αιτητή δεν διασώζει τη νομιμότητα της πράξης. Παρά το ότι η πείρα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση προσθέτει στην αξία του υποψηφίου, παρατηρώ πως η υπεροχή σε αρχαιότητα δεν δόθηκε ως αιτιολογία από τον Υπουργό για την επιλογή των ΕΜ. Δεν μπορεί συνεπώς να προτάσσεται από το δικηγόρο του ΕΜ 2 και το δικηγόρο των καθ' ων η αίτηση, ως αιτιολογικό στήριγμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, καταλήγω πως η έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και η σύσταση του Αρχηγού προκύπτουν αναιτιολόγητες με αποτέλεσμα και η απόφαση του Υπουργού στην οποία υιοθετήθηκε η έκθεση της Επιτροπής και η εν λόγω σύσταση του Αρχηγού, να πάσχει ακριβώς ενόψει και του μη προσδιορισμού του λόγου για τον οποίο τα ΕΜ κρίθηκαν ως υπερέχοντες από τον Υπουργό κατά παράβαση του άρθρου 16
(3)του Ν. 73(Ι)/2004. Προσφυγή 264/2013 Νομικοί ισχυρισμοί Ο αιτητής εγείρει ως λόγους ακυρότητας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν πλημμελούς αξιολόγησης των στοιχείων που συνθέτουν την καταλληλότητα των υποψηφίων για προαγωγή, δηλαδή της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας, είναι παράγωγο παραγνώρισης σχετικών στοιχείων και παραγόντων δηλαδή των προσόντων, της αρχαιότητας και της πείρας του αιτητή και των ΕΜ, καθώς και ότι τυγχάνει αναιτιολόγητη. Ο αιτητής επισημαίνει πως υπερέχει έναντι των ΕΜ σε μόρφωση ενόψει της κατοχής ακαδημαϊκών προσόντων από μέρους του καθώς και της παρακολούθησης μεγαλύτερου αριθμού σειρών μαθημάτων/ σεμιναρίων στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Υπερέχει δε και σε αρχαιότητα έναντι των ΕΜ στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση κατά 22 μήνες. Ενόψει αυτών των διαφορών, ο αιτητής θεωρεί πως η αξιολόγηση από τον Αρχηγό και εν τέλει η απόφαση του Υπουργού είναι πλημμελείς. Δεν έγινε η απαιτούμενη εξέταση της συνάφειας των προσόντων των υποψηφίων με τα καθήκοντα της θέσης ώστε να αποδοθεί η ανάλογη σημασία σ' αυτά κατά την Πούρος κ.α. ν. Χατζηστεφάνου κ.α.
(2001)3 ΑΑΔ 374 και τη Ζωδιάτης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 ΑΑΔ 406. Οπότε, κατά τον αιτητή, είναι ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος της τελικής κρίσης σύμφωνα με την οποία και οι τρεις υποψήφιοι έχουν αξιολογηθεί ως «πολύ καλός» στο στοιχείο των προσόντων και η οποία έτσι καθίσταται αναιτιολόγητη. Σε αντίθεση με αυτή την αξιολόγηση, όπως ο αιτητής επισημαίνει, στις συστάσεις του προϊστάμενου του αιτητή αναφέρθηκε μεταξύ άλλων πως πρόκειται για αξιωματικό με εξαίρετη αξία και προσόντα αλλά και στις εκθέσεις του 2011 και 2012 ο Αστυνομικός Διευθυντής σημείωσε και πως «πρόκειται για εξαίρετο αξιωματικό, μορφωμένο με ψηλά ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα», και ότι «πρόκειται για αξιωματικό με εξαίρετη αξία και προσόντα», αντιστοίχως. Είναι η εισήγηση του αιτητή πως πρόκειται περί απόκλισης από τα στοιχεία του φακέλου με αποτέλεσμα η αξιολόγηση της Επιτροπής να τυγχάνει αναιτιολόγητη και ως τέτοια να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την τελική απόφαση του Υπουργού. Περαιτέρω, η υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, του προσδίδει και την ανάλογη υπεροχή σε πείρα η οποία προσμετρά ως στοιχείο της αξίας και η οποία, όμως, παραγνωρίστηκε. Επιπρόσθετα, ο αιτητής επισημαίνει ότι πανομοιότυπο λεκτικό χρησιμοποιήθηκε ως αιτιολογία στις άλλες τρεις προσφυγές του αιτητή δηλ. 95/2012, 575/2012 και 1437/2012, δηλαδή εν προκειμένω χρησιμοποιήθηκε λεκτικό το οποίο ταιριάζει σε κάθε περίπτωση, κατά παράβαση του άρθρου 28
