← Κύπρος

ΜΟΝΙΚΑ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ κ.α. ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 636/2011, 852/2011 και 868/2011, 22/3/2016

ΜΟΝΙΚΑ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ κ.α. ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 636/2011, 852/2011 και 868/2011, 22/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D160 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδ. Υποθέσεις Αρ. 636/2011, 852/2011 και 868/2011) 22 Μαρτίου, 2016 [Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΗΣ] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 636/2011) ΜΟΝΙΚΑ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ Αιτήτρια, - ΚΑΙ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ων η αίτηση. --------- (Υπόθεση Αρ. 852/2011) ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ Αιτήτρια, - ΚΑΙ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ων η αίτηση. --------- (Υπόθεση Αρ. 868/2011) ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Αιτητής, - ΚΑΙ - ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ΄ων η αίτηση. Χρ. Μιχαηλίδου (κα) για Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ, για την αιτήτρια στην Υποθ. Αρ. 636/

  1. Θ. Κουσπή (κα), για την αιτήτρια στην Υποθ. Αρ. 852/
  2. Στ. Σαβάκη (κα) για Ε. Νικολαϊδου (κα), για τον αιτητή στην Υποθ. Αρ. 868/
  3. Μ. Αντωνίου (κα) για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ, για τους καθ΄ ων η αίτηση. Ξ. Ευγενίου (κα) για Α. Σ. Αγγελίδης ΔΕΠΕ, για τα ενδιαφερόμενα μέρη 1-
  4. --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.: Οι τρεις αιτητές στις ανωτέρω συνεκδικαζόμενες προσφυγές, προσβάλλουν την απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερ. 5.4.2011, με την οποία διόρισαν με δοκιμασία στη μόνιμη θέση λειτουργού προγραμμάτων τηλεόρασης από την 1.5.2011, τα ενδιαφερόμενα μέρη (ΕΜ) αρ.1 Αλεξία Αλεξάνδρου Μουταφίδου, αρ. 2 Ανδρέας Αριστοδήμου, αρ.3 Χρίστος Κανικλίδης, αρ.4 Κλείτος Κλείτου, αρ.5 Στυλιανή Κωνσταντίνου Καυκαρίδου, αρ.6 Πανίκος Νικολάου και αρ. 7 Μαρία Χαρή, στην προσφυγή αρ. 636/11, τα ΕΜ αρ. 1, 4, 5, 6 και 7 στην προσφυγή αρ. 852/
  5. Σημειώνεται ότι στις προσφυγές αρ. 852/11 και 868/11 μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου η αίτηση αποσύρθηκε εναντίον των ΕΜ αρ.2 και 3, Αριστοδήμου και Κανικλίδη και των ΕΜ αρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7 αντιστοίχως. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου λόγω συνάφειας πραγματικών και νομικών λόγων. Στην παρούσα υπόθεση η διαδικασία πλήρωσης της επίδικης θέσης διέπεται από τις πρόνοιες του περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 1998, Ν. 6(Ι)/98 (ο Νόμος) όπως έχει τροποποιηθεί. Αυτό γιατί πρόκειται για θέση εισδοχής της οποίας η κλίμακα δεν υπερβαίνει την κλίμακα Α8 του κυβερνητικού μισθολογίου, για την οποία απαιτείται ως βασικό προσόν πανεπιστημιακό δίπλωμα ή ισότιμο προσόν, σύμφωνα με τον ορισμό του όρου «θέση» στο άρθρο 2(β) του Νόμου. Σύμφωνα με την προκήρυξη γίνονταν δεκτές αιτήσεις για αριθμό κενών μονίμων θέσεων λειτουργού προγραμμάτων τηλεόρασης, Τμήμα Προγραμμάτων Τηλεόρασης, θέση πρώτου διορισμού και προαγωγής και προκηρύχθηκε ως θέση «πρώτου διορισμού». Πενήντα-τέσσερις από τους πενήντα-έξι υποψηφίους, ανάμεσα στους οποίους οι αιτητές και τα ΕΜ, πέτυχαν στην απαιτούμενη από την προκήρυξη γραπτή εξέταση. Ο κατάλογος των επιτυχόντων στη γραπτή εξέταση, δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο τύπο σε τρεις εφημερίδες καθώς και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, μαζί με τη σχετική βαθμολογία, στο κάθε θέμα εξέτασης. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο κατά τη συνεδρία του ημερ. 5.4.2011, υιοθέτησε τα καθορισθέντα από το άρθρο 3

(1)(α) και (β) του Νόμου κριτήρια, με βάση τα οποία γίνεται η αξιολόγηση των υποψηφίων:
  1. Αποτελέσματα γραπτής εξέτασης 50-100 μονάδες (ανώτατο).
  2. Αποτελέσματα προφορικής εξέτασης 0-20 μονάδες.
  3. Πλεονέκτημα 0-5 μονάδες.
  4. Άλλα ακαδημαϊκά προσόντα 0-3 μονάδες.
  5. Πείρα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης 0-5 μονάδες.
  6. Αξιολόγηση «Οικείου Προϊσταμένου» 0-5 μονάδες. Ακολούθως, εξετάζοντας από την αρχή όλα τα σχετικά στοιχεία για τον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά, ομόφωνα αποφάσισε πως οι 22 κατά σειρά επιτυχίας υποψήφιοι, οι οποίοι πέτυχαν στη γραπτή εξέταση, συμπεριλαμβανομένων όλων των ΕΜ και των αιτητριών Φανουρίου (προσφυγή αρ. 636/11) και Γεωργιάδου (προσφυγή αρ. 852/11), εκτός του αιτητή Ορφανίδη (προσφυγή αρ. 868/11), εφόσον στη γραπτή εξέταση συγκέντρωσε 64.5 μονάδες και κατετάγη 43ος, πληρούν τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης προσόντα και τους κάλεσε σε προφορική εξέταση ενώπιον του, όπως αυτή έχει ανακοινωθεί στην ίδια την προκήρυξη των θέσεων, άρθρο 6
(2). Ο αριθμός των υποψηφίων που καλείται σε προφορική εξέταση περιορίζεται στο τριπλάσιο των κενών θέσεων που δημοσιεύθηκαν (επτά θέσεις) όπου στην παρούσα περίπτωση κλήθηκε και ο 22ος υποψήφιος γιατί ισοβαθμούσε με τον 21ο υποψήφιο, ως προβλέπεται στο άρθρο 6
(3)του Νόμου. Το πλαίσιο των ερωτήσεων που θα υποβάλλονταν στους υποψηφίους κατά την προφορική εξέταση καταρτίστηκε από το Συμβούλιο και ακολούθως κλήθηκε στη συνεδρία η εξουσιοδοτημένη λειτουργός Σ. Μουαϊμη, ανώτερη λειτουργός στο Τμήμα Προγραμμάτων Τηλεόρασης, όπου και υπάγονται οι επίδικες θέσεις, για αξιολόγηση των υποψηφίων ως «οικείος προϊστάμενος». Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης η εξουσιοδοτημένη λειτουργός αποχώρησε από τη συνεδρία για να ακολουθήσει η αξιολόγηση της προφορικής εξέτασης των υποψηφίων από το ΔΣ, το οποίο καθόρισε ως μέγιστο αριθμό απόδοσης τις 20 μονάδες. Τούτων δοθέντων αποδόθηκαν 2 μονάδες στο ΕΜ3 για την κατοχή Master, MA in Individualized Study. Σχετικά με την πείρα το Συμβούλιο αφού καθόρισε τη βαρύτητα σε μονάδες, πίστωσε στον κάθε υποψήφιο ξεχωριστά τις μονάδες που του αναλογούσαν. Ακολούθως το Συμβούλιο κατάρτισε πίνακα, άρθρο 6
(5)(α), στον οποίο παρουσιάζονται: τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης, ο μέσος όρος της προφορικής εξέτασης από τον πρόεδρο και τα μέλη του ΔΣ, οι μονάδες που πιστώθηκαν σε κάθε υποψήφιο για το πλεονέκτημα, την πείρα και για τα άλλα ακαδημαϊκά προσόντα, η αξιολόγηση του «οικείου προϊσταμένου», ώστε να εξάγουν τη συγκεντρωτική βαθμολογία και τη σειρά κατάταξης του κάθε υποψηφίου: έλαβαν οι αιτήτριες Φανουρίου και Γεωργιάδου, 112,94 μονάδες (9η στη σειρά κατάταξης) και 108,67 (18η) αντιστοίχως. Το ΕΜ1 122,94 (3η), το ΕΜ2 124,22 (2ος), ΕΜ3 127,50 (1ος), ΕΜ4 117,39 (5ος), ΕΜ5 120,28 (4η), ΕΜ6 115,00 (7ος) και ΕΜ7 117,22 (6η). Τέλος, το ΔΣ συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον του στοιχεία αναφορικά με τα προσόντα του κάθε υποψηφίου ξεχωριστά και σε συνάρτηση με τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης προσόντα, ως επίσης και της απόδοσης των υποψηφίων κατά την προσωπική εξέταση και το σύνολο των μονάδων που ο καθένας απ΄ αυτούς συγκέντρωσε, αλλά και γενικά για την καταλληλότητα τους να εκτελούν με επιτυχία τα καθήκοντα της θέσης, αποφάσισε ομόφωνα την κατάρτιση του τελικού πίνακα, «ο Πίνακας», για τις επίδικες θέσεις. Με βάση τον πίνακα αυτό (επισυνημ. 4 στην Ένσταση), οι επτά πρώτοι υποψήφιοι που συγκέντρωσαν την ψηλότερη βαθμολογία, ήτοι, τα επτά ΕΜ διορίστηκαν με δοκιμασία στις επίδικες θέσεις από 1.5.2011, σύμφωνα με το άρθρο 6
(7)(α) του Νόμου. Οι πιο πάνω διορισμοί των ΕΜ κοινοποιήθηκαν στο προσωπικό του ΡΙΚ με την εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή αρ. 15/2011, ημερ. 21.4.
  1. Προτού επιληφθώ των νομικών ισχυρισμών που επικαλούνται οι αιτητές για να επιτύχουν ακύρωση της επίδικης απόφασης, προέχει ν΄ ασχοληθώ με την προδικαστική ένσταση που υπέβαλαν οι καθ΄ ων η αίτηση και τα ΕΜ ότι οι αιτητές στις προσφυγές αρ. 852/11 και 868/11 στερούνται εννόμου συμφέροντος να προσβάλουν την επίδικη απόφαση, ο καθένας όπως ισχυρίζονται για διαφορετικό λόγο, όπως θα καταφανεί πιο κάτω. Συγκεκριμένα, αναφορικά με την αιτήτρια στην προσφυγή αρ. 852/11, Μαρία Γεωργιάδου, υποβάλλουν ότι στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη απόφαση, καθότι με την αποδοχή του διορισμού της στη θέση βοηθού λειτουργού Προγραμμάτων Τηλεόρασης έχει απωλέσει το έννομο της συμφέρον να προσβάλει με προσφυγή την απόφαση διορισμού των ΕΜ, αφού αφενός αποδέχτηκε το διορισμό της χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη και αφετέρου δεν θα είχε οποιοδήποτε όφελος από τυχόν ακύρωση της επίδικης απόφασης, αφού δεν θα μπορούσε να λάβει μέρος στη διαδικασία επανεξέτασης μετά από τυχόν ακύρωση, έστω και αν ακόμα παρέμενε στη θέση της και δεν παραιτείτο. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η απόφαση της αιτήτριας να παραιτηθεί από τη θέση βοηθού λειτουργού Προγραμμάτων Τηλεόρασης από 14.11.2011 δεν αναβιώνει το έννομο συμφέρον της να προσβάλει τους επίδικους διορισμούς των ΕΜ, αφού ο λόγος για τον οποίο παραιτήθηκε από τη θέση αυτή, είναι η απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε για άδεια απουσίας για σκοπούς μετεκπαίδευσης, λόγος που σαφώς δεν συνδέεται με τη διεκδίκηση της επίδικης θέσης και την προώθηση της παρούσας προσφυγής. Η πιο πάνω προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι θεωρώ ότι η αιτήτρια έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την επίδικη απόφαση, όπως εξ άλλου και η ίδια υποστηρίζει. Το γεγονός ότι η αιτήτρια είχε αρχικά αποδεχθεί και εν τέλει παραιτήθηκε από τη μόνιμη θέση βοηθού Λειτουργού Προγραμμάτων Τηλεόρασης δεν σχετίζεται, ούτε επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το έννομο της συμφέρον περί προσβολής της επίδικης απόφασης, γιατί όπως προκύπτει και από τα παραρτήματα Α, Γ στη γραπτή αγόρευση των καθ΄ ων η αίτηση, πρόκειται για δύο διαφορετικές θέσεις, με διαφορετική μισθοδοτική κλίμακα και ιεραρχία, για τις οποίες οι καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν σε δύο ανεξάρτητες προκηρύξεις και προώθησαν δύο ξεχωριστές διαδικασίες για την πλήρωση τους (βλ. πρακτικό ΔΣ ημερ. 15.11.2011): «