(2)του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/99, με αποτέλεσμα να ελλείπει η δέουσα αιτιολογία. Δεν αιτιολογείται τελικώς, γιατί ο Υπουργός επέλεξε τα ΕΜ αντί τον αιτητή ο οποίος είναι αρχαιότερος από τα ΕΜ και κατέχει περισσότερα προσόντα και εκπαιδεύσεις. Ούτε και ο Αρχηγός πιο πριν, προέβη στη δέουσα σύγκριση των δεδομένων των υποψηφίων. Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, η απόφαση είναι πλημμελής. Σε σχέση με τα προσόντα του αιτητή, οι καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν πως πρόκειται για προσόντα μη προβλεπόμενα από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης στα οποία μόνο οριακή σημασία μπορεί να αποδοθεί, πως ανάλογες συστάσεις των προϊσταμένων διαθέτουν και τα ΕΜ οπότε οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν προσθέτουν οτιδήποτε, ούτε και η υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην τελική επιλογή καθότι πρόκειται για θέσεις ψηλά στην ιεραρχία με ευρεία τη διακριτική ευχέρεια του διορίζοντος οργάνου. Ούτε και η πείρα, προερχόμενη από την υπεροχή σε αρχαιότητα, ενισχύει τη θέση του αιτητή αφού ανάλογη πείρα είχαν και τα ΕΜ. Το ΕΜ επίσης υπερασπίζεται τη νομιμότητα της πράξης εισηγούμενο ότι έγινε η απαιτούμενη αξιολόγηση των προσόντων των υποψηφίων όπως φανερώνει το λεκτικό της έκθεσης της Επιτροπής και ο σχετικός Πίνακας 1 αυτής παράλληλα με το Ηλεκτρονικό Δελτίο Αστυνομικού το οποίο περιέχει τα προσωπικά στοιχεία σε σχέση με προαγωγές, μόρφωση, υπηρεσία, εκπαίδευση, άλλες εξετάσεις/διπλώματα, ηθικές και υλικές αμοιβές. Οπότε, τίποτε δεν παραγνωρίστηκε, είτε από προσόντα είτε από εκπαιδεύσεις. Το γεγονός ότι ο αιτητής δεν εισηγείται έκδηλη υπεροχή του έναντι των ΕΜ σε προσόντα του αποστερεί το απαιτούμενο έννομο συμφέρον προς προώθηση οποιουδήποτε συγκριτικού ισχυρισμού για την αξιολόγηση των προσόντων των δύο υποψηφίων. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αιτητή πως δεν διενεργήθηκε πρωτογενής αξιολόγηση των πρόσθετων προσόντων, το ΕΜ εισηγείται ότι ο Αρχηγός ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου και τον Καν. 23 των Κανονισμών, αξιολογώντας τα προσόντα των υποψηφίων αφού έλαβε υπόψη την έκθεση της Επιτροπής, τις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης και το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων. Ο δε Αστυνομικός Διευθυντής δεν υποβίβασε τον αιτητή με τη σύστασή του, απλώς πρόκειται για λανθασμένη ερμηνευτική αντίληψη από τον αιτητή. Η αρχαιότητα υπολογίστηκε δεόντως σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, ο δε Υπουργός κατόπιν δικής του έρευνας προσμέτρησε την αρχαιότητα όλων των υποψηφίων, καταγράφοντας και την υπεροχή των αιτητών στο στοιχείο αυτό. Τονίζει πως η πείρα