  2. Υποβολή παραίτησης από τη Βοηθό Λειτουργό Προγραμμάτων Τηλεόρασης κ. Μαρία Γεωργιάδου Το Συμβούλιο ενημερώθηκε για τη γραπτή υποβολή παραίτησης από τη Βοηθό Λειτουργό Προγραμμάτων Τηλεόρασης κ. Μαρία Γεωργιάδου σε συνέχεια απόφασης του ΔΣ να απορρίψει την αίτηση της για εννεάμηνη άδεια απουσίας για σκοπούς φοίτησης σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Το ΔΣ αποδέχθηκε την παραίτηση της κ. Γεωργιάδου σε εφαρμογή από τις 14 Νοεμβρίου 2011 και εξουσιοδότησε το Δ/ντή Προσωπικού και Διοίκησης όπως αντικαταστήσει την κ. Γεωργιάδου με τον υποψήφιο που βρίσκεται στην πρώτη θέση του πίνακα επιτυχόντων από την πρόσφατη διαδικασία για την πρόσληψη Βοηθών Λειτουργών Προγραμμάτων Τηλεόρασης με έναρξη απασχόλησης την 1 Δεκεμβρίου 2011.» Η επίδικη θέση είναι ανώτερη από αυτή του βοηθού λειτουργού Προγραμμάτων Τηλεόρασης, με ψηλότερη μισθοδοτική κλίμακα και ανώτερου επιπέδου καθήκοντα, όπου η αιτήτρια εφόσον είναι προσοντούχα, σύμφωνα με το σχέδιο υπηρεσίας της επίδικης θέσης, και η επίδικη θέση προκηρύχθηκε ως πρώτου διορισμού, δικαιούται να τη διεκδικήσει, προσβάλλοντας την επίδικη απόφαση διορισμού των ΕΜ με την προσφυγή της. Επιπρόσθετα, οι καθ΄ ων η αίτηση και τα ΕΜ υποβάλλουν ότι ο αιτητής Χρυσόστομος Ορφανίδης στην προσφυγή αρ. 868/11, στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη απόφαση καθότι σύμφωνα με το σχετικό «κατάλογο» επιτυχόντων στη γραπτή εξέταση κατετάγη 43ος κατά σειρά επιτυχίας, με συνολική βαθμολογία 64,5 και αποκλείστηκε περαιτέρω εξέτασης, εφόσον δεν μπορούσε να είναι μεταξύ των υποψηφίων που θα εκαλούντο στην προφορική εξέταση, ως μη περιλαμβανόμενος στον αριθμό 22 που με βάση το Νόμο καλείται σε προφορική εξέταση. Αντίθετα, ο αιτητής υποστηρίζει ότι έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την επίδικη απόφαση, καθότι είναι προσοντούχος υποψήφιος που κλήθηκε και επέτυχε στη γραπτή εξέταση της διαδικασίας για διεκδίκηση των επίδικων θέσεων και αποκλείστηκε από την περαιτέρω διαδικασία, για σειρά προπαρασκευαστικών πράξεων που αμφισβητεί τη νομιμότητα τους και που υπήρξαν η αιτία αποκλεισμού του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι πάσχει η γραπτή εξέταση καθότι παράτυπα υπέβαλαν στους υποψηφίους θέματα αποκλειστικά με το αντικείμενο της θέσης, όπως επίσης τα θέματα της γραπτής εξέτασης δεν προκαθορίστηκαν από την ειδική τριμελή επιτροπή ως απαιτεί ο Νόμος. Περαιτέρω, αμφισβητεί την νομιμότητα της απόφασης για διενέργεια προφορικής εξέτασης. Καταλήγω ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να προσβάλει την επίδικη απόφαση, καθότι νόμιμα αποκλείστηκε από το βαθμό επιτυχίας του στη γραπτή εξέταση, 64,5 - κατετάγη 43ος, να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας, που είναι η προφορική εξέταση, όπως θα φανεί πιο κάτω. Ο αιτητής, όπως και όλοι οι προσοντούχοι υποψήφιοι της θέσης, παρακάθησαν στη γραπτή εξέταση η οποία διεξήχθη σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4 και 5 και το «Παράρτημα» του Νόμου 6
(1)/98. Οι καθ΄ ων η αίτηση κατάρτισαν κατάλογο κατά σειρά επιτυχίας των επιτυχόντων στη γραπτή εξέταση, ο οποίος δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο τύπο σε τέσσερις καθημερινές εφημερίδες και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)και
(3)η αρμόδια αρχή στις περιπτώσεις που θα διεξαχθεί προφορικά εξέταση καταρτίζει τον κατάλογο των υποψηφίων που θα κληθούν σε προφορική εξέταση, ο αριθμός των οποίων περιορίζεται στο τριπλάσιο των κενών θέσεων που έχουν δημοσιευτεί ή κενωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους μέσα στο οποίο έγινε η δημοσίευση. Στην παρούσα περίπτωση κλήθηκαν 22 κατά σειρά επιτυχίας υποψήφιοι, δηλαδή ο τριπλάσιος αριθμός των επτά υπό πλήρωση θέσεων (21 συν 1 λόγω ισοψηφίας του 21ου με τον 22ο) και οι οποίοι πληρούσαν τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντα. Επομένως ο αιτητής ορθά αποκλείστηκε από την περαιτέρω εξέταση, εφόσον ήταν 43ος στη σειρά επιτυχίας στη γραπτή εξέταση, ως μη περιλαμβανόμενος στον πιο πάνω αριθμό, που με βάση το Νόμο καλείται σε προφορική εξέταση. Περαιτέρω, δεν νομιμοποιείται να αμφισβητεί τη νομιμότητα πράξεων που ακολούθησαν τον αποκλεισμό του, εφόσον συμμετείχε στη διαδικασία της γραπτής εξέτασης χωρίς να υποβάλει οποιαδήποτε επιφύλαξη σε σχέση με τα θέματα που πιο πάνω αμφισβητεί. Θεωρώ ότι βρισκόμαστε μπροστά σε περίπτωση ανεπίτρεπτης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας που άπτεται της νομιμοποίησης του αιτητή να προσβάλει την επίδικη απόφαση για τέτοιο λόγο. Ο αιτητής, προφανώς, από τη μια επιδοκιμάζει με την υποβολή της αίτησης του και τη συμμετοχή του στη διαδικασία αποδεχόμενος τόσο την προκήρυξη όσο και τη διαδικασία της γραπτής εξέτασης που διεξήγαγαν οι καθ΄ ων η αίτηση και από την άλλη αποδοκιμάζει όταν εκ των υστέρων με βάση τα αποτελέσματα της γραπτής εξέτασης δεν κατέστη δυνατόν να συγκεντρώσει την αναγκαία βαθμολογία ώστε να συμπεριληφθεί στους 22 πρώτους υποψηφίους και να κληθεί στην προφορική εξέταση (Ηλία κ.ά. ν. Δημοκρατία
(1999)3 Α.Α.Δ. 884, Μιχαλάκης Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 241 και Σκώττης κ.α. ν. Χατζηκωνσταντή κ.α.