δεν καταγράφεται σαν ξεχωριστός παράγοντας τον οποίο το διοικητικό όργανο θα λάβει υπόψη (Δρ. Στέλλα Καννά Μιχαηλίδου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 112), δεν περιλαμβάνεται στα νομοθετημένα κριτήρια προαγωγής του κανονισμού 3 των Κανονισμών και συνεπώς δεν υπήρχε υποχρέωση για ειδική αναφορά σ' αυτήν. Ως προς τον ισχυρισμό περί έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης του Υπουργού, το ΕΜ 2 παρατηρεί πως πέραν του ότι πρόκειται περί θέσης ψηλά στην ιεραρχία και ως εκ τούτου η διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου είναι ευρεία, η διοίκηση δεν υποχρεούται να καταγράφει τις νοητικές διεργασίες βάσει των οποίων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ενδιαφερόμενος είναι καταλληλότερος από τους άλλους υποψηφίους (Χατζηβασιλείου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1998)3 ΑΑΔ 755). Η κατάληξη Είναι ορθή η παρατήρηση του ΕΜ 2 αναφορικά με την πείρα πως δεν αποτελεί ξεχωριστό παράγοντα στη διαδικασία προαγωγής, όμως το γεγονός παραμένει πως όταν πρόκειται για πείρα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση, αυτή αποκτά τη βαρύτητά της (Καλαϊτζής ν. Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 214 και Δημοκρατία κ.α. ν. Γερμανού
(2005)3 ΑΑΔ 93). Συνεπώς, η προκύπτουσα πείρα αποκτηθείσα στην αμέσως προηγούμενη θέση ενόψει της υπεροχής του αιτητή σε αρχαιότητα κατά 22 μήνες, έναντι των ΕΜ, προσθέτει στην αξία του. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται πως τα προσόντα των υποψηφίων καθώς και η αρχαιότητά τους βρίσκονταν ενώπιον τόσο της Επιτροπής όσο και του Αρχηγού και του Υπουργού. Διερωτάται, όμως, κανείς όταν πρόκειται για υποψήφιο ο οποίος υπερείχε σε αρχαιότητα και προσόντα, έστω μη απαιτούμενα, αλλά και με υπεροχή στην αξία ενόψει της πείρας του, τι βάρυνε στην κρίση των πιο πάνω, ώστε καταλληλότερα να θεωρηθούν τα ΕΜ. Δεν χρειάζεται να υπεισέλθω σε οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Η προσβαλλόμενη πράξη είναι σαφώς αναιτιολόγητη και το γεγονός πως πρόκειται για θέση ψηλά στην ιεραρχία όπου η διακριτική ευχέρεια της διοίκησης είναι μεγάλη δεν διασώζει την κατάσταση αφού η αιτιολόγηση εξακολουθεί να παραμένει απαραίτητη (άρθρο 26
(1)του Ν. 158(Ι)/99). Προσφυγή αρ. 476/2013 Ο αιτητής εισηγείται πως η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει σε όλα της τα στάδια καθότι δεν λήφθηκε υπόψη η υπεροχή του σε αρχαιότητα κατά ένα χρόνο έναντι των ΕΜ ούτε η υπεροχή του σε πείρα ακριβώς λόγω της υπεροχής του σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση η οποία προσθέτει στην αξία του. Ο παράγοντας της αρχαιότητας, σύμφωνα με τον αιτητή, καθίσταται καθοριστικός, αφού τόσο ο ίδιος όσο και τα ΕΜ ήταν κατά τα άλλα ίσοι οπότε πρέπει να δίνεται και πειστικός λόγος για την παραγνώριση του στοιχείου αυτού. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων. Ο αιτητής επισημαίνει πως, σε αντίθεση με τα ΕΜ, απέκτησε πείρα ως Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής και Αναπληρωτής Αστυνομικός Διευθυντής, στη θέση αμέσως πριν την επίδικη, ζήτημα με το οποίο δεν ασχολήθηκε ο Υπουργός στην απόφασή του ώστε να του προσδώσει την ανάλογη βαρύτητα. Η απόφαση του Υπουργού δεν περιέχει στο σώμα της την απαιτούμενη αιτιολογία για την επιλογή των ΕΜ αλλά περιορίζεται στην απαρίθμηση των στοιχείων που έλαβε υπόψη. Είναι έτσι, κατά τον αιτητή, ανέφικτος ο δικαστικός έλεγχος ώστε το Δικαστήριο να αδυνατεί να διακριβώσει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Τέλος, σύμφωνα με την εισήγηση, το ίδιο αναιτιολόγητες είναι οι ενδιάμεσες πράξεις, δηλαδή η έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης και η σύσταση του Αρχηγού. Ούτε και αυτές δίνουν τη δέουσα βαρύτητα στην υπεροχή σε αρχαιότητα και σχετική πείρα του αιτητή έναντι των δύο ΕΜ. Η κατάληξη Η σύσταση του Αρχηγού δεν δόθηκε υπό πλάνη ως προς τον παράγοντα της αρχαιότητας στην περίπτωση του αιτητή. Η υπεροχή του αιτητή σε αρχαιότητα σημειώθηκε, όπως σημειώθηκε και από τον Υπουργό. Όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως, κατά παράβαση του άρθρου 16
(1)και
(3)του Ν. 73(Ι)/2004 και του Καν. 23 της ΚΔΠ 214/2004, δεν προσδιορίζονται οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν τον Αρχηγό να συστήσει, αλλά και τον Υπουργό να επιλέξει τα ΕΜ αντί του αιτητή (βλ., μεταξύ άλλων, Χριστοφίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 1437/2012 κ.α., ημερ. 24.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D560 και Χινινός κ.α. ν. Δημοκρατίας, Συνεκδ. Υποθ. Αρ. 326/2012 κ.α., ημερ. 24.7.2014, ECLI:CY:AD:2014:D563). Δεν έχουμε περίπτωση κατά την οποία η αιτιολογία μπορεί να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου, αφού η αιτιολογία, κατά νομοθετική απαίτηση, πρέπει να περιέχεται στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί αναιτιολόγητης απόφασης, εκτεινόμενος και στην έκθεση της Επιτροπής Αξιολόγησης, ευσταθεί. Η συνεπαγόμενη από την ενός έτους υπεροχή σε αρχαιότητα, υπεροχή σε πείρα, δεν περιλαμβάνεται στα νομοθετημένα κριτήρια προαγωγής του Κανονισμού 3 των περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμών ώστε να γεννάται και υποχρέωση του Υπουργού να αιτιολογήσει ειδικά τη μη επιλογή του αιτητή λόγω αυτής (Μιχαηλίδου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 112, ανωτέρω), εννοείται ως ξεχωριστού αξιολογικού παράγοντα. Δεν παύει όμως, να πρόκειται για πείρα αποκτηθείσα στην αμέσως προηγούμενη θέση, οπότε αυτή αποκτά τη σημασία της. Εφαρμόζεται εν προκειμένω η νομολογία πως η τέτοια πείρα προσθέτει στην αξία του υποψηφίου (βλ. Καλαϊτζής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Δημοκρατία κ.α. ν. Γερμανού, ανωτέρω). Αυτό, ενισχύει την πιο πάνω κατάληξη πως η προσβαλλόμενη απόφαση απολήγει αναιτιολόγητη. Προσφυγή αρ. 574/2013 Στην παρούσα προσφυγή, τόσο η Επιτροπή Αξιολόγησης όσο και ο Αρχηγός, αξιολόγησαν τον αιτητή και τα ΕΜ ως εξαίρετους στην αξία και πολύ καλούς στα προσόντα. Εντόπισαν δε ότι ο αιτητής υπερέχει έναντι των ΕΜ σε αρχαιότητα κατά 1 χρόνο και συστήθηκαν και οι τρεις από τον Αρχηγό για προαγωγή. Ο αιτητής επικαλείται την υπεροχή του σε πείρα αποκτηθείσα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση ενόψει της υπεροχής του σε αρχαιότητα, παράγοντας ο οποίος προσθέτει στην αξία του