(2005)3 Α.Α.Δ. 140, 145). Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ούτε και ο ισχυρισμός του ότι πάσχει η προπαρασκευαστική πράξη της γραπτής εξέτασης, επειδή τα υπό εξέταση θέματα περιορίστηκαν αποκλειστικά επί του αντικειμένου της θέσης ισχύει, εφόσον ουδέποτε αμφισβήτησε ή και επιφυλάχθηκε να αμφισβητήσει την ενέργεια αυτή των καθ΄ ων η αίτηση, είτε κατά το στάδιο που έλαβε τις επιστολές ημερ. 1.11.2010 και 8.11.2010, στις οποίες καταγράφονται σαφέστατα τα θέματα και η ύλη, αλλά ούτε και όταν προσήλθε στη γραπτή εξέταση και του παραδόθηκε το γραπτό. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4(β) του παραρτήματος του Νόμου, εφόσον η αρχική κλίμακα της επίδικης θέσης δεν υπερβαίνει την κλίμακα Α8, για την οποία απαιτείται πανεπιστημιακό δίπλωμα ή ισότιμο προσόν, τα θέματα προκαθορίζονται από την ειδική επιτροπή η οποία, στην παρούσα περίπτωση και νόμιμα τα καθόρισε ως τέτοια και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)του παραρτήματος του Νόμου μπορεί νόμιμα να αναθέσει «.στην Υπηρεσία Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ή και σε πρόσωπα με ειδικές γνώσεις και εμπειρίες, σε συνεργασία με αρμόδιους λειτουργούς, όπου η ίδια το κρίνει αναγκαίο, την ετοιμασία δοκιμίων για το κάθε θέμα της εξέτασης.» Όπως ακριβώς συνέβη στην παρούσα υπόθεση, όπου νόμιμα η ειδική τριμελής επιτροπή ανέθεσε την ετοιμασία των δοκιμίων στο Πανεπιστήμιο Frederick σε συνεργασία μαζί της και τους αρμόδιους λειτουργούς του Τμήματος Προγραμμάτων Τηλεόρασης του Ιδρύματος. Συνεπώς νόμιμη ήταν η διαδικασία διεξαγωγής γραπτής εξέτασης και ως τέτοια δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων της και της σειράς επιτυχίας του αιτητή (43ος), με αποτέλεσμα νομίμως να έχει αποκλειστεί ο αιτητής από τους 22 υποψήφιους που κλήθηκαν από το ΔΣ κατά σειρά επιτυχίας στη γραπτή εξέταση, σε προφορική εξέταση. Εν όψει της κατάληξης μου ότι ο αιτητής στερείται εννόμου συμφέροντος να προσβάλει την επίδικη απόφαση, παρέλκει η εξέταση των νομικών ισχυρισμών που επικαλείται για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Θα προχωρήσω στην εξέταση των κοινών νομικών ισχυρισμών που επικαλούνται οι αιτήτριες στις δύο άλλες προσφυγές, αρ. 636/11 και 852/11. Υποβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση πάσχει: λήφθηκε κάτω από πλάνη περί τα πράγματα λόγω έλλειψης έρευνας ως προς την πλήρωση των προσόντων και προϋποθέσεων του σχεδίου υπηρεσίας, αναρμόδια εξέταση αιτήσεων και συμπερασμάτων και έλλειψη αιτιολογίας έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος. Κρίθηκε από το ΔΣ κατά τρόπο μονολεκτικό ότι οι υποψήφιοι πληρούσαν τα απαιτούμενα από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης προσόντα, χωρίς να έχει διεξαχθεί οποιαδήποτε σχετική έρευνα. Ετοιμάστηκε αναρμοδίως πίνακας για τα προσόντα, πείρα και άλλα ακαδημαϊκά προσόντα των υποψηφίων με βάση τον οποίο απονεμήθηκαν μονάδες για πείρα, πλεονέκτημα και πρόσθετα προσόντα των υποψηφίων αναιτιολόγητα και σε κάποιες περιπτώσεις κάτω από πλάνη. Αναφορικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό των αιτητριών ότι αναρμοδίως ετοίμασε το ΔΣ πίνακα με τα προσόντα, πείρα και άλλα ακαδημαϊκά προσόντα των υποψηφίων, θεωρώ ότι το ολιγότερο επιβάλλετο να γίνει ο πίνακας αυτός στο πλαίσιο της σωστής ενημέρωσης του ΔΣ για την ακριβή κατάσταση κάθε υποψηφίου αναφορικά με τα στοιχεία αυτά, έτσι ώστε να προβεί στην αξιολόγηση και αποτίμηση αυτών ως μέρος των κριτηρίων που το άρθρο 3
(1)(α) ορίζει για την επιλογή και το διορισμό των υποψηφίων. Η δε βαρύτητα που δίδεται σε αυτά τα κριτήρια σε μονάδες, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) δεν απαιτείται να αιτιολογείται. Λαμπρατσιώτη ν. Ανδρέου
(2013)3 Α.Α.Δ. 202: «Το Άρθρο 3 δεν προνοεί για συγκεκριμένη αιτιολόγηση των επί μέρους μονάδων που δίνονται, στο κάθε κριτήριο πέραν της συνολικής αποτίμησης μονάδων για έκαστο εξ αυτών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε συναφώς ότι γενικά ο Νόμος Αρ. 6(Ι)/98 δεν προβλέπει για αιτιολόγηση της βαθμολογίας των κριτηρίων αυτών, συμφωνώντας με την αντιμετώπιση στη Χριστοδούλου ν. Ε.Δ.Υ., Υπόθ. Αρ. 1371/05, ημερ. 7.3.2007, (Κωνσταντινίδης, Δ.), όπου αναφέρθηκε ότι αν ο νομοθέτης ήθελε να απαιτήσει ρητή αιτιολογία θα το έπραττε όπως σε άλλα συναφή νομοθετήματα. .» Εξ άλλου, όπως προβλέπεται στην επιφύλαξη του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 του Νόμου, δεν απαιτείται αιτιολόγηση των μονάδων που δίδονται από το ΔΣ σε όλα τα κριτήρια που καθορίζει ο Νόμος (άρθρο 3