υποψηφίου. Η πείρα αυτή, κατά τον αιτητή, δεν διερευνήθηκε από τον Υπουργό με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να πάσχει. Η υπεροχή του αιτητή στον ουσιώδη παράγοντα της αρχαιότητας παραγνωρίστηκε χωρίς πειστικούς λόγους με αποτέλεσμα η απόφαση να συγκρούεται με τα στοιχεία των φακέλων. Περαιτέρω, η έλλειψη αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστά ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι λόγοι οι οποίοι έκλιναν την πλάστιγγα υπέρ των δύο ΕΜ. Η αιτιολογία πρέπει να περιέχεται στο σώμα της απόφασης. Το ίδιο αναιτιολόγητη είναι, σύμφωνα με τον αιτητή, και η σύσταση του Αρχηγού αφού απλώς αναπαράγει τα στοιχεία των φακέλων αντί να συγκρίνει τους υποψηφίους κάνοντας αναφορά στην υπέρτερη σχετική πείρα του αιτητή έναντι των ΕΜ. Η κατάληξη Τα όσα λέχθηκαν στην προσφυγή αρ. 476/2013 εφαρμόζονται και εν προκειμένω και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Τόσο η σύσταση του Αρχηγού όσο και η απόφαση του Υπουργού είναι αναιτιολόγητες και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε ακύρωση για τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω. Προσφυγή αρ. 666/2013 Αποτελεί κεντρικό ισχυρισμό του αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει αφού η υπεροχή του κατά 22 μήνες σε αρχαιότητα έναντι των ΕΜ στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση και η συνακόλουθη υπεροχή του σε πείρα παραγνωρίστηκαν τόσο σε προκαταρκτικό όσο και σε τελικό στάδιο, με αποτέλεσμα η απόφαση να απολήγει αναιτιολόγητη. Η κατάληξη Όπως και πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο προκαταρκτικά όσο και τελικά πάσχει για τους ίδιους λόγους όπως και στην 476/2013 και 574/
  1. Προσφυγή αρ. 671/2013 Οι αιτητές Σπύρου και Φελλάς, επικαλούνται την κατά 22 μήνες υπεροχή τους σε αρχαιότητα έναντι των ΕΜ για να ενισχύσουν τον ισχυρισμό τους πως αυτοί είναι καταλληλότεροι υποψήφιοι από τα ΕΜ. Περαιτέρω, αναφέρονται στην εκτέλεση καθηκόντων στη θέση Αναπληρωτή Ανώτερου Υπαστυνόμου, θέση στην οποία δεν εκτέλεσαν καθήκοντα τα ΕΜ. Ο Αρχηγός παρέλειψε να καθοδηγήσει μέσω της σύστασής του, τον Υπουργό ως προς το ποιοι από τους «ίσους» σε «αξία» και «προσόντα» υπερείχαν σε «αρχαιότητα». Ο Υπουργός, χωρίς δική του έρευνα, απλώς κατέγραψε τα δεδομένα όπως καταγράφηκαν από την Επιτροπή Αξιολόγησης στην έκθεσή της και τον Αρχηγό στη σύστασή του με αποτέλεσμα να είναι το ίδιο ουσιωδώς πεπλανημένα. Τέλος, είναι η θέση του αιτητή αρ. 1 Σπύρου πως ουσιωδώς πεπλανημένη και αναιτιολόγητη είναι και η αξιολόγησή του ως Πολύ Καλού σε προσόντα τόσο από την Επιτροπή Αξιολόγησης όσο και από τον Αρχηγό, έχοντας υπόψη τα υπέρτερα προσόντα του και ειδικότερα το μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών «Στρατηγικής και Πολιτικής Εθνικής Ασφάλειας» της Σχολής Εθνικής Ασφάλειας Ελλάδος. Απαραδέκτως ο αιτητής επαναξιολογήθηκε στα τρία κριτήρια, της αξίας, προσόντων και αρχαιότητας. Παράλληλα, για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτητές υπερέχουν έκδηλα έναντι των ΕΜ. Επίσης, δε νοείται επαναξιολόγηση των υποψηφίων από τον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή και τον Αρχηγό. Όφειλαν να στηριχθούν στο περιεχόμενο ετήσιων εκθέσεων αξιολόγησης, των προσωπικών φακέλων, των προσόντων και της αρχαιότητας. Η κατάληξη Ορθά βεβαίως παρατηρεί ο δικηγόρος του ΕΜ 2 πως δεν μπορεί να αντλείται υπεροχή από πείρα σε θέση η οποία αφορά ανάθεση καθηκόντων όταν ανάλογη ευκαιρία για ανάληψη τέτοιων καθηκόντων δεν δόθηκε και στο ΕΜ
  2. Όμως, δεν είναι αυτό το ζήτημα. Ακριβώς ενόψει της υπεροχής των αιτητών σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, η αποκτηθείσα πείρα στη θέση εκείνη δεν μπορεί παρά να προσθέσει στην αξία των αιτητών (βλ. Καλαϊτζής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω και Δημοκρατία κ.α. ν. Γερμανού, ανωτέρω). Ως προς το «μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών» του αιτητή 1 παρατηρώ πως πράγματι η εν λόγω εκπαίδευση είναι με αυτό τον τρόπο που περιγράφεται στη σχετική βεβαίωση η οποία εκδόθηκε από την πιο πάνω Σχολή. Όμως, η νομολογία είναι σταθερή ως προς την έννοια του μεταπτυχιακού διπλώματος η οποία οριοθετείται από την απόφαση της Ολομέλειας στη Χαραλαμπίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ
  1. Πρέπει, το εν λόγω προσόν να είναι εκπαιδευτικά ανώτερο του πρώτου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών. Εν προκειμένω δεν υπάρχει πρώτος πανεπιστημιακός τίτλος εφόσον ο αιτητής είναι απόφοιτος γυμνασίου, όπως και τα ΕΜ. Οπότε, το εν λόγω προσόν δεν θα ήταν νόμιμο να θεωρηθεί ως οτιδήποτε πέραν μετεκπαίδευσης η οποία οδήγησε σε δίπλωμα κατόπιν αξιολόγησης και σίγουρα δεν θα μπορούσε να του αποδοθεί η εισηγούμενη σημασία η οποία θα συνεπαγόταν και διαπίστωση έλλειψης δέουσας έρευνας ή/και πλάνη. Τα όσα δε αναφέρθηκαν στις προηγούμενες προσφυγές αναφορικά με το ζήτημα της υπεροχής σε αρχαιότητα στην αμέσως προηγούμενη θέση, τυγχάνουν εφαρμογής και εδώ. Περαιτέρω, ενόψει της υπεροχής των αιτητών σε πείρα η οποία προσθέτει στην αξία, οι αιτητές θεωρούνται ότι υπερέχουν και σε αξία έναντι των ΕΜ. Ελλείπει η δέουσα αιτιολογία από όλα τα στάδια της διαδικασίας και εν τέλει από την απόφαση του Υπουργού. Η προσβαλλόμενη απόφαση υπόκειται σε ακύρωση. Προσφυγή αρ. 672/2013 Οι αιτητές προβάλλουν ως πρώτο ισχυρισμό την παραγνώριση του κριτηρίου της αρχαιότητας μεταξύ υποψηφίων ίσων σε αξία και ίσων ή/και υπερεχόντων σε προσόντα ώστε η απόφαση του Υπουργού η οποία βασίστηκε σε αναιτιολόγητες συστάσεις του Αρχηγού να απολήγει αναιτιολόγητη. Παρόλο ότι καταγράφηκε η αρχαιότητα και αναφέρθηκε ότι λήφθηκε υπόψη, τόσο η σύσταση του Αρχηγού όσο και η τελική απόφαση του Υπουργού είναι αναιτιολόγητες για το ζήτημα. Οι αιτητές υπερέχουν κατά 22 μήνες σε αρχαιότητα έναντι των ΕΜ στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση, δηλαδή του Ανώτερου Υπαστυνόμου. Εισηγούνται δε πως ο Υπουργός στην απόφασή του κατέγραψε απλώς τα δεδομένα των υποψηφίων χωρίς δική του έρευνα με αποτέλεσμα η απόφασή του να είναι το ίδιο ουσιωδώς πεπλανημένη όπως και η έκθεση της Επιτροπής και η σύσταση του Αρχηγού. Η επιλογή των ΕΜ έγινε χωρίς αιτιολογία αφού αναφέρεται μόνο στα κριτήρια του Νόμου που «λήφθηκαν» υπόψη. Τέλος, είναι η θέση του αιτητή αρ. 2 Καϊμακλιώτη πως ουσιωδώς πεπλανημένη