(1)(α)) παρά μόνο να καταγράφονται στα πρακτικά. Ως εκ τούτου απορριπτέος καθίσταται ο ισχυρισμός αυτός των αιτητριών. Είναι κοινή η τοποθέτηση και των δύο αιτητριών ότι το ΕΜ4 Κλείτου Κλείτος, κατά ουσιώδη πλάνη περί τα πράγματα αλλά και υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας του ΔΣ κρίθηκε ότι κατείχε το απαιτούμενο από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης προσόν της «πολύ καλής γνώσης της Αγγλικής γλώσσας». Η σχετική έρευνα ήταν πεπλανημένη τόσο ως προς το σχετικό προσόν, όσο και ως προς τις σχετικές αρμοδιότητες του ΔΣ να διευρύνει αυθαίρετα το κριτήριο απόδειξης της γνώσης της ΕΔΥ που το ίδιο υιοθέτησε. Το ΔΣ έκρινε σχετικά με το ΕΜ4 για την κατοχή του προσόντος αυτού: «Η πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας για τους Κλείτου Κλείτο και Χατζηπαρασκευά Έλλη διαπιστώθηκε από τους προσωπικούς τους φακέλους. Ο κ. Κλείτου Κλείτος ήταν ο σκηνοθέτης του «Junion Eurovision Song Contest 2008» (σε συνεργασία με το BBC), παράλληλα ο κ. Κλείτου είναι από το 2004 σύμβουλος σκηνοθέτης για την εκπροσώπηση της Κύπρου στο διαγωνισμό «Eurovision» και από το 2008 είναι ο εκπρόσωπος του ΡΙΚ στο «Steering Group» της EBU για το Junior Eurovision.» Το ΔΣ αφού διαπίστωσε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση κάποιο από τα τεκμήρια της εγκυκλίου για την κατοχή της πολύ καλής γνώσης της αγγλικής γλώσσας, προέβη το ίδιο, όπως επιβάλλετο, ως το αποφασίζον όργανο για τη διαπίστωση της γνώσης ξένης γλώσσας, σε δέουσα έρευνα όλων στων στοιχείων της αίτησης του και του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης, καταχωρώντας στο πρακτικό τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις ως προς την κατοχή του σχετικού προσόντος από το ΕΜ, έτσι ώστε να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος (Παναγιωτίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 342, 347). Συνεπώς νομίμως κατόπιν διεξαγωγής της δέουσας έρευνας και αιτιολογημένα το ΔΣ αποφάσισε ότι το ΕΜ είναι κάτοχος του απαιτούμενου προσόντος της «πολύ καλής γνώσης της Αγγλικής γλώσσας». Ακολουθεί η εξέταση των επιμέρους ισχυρισμών των δύο αιτητριών. Προσφυγή αρ. 636/11, Αιτήτρια Μόνικα Φανουρίου: Η αιτήτρια υποβάλλει ότι κάτω από πλάνη πιστώθηκε το προσόν, «πλεονέκτημα» στο ΕΜ Κανικλίδη Χρίστο, αφού δεν είχε συνδυασμό BA και MA στα μέσα ενημέρωσης, όπως προβλέπεται από το σχέδιο υπηρεσίας της θέσης. Κατείχε μεν το ΕΜ δύο μεταπτυχιακούς τίτλους αλλά κάτω από πλάνη και αναιτιολόγητα του αποδόθηκαν επτά μονάδες, πέντε για το πλεονέκτημα και δύο για πρόσθετο ακαδημαϊκό προσόν. Το σχέδιο υπηρεσίας στη «Σημείωση» της παραγρ. 1 των «Απαιτούμενων προσόντων» προσδιορίζει καθοριστικά τι αποτελεί «πλεονέκτημα»: «ΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΟΝΤΑ Πανεπιστημιακό Δίπλωμα ή Τίτλος στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας με ειδικότητα σε ένα από τα ακόλουθα θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών: Τηλεοπτική παραγωγή (TV production), τηλεοπτική σκηνοθεσία (TV direction), κινηματογραφική παραγωγή (Film production), θέατρο, κινηματογραφική σκηνοθεσία, ανθρωπιστικές σπουδές, κοινωνικές επιστήμες, (Film direction), Ψυχολογία, Φιλοσοφία, Φιλολογία ή άλλο συναφές, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, θέμα. ή Άλλο από το πιο πάνω πανεπιστημιακό προσόν και μεταπτυχιακό Δίπλωμα ή Τίτλο στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Ενημέρωσης με ειδικότητα στα αναφερόμενα πιο πάνω θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών. Σημείωση: Συνδυασμός του Πανεπιστημιακού προσόντος που αναφέρονται πιο πάνω και μεταπτυχιακού Διπλώματος ή Τίτλου με ειδικότητα στα αναφερόμενα στα πιο πάνω θέματα ή συνδυασμό των θεμάτων αυτών αποτελεί πλεονέκτημα. .» Το ΕΜ3 όπως προκύπτει από τα περιγραφόμενα στον πίνακα προσόντα του, είναι κάτοχος BA in Film, Television, New York University 1996, MA in Individualized Study, New York University 1998 και MA in Drama and Theatre Education 2006, Warwick University. To ΔΣ ορθά του απέδωσε πέντε επιπρόσθετες μονάδες καθότι κατέχει το πλεονέκτημα, αφού κατέχει «Πανεπιστημιακό τίτλο της παρ. 1», ήτοι, BA και μεταπτυχιακό δίπλωμα με ειδικότητα που εμπίπτει στα ως άνω αναφερόμενα θέματα και συγκεκριμένα αυτή του «Θεάτρου». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(iv) του Νόμου η επιλογή και ο διορισμός των υποψηφίων γίνεται, μεταξύ άλλων, με βάση «άλλα ακαδημαϊκά προσόντα», η βαρύτητα των οποίων καθορίστηκε από το Νόμο, από μηδέν έως τρεις μονάδες. Όπως προαναφέρθηκε το ΔΣ καθόρισε δύο μονάδες για Master και απέδωσε στο ΕΜ Κανικλίδη, δύο μονάδες για το «δεύτερο» master που κατέχει «MA in Ιndividualized Study", το οποίο και καταγράφηκε στο πρακτικό της επίδικης απόφασης: «Το Συμβούλιο ομόφωνα αποφάσισε όπως αποδώσει, σε όσους έχουν master, δύο μονάδες και συγκεκριμένα στους: Κανικλίδη Χρίστο (ΜΑ in Individualized Study) .» Σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία, προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν τίθεται θέμα πλάνης και έλλειψης αιτιολογίας από το ΔΣ αναφορικά με το πλεονέκτημα του ΕΜ Χρίστου Κανικλίδη και σαν πρόσθετο ως ανωτέρω προσόν, και ως εκ τούτου νόμιμα του δόθηκαν πέντε και δύο μονάδες αντιστοίχως. Επιπρόσθετα, η αιτήτρια υποστηρίζει ότι το ΕΜ κάτω από ουσιώδη πλάνη και αναρμοδίως κρίθηκε ότι κατείχε το απαιτούμενο από το σχέδιο υπηρεσίας (§2) της θέσης προσόν «πολύ καλή γνώση της Ελληνικής γλώσσας» λόγω της επιτυχίας του στο γραπτό διαγωνισμό, βάσει του Ν. 6(Ι)/98: μόνο κατόπιν εξετάσεων που διεξάγονται από το Υπουργείο Παιδείας μπορούσε να πιστωθεί το εν λόγω προσόν στο ΕΜ3. Σύμφωνα με τα «Αποδεκτά τεκμήρια από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας» και τα οποία οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους κατά τη επίδικη διαδικασία, το προσόν της «πολύ καλής γνώσης της Ελληνικής γλώσσας» θεωρείται ότι το κατέχει και υποψήφιος που εξασφάλισε βαθμολογία 50% και άνω στο θέμα των Ελληνικών κατά τις γραπτές εξετάσεις που διεξάγονται από την ειδική επιτροπή, σύμφωνα με τον περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμους του 1998 έως 2008, για θέσεις εισδοχής στη δημόσια υπηρεσία: «(iii) Γραπτές Εξετάσεις που διεξάγονται από την Ειδική Επιτροπή σύμφωνα με τους περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμους του 1998 έως 2008 για θέσεις εισδοχής στη δημόσια υπηρεσία (Βαθμολογία 50% και άνω στο θέμα των Ελληνικών).» Το ΕΜ όπως φαίνεται από τα επισυνημμένα έγγραφα στο φάκελο της προσφυγής, κατέχει πιστοποιητικό επιτυχίας από την ειδική επιτροπή ημερ. 23.12.2010 σύμφωνα με το οποίο βαθμολογήθηκε με «60» στο μάθημα των Ελληνικών. Συνεπώς κρίνεται ότι κατέχει την απαιτούμενη «πολύ καλή» γνώση της Ελληνικής γλώσσας και δεν τίθεται θέμα πλάνης των καθ΄ ων η αίτηση. Περαιτέρω, η αιτήτρια, η οποία είχε πάνω από 14 χρόνια πείρα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης, ισχυρίζεται ότι κάτω από πλάνη της πιστώθηκαν μόνο τέσσερις μονάδες αντί πέντε, όπως άλλωστε είχε προκαθοριστεί από τους καθ΄ ων. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α)(
  1. v)«η πείρα που είναι σχετική με τα καθήκοντα της θέσης» αποτελεί ένα από τα κριτήρια για την επιλογή και διορισμό των υποψηφίων στο οποίο σύμφωνα με την παράγρ. (β)(ν) του ιδίου άρθρου αποδίδονται από μηδέν έως πέντε μονάδες: «(
  2. v)πείρα σχετική με τα καθήκοντα της θέσης: 0 έως 5 μονάδες: Νοείται ότι οι μονάδες αυτές απονέμονται ανάλογα με τα χρόνια της ευδόκιμης πείρας και το βάρος που η διορίζουσα αρχή ή το αρμόδιο όργανο που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου αποδίδει στο σχετικό πιστοποιητικό υπηρεσίας? .» Στον επισυναπτόμενο πίνακα στο πρακτικό της επίδικης απόφασης (επισ. 3) σ. 9, καταγράφεται σε υποσημείωση, ο υπολογισμός της πείρας σε μονάδες ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας: «Πείρα 2+ έως 5 χρόνια 1 μονάδα, 5+ έως 8 χρόνια 2 μονάδες, 8+ έως 11 χρόνια 3 μονάδες, 11+ έως 14 χρόνια 4 μονάδες, 14+ χρόνια 5 μονάδες». Η αιτήτρια όπως προκύπτει από τα στοιχεία της αίτησης της από 9/1993-1/1994 εργάστηκε ως ραδιοφωνικός παραγωγός, από 9/1992-5/1994 (1½ χρόνο) ως Producer/Director Editor, από 11/1993-5/1997 (3 χρόνια και 6 μήνες) ως PC Consultant και από 11/1997-2.10.2009 (11 χρόνια και 11 μήνες) ως συνεργάτης αορίστου χρόνου βοηθός λειτουργός Προγραμμάτων Τηλεόρασης στο ΡΙΚ. Σύμφωνα με τα πιο πάνω στοιχεία η πείρα που απέκτησε και είναι σχετική με τα καθήκοντα της θέσης: για 1 χρόνο και 6 μήνες ως Producer/Director Editor και για 11 χρόνια και 11 μήνες ως συνεργάτης αορίστου χρόνου βοηθός λειτουργός Προγραμμάτων Τηλεόρασης στο ΡΙΚ. Σύνολο δηλαδή 13 χρόνια και 5 μήνες. Επομένως ορθά το Συμβούλιο απέδωσε στην αιτήτρια τέσσερις μονάδες για την πείρα της: (11+ έως 14 χρόνια 4 μονάδες). Ακόμη η αιτήτρια υποβάλλει ότι αναρμοδίως συμμετείχε στη διαδικασία και αξιολόγησε τους υποψηφίους η ανώτερη λειτουργός κα Μουαϊμη: εξουσιοδοτημένος λειτουργός ήταν ο αναπληρωτής Διευθυντής του Τμήματος, στον οποίο μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες του προϊσταμένου. Και αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί. Αρχικά θεωρώ ότι δεν νομιμοποιείται η αιτήτρια να υποβάλει αυτό τον ισχυρισμό καθότι συμμετείχε στην όλη διαδικασία και ειδικότερα στην προφορική εξέταση που διεξήχθη, όπως και η κα Μουαϊμη χωρίς να υποβάλει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή ένσταση. Ισχύει δηλαδή το δόγμα της απαγόρευσης της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (Σκώττης κ.α. (ανωτέρω) και Δημοκρατία ν. Χατζηχάννα κ.α.