και αναιτιολόγητη είναι και η αξιολόγησή του ως Πολύ Καλού σε προσόντα τόσο από την Επιτροπή Αξιολόγησης όσο και από τον Αρχηγό, έχοντας υπόψη τα υπέρτερα προσόντα του και ειδικότερα το μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών «Στρατηγικής και Πολιτικής Εθνικής Ασφάλειας» της Σχολής Εθνικής Ασφάλειας Ελλάδος. Απαραδέκτως ο αιτητής επαναξιολογήθηκε στα τρία κριτήρια, της αξίας, προσόντων και αρχαιότητας. Παράλληλα, για τους πιο πάνω λόγους, οι αιτητές υπερέχουν έκδηλα των ΕΜ. Η κατάληξη Η παρούσα προσφυγή προσομοιάζει στα δεδομένα της με την προηγούμενη 671/2013 και τα όσα λέχθηκαν εκεί υιοθετούνται ως κατάληξη και εδώ. Προσφυγή αρ. 742/2013 Είναι και εδώ ο ισχυρισμός του αιτητή πως παραγνωρίστηκε η κατά 22 μήνες υπεροχή του σε αρχαιότητα έναντι των ΕΜ στην αμέσως προηγούμενη θέση και η συνεπαγόμενη πείρα η οποία προσθέτει στην αξία του. Θεωρεί δε ως υπέρτερα τα προσόντα του αφού κατέχει πιστοποιητικά στις Πρώτες Βοήθειες, δίπλωμα Λογιστικής LCCI, πτυχίο Αγγλικών IELTS και δίπλωμα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών σε αντίθεση με το ΕΜ 1 ο οποίος διαθέτει πιστοποιητικά στις Πρώτες Βοήθειες, Ναυαγοσωστική και Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές και το ΕΜ 2 ο οποίος διαθέτει πιστοποιητικά στις Πρώτες Βοήθειες και Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές. Ο αιτητής έχει επίσης ειδικότητα δακτυλοσκοπίας, φωτογραφικής, εμπειρογνώμονα για θέματα δακτυλοσκοπίας, φωτογραφικής και κατέχει το επαμοιβόμενο κύπελλο της Αστυνομίας καθότι ανακηρύχθηκε καλύτερος αστυνομικός χρονιάς το
  2. Το ΕΜ 1 δεν διαθέτει οποιαδήποτε ειδικότητα ενώ το ΕΜ 2 έχει ειδικότητα γραφολόγου και εμπειρογνώμονα στην εξέταση εγγράφων. Συνεπώς, κατά την εισήγηση, τόσο η κατάταξη του αιτητή από τον Αρχηγό ως Πολύ Καλού σε προσόντα, όπως και των ΕΜ, και ιδίως του ΕΜ1, είναι αναιτιολόγητη όπως αναιτιολόγητη είναι και η παραγνώριση της υπεροχής του σε αρχαιότητα και πείρα έναντι των ΕΜ τόσο από τον Αρχηγό όσο και εν τέλει από τον Υπουργό. Η κατάληξη Το ζήτημα της αρχαιότητας και της υπεροχής στη συνεπαγόμενη πείρα στην αμέσως πριν την επίδικη θέση η οποία προσθέτει στην αξία του υποψηφίου, έχει εξεταστεί στις προηγούμενες προσφυγές και τα όσα εκεί λέχθηκαν επί του ζητήματος τυγχάνουν εφαρμογής και εδώ. Ως προς τα προσόντα του αιτητή, δεν εντοπίζω οτιδήποτε το οποίο θα του προσέδιδε έκδηλη υπεροχή ή θα ισοδυναμούσε με νομικό σφάλμα. Όλα τα προσόντα των υποψηφίων βρίσκονταν ενώπιον των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι, κατόπιν δέουσας έρευνας, κατέληξαν στα ορθά επί του ζητήματος, συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη τη διαπιστωθείσα έλλειψη αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ζήτημα της αρχαιότητας και της συνεπαγόμενης πείρας, αλλά και της γενικότερης καταλληλότητας των ΕΜ, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, δυνάμει του Άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος. Οι προσφυγές επιτυγχάνουν έναντι και των δύο ΕΜ, με €1.300 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εις βάρος των καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.