(2007)3 Α.α.Δ. 116, 119-120). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α)(
  1. vi)και (β)(
  2. vi)η επιλογή και ο διορισμός των υποψηφίων γίνεται, μεταξύ άλλων, με βάση «την αξιολόγηση του οικείου προϊσταμένου τμήματος ή εξουσιοδοτημένου λειτουργού του». Με βάση απόφαση του ΔΣ ημερ. 22.12.2009 αναπληρωτής διευθυντής Προγραμμάτων Τηλεόρασης ορίστηκε ο κ. Μαλιώτης, ο οποίος με εγκύκλιο ημερ. 30.3.2011 ενημέρωνε ότι κατά το διάστημα της απουσίας του σε υπηρεσιακό ταξίδι από 3-8.4.2011 θα τον αναπλήρωνε η κα Μουαϊμη, ανώτερη λειτουργός Προγραμμάτων Τηλεόρασης: «Σας πληροφορώ ότι θα απουσιάζω σε υπηρεσιακό ταξίδι από 3 μέχρι 8 Απριλίου 2011. Κατά τη διάρκεια της απουσίας μου θα με αναπληροί η κ. Σοφία Μουαϊμη, Ανώτερη λειτουργός Προγραμμάτων Τηλεόρασης, προς την οποία παρακαλώ να απευθύνεσθε μέσω των οικείων προϊσταμένων.» Συνεπώς προκύπτει ότι νόμιμα η κα Μουαϊμη ήταν εξουσιοδοτημένη λειτουργός του οικείου προϊσταμένου και ως τέτοια νόμιμα προέβη στην αξιολόγηση των υποψηφίων κατά την προφορική εξέταση. Επίσης η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι παντελώς αναιτιολόγητη η πρόσδοση μονάδων στη συνέντευξη, με αποτέλεσμα να καθίσταται έτσι αδύνατος ο δικαστικός έλεγχος. Στο σχετικό πίνακα με τις βαθμολογίες του προέδρου και των μελών του ΔΣ καταχωρούνται μόνο οι βαθμολογίες χωρίς καμιά αιτιολογία του «πως» και «γιατί» θα έπρεπε να απονεμηθεί ο συγκεκριμένος βαθμός και ποια ήταν η εντύπωση που δημιούργησε έκαστος υποψήφιος στη συνέντευξη. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(α)(
  1. ii)του Νόμου, η επιλογή και ο διορισμός των υποψηφίων γίνεται με βάση, μεταξύ άλλων: «(
  2. ii)τα αποτελέσματα προφορικής εξέτασης, εφόσον αυτή κριθεί αναγκαία από τη διορίζουσα αρχή, έστω και αν δεν επιβάλλει την προφορική εξέταση ο οικείος νόμος,» Η βαρύτητα που δίδεται από τη διορίζουσα αρχή, το ΔΣ, άρθρο 3(β)(ii): «(
  3. ii)αποτελέσματα προφορικής εξέτασης, αν έχει διεξαχθεί: 0 έως 20 μονάδες?» Το άρθρο 6 του Νόμου καθορίζει, μεταξύ άλλων, τα της διεξαγωγής της «προφορικής εξέτασης» και της κατάρτισης του καταλόγου των υποψηφίων που θα κληθούν στην προφορική εξέταση. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)το αρμόδιο όργανο βαθμολογεί τους υποψηφίους, όπου κάθε μέλος του ΔΣ παραδίδει τη βαθμολογία που έδωσε για την απόδοση των υποψηφίων η οποία θα αποτελεί μέρος του οικείου φακέλου: «
(4)Μετά τη διεξαγωγή της πρoφoρικής εξέτασης ή όπου δε θα διεξαχθεί τέτοια εξέταση, η διoρίζoυσα αρχή ή το αρμόδιο όργαvo που αναφέρεται στο εδάφιο
(2), όπου αυτό εφαρμόζεται, βαθμoλoγεί τους υπoψήφιoυς που έχoυv παρουσιαστεί και που έχoυv κριθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων (ii), (iii), (iv), (v) και (vi) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3: Νοείται ότι η απόφαση της διoρίζoυσας αρχής ή του αρμόδιου oργάvoυ που αναφέρεται στο εδάφιο
(2), όπου αυτό εφαρμόζεται, αvαφoρικά με τις μovάδες που δίνει σε κάθε περίπτωση για την απόδοση ενός υπoψηφίoυ στην πρoφoρική εξέταση, αν έγινε, τα προσόντα, την πείρα του και την αξιολόγηση του οικείου Προϊσταμένου Τμήματος ή εξουσιοδοτημένου λειτουργού του, καταγράφεται πάvτoτε στα πρακτικά. Κάθε μέλος της διoρίζoυσας αρχής ή του αρμόδιου oργάvoυ που αναφέρεται στο εδάφιο
(2), όπου αυτό εφαρμόζεται, σχετικά με την απόδοση των υπoψηφίωv στην πρoφoρική εξέταση, αν έγινε, παραδίδει αμέσως μετά το πέρας της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων τη βαθμoλoγία που έδωσε, η όποια θα αποτελεί μέρος του oικείoυ φακέλου.» Προκύπτει ξεκάθαρα από τις πιο πάνω διατάξεις του Νόμου, ότι δεν απαιτείται υποχρέωση αιτιολογίας της βαθμολογίας που έδωσαν τα μέλη του ΔΣ, αυτό που απαιτείται, όπως προανέφερα, είναι η καταγραφή της βαθμολογίας που έδωσε κάθε μέλος ξεχωριστά για κάθε υποψήφιο. Κάτι που όπως φαίνεται έγινε στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τον επισυνημμένο στα πρακτικά πίνακα (επισυνημ. 2) και που στο τέλος καταγράφηκε η συνολική βαθμολογία που αποδόθηκε στον κάθε υποψήφιο ως ο μέσος όρος αυτών των βαθμολογιών της αξιολόγησης, της απόδοσης κατά την προφορική εξέταση. Τέλος, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη καθότι δεν κατέγραφε το ΔΣ όλη την προεργασία που έκανε σχετικά με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στην επίδικη απόφαση, καθιστώντας έτσι δυνατό το δικαστικό έλεγχο. Με βάση το σύνολο των πιο πάνω στοιχείων που αναλυτικά παρέθεσα, η επίδικη απόφαση είναι σαφής και πλήρως αιτιολογημένη. Προηγήθηκε επαρκής έρευνα και η όλη ακολουθητέα διαδικασία είναι σε πλήρη συμφωνία με τα όσα προνοεί ο Ν. 6(Ι)/98. Η επίδικη απόφαση προέκυψε μετά από συνεκτίμηση όλων των απαιτούμενων από το άρθρο 3 του Νόμου στοιχείων: αποτελέσματα γραπτής εξέτασης, αποτελέσματα προφορικής εξέτασης, προσόντα που με βάση το σχέδιο υπηρεσίας θεωρούνται πλεονέκτημα, άλλα ακαδημαϊκά προσόντα, πείρα που είναι σχετική με τα καθήκοντα της θέσης και την αξιολόγηση του οικείου προϊσταμένου τμήματος ή εξουσιοδοτημένου λειτουργού του, με τη βαρύτητα που αποδόθηκε από το ΔΣ στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) του Νόμου. Εξ άλλου, όπως αποφασίστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Λαμπρατσιώτη ν. Ανδρέου (ανωτέρω) οι διατάξεις του άρθρου 3 του Νόμου δεν προβλέπουν για συγκεκριμένη αιτιολόγηση των επιμέρους μονάδων που δίνονται στο κάθε κριτήριο, πέραν της συνολικής αποτίμησης μονάδων για έκαστο εξ αυτών. Προσφυγή αρ. 852/11, αιτήτρια Μαρία Γεωργιάδου: Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι παράνομη καθότι λήφθηκε, παρά το γεγονός ότι δε δημοσιεύθηκαν στον εγχώριο τύπο όλες οι θέσεις που ήταν κενές και/ή δεν δημοσιεύθηκαν οι θέσεις που ήταν γνωστό ότι θα είχαν κενωθεί μέχρι το τέλος του έτους και/ή δεν δημοσιεύθηκε ο ακριβής αριθμός των θέσεων που επρόκειτο να πληρωθούν. Δεν γίνεται καμιά αναφορά στο πρακτικό της επίδικης απόφασης πότε και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας αποφασίστηκε ποιος θα ήταν ο αριθμός των θέσεων αυτών, ούτε και αν αυτές οι θέσεις είχαν δημιουργηθεί πριν ή μετά από την προκήρυξη της θέσεις στις 31.12.2009. Παρά μόνο καταγράφηκε για πρώτη φορά στο πρακτικό της επίδικης απόφασης ημερ. 5.4.2011, ενάμισι χρόνο μετά τη δημοσίευση της προκήρυξης. Παραπέμπει σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η προκήρυξη όλων των κενών θέσεων πρώτου διορισμού αποτελεί το αναγκαίο νομιμοποιητικό υπόβαθρο για την πλήρωση τους, αφού άπτεται της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, την εφαρμογή της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας και της αξιοκρατικής στελέχωσης των δημοσίων οργανισμών. Συνεπώς, η μη δημοσίευση όλων των κενών θέσεων πρώτου διορισμού συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, η μη τήρηση του οποίου καθιστά την πράξη παράνομη και επιφέρει την ακύρωση της. Κατ΄ επέκταση είναι αδύνατο να ελεγχθεί αν τελικά ο αριθμός των υποψηφίων που κλήθηκε στην προφορική εξέταση ήταν στην πραγματικότητα ο τριπλάσιος του αριθμού των κενών θέσεων, όπως επιτάσσει το άρθρο 6
(3)του Νόμου και επομένως η επίδικη απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί και γι΄ αυτό το λόγο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί, όπως άλλωστε υποστηρίζουν οι καθ΄ ων η αίτηση και τα ΕΜ. Το γεγονός ότι δεν καθορίστηκε ο ακριβής αριθμός των υπό πλήρωση θέσεων στην προκήρυξη δεν παραβιάζει σε καμιά περίπτωση την αρχή της ισότητας, της διαφάνειας και το δημόσιο συμφέρον στην προσέλκυση των καταλληλότερων υποψηφίων, αφού όλοι οι ενδιαφερόμενοι, συμπεριλαμβανομένων και των αιτητών και των ΕΜ υπέβαλαν αίτηση με σκοπό να διεκδικήσουν τις επίδικες θέσεις. Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα επιπλέον θέσεων που προστέθηκαν σε μετέπειτα στάδιο και θα έπρεπε να δημοσιευθούν, ώστε ενδεχομένως να υποβάλουν αίτηση και άλλα πρόσωπα. Αφού μάλιστα όπως προκύπτει από τον περί Προϋπολογισμού του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμο του 2009, Ν. 47(ΙΙ)/2009, που αφορά το χρόνο δημοσίευσης, στο κεφάλαιο «Αποδοχές Προσωπικού - Μόνιμες θέσεις» στον πρώτο πίνακα «Δελτία Δαπανών 2009- Λεπτομέρειες Δαπανών», στη σ.775, αναγράφεται ότι οι κενές θέσεις για τη θέση λειτουργού προγραμμάτων Τηλεόρασης στο Τμήμα Προγραμμάτων Τηλεόρασης είναι επτά, όσες δηλαδή και οι θέσεις που πληρώθηκαν με την επίδικη απόφαση. Ο αριθμός ων θέσεων ήταν από την αρχή της έναρξης της διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων επτά και παρέμεινε ως τέτοιος μέχρι το τέλος της διαδικασίας και επιπρόσθετα δεν υπήρχε ενδεχόμενο να μεταβληθεί αφού καθορίστηκε ως τέτοιος από τον ίδιο τον προϋπολογισμό του ΡΙΚ, ώστε καμιά παράβαση ουσιώδους τύπου να σημειωθεί. Κάτι που δεν συνέβαινε στις αποφάσεις που παραπέμπει η αιτήτρια, όπου εκεί δεν έγινε δημοσίευση πρόσθετων θέσεων, οπότε η συγκεκριμένη παραβίαση ήταν ουσιώδης. Με βάση την κατάληξη μου αυτή προκύπτει ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 6
(3)του Νόμου, με τη μη δημοσίευση των κενών θέσεων στην προκήρυξη, εφόσον ορθά κλήθηκαν στην προφορική συνέντευξη 22 υποψήφιοι, ο τριπλάσιος δηλαδή αριθμός των κενών θέσεων. Επιπρόσθετα, η αιτήρια υποβάλλει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να ερευνήσουν κατά πόσο οι υποψήφιοι κατείχαν το απαιτούμενο από την παρ.3 προσόν της «πολύ καλής γνώσης ηλεκτρονικού υπολογιστή». Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται καθότι τίθεται κατά πολύ γενικό τρόπο από την αιτήτρια, ενώ η ίδια κρίθηκε ότι είναι προσοντούχος, δεν θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υποψήφιος και/ή υποψήφιοι δεν πληρούν το προσόν αυτό, ούτε προκύπτει οποιαδήποτε αμέλεια των καθ΄ ων ως προς τη διαπίστωση της κατοχής του προσόντος αυτού από τους υποψηφίους. Τέλος, ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη καθότι παράνομα και/ή εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή αναξιοκρατικά και/ή κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και/ή της αμεροληψίας περιλήφθηκαν στη γραπτή εξέταση θέματα τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην εξεταστέα ύλη, η οποία είχε αποσταλεί στην αιτήτρια. Συγκεκριμένα υποβάλλει ότι η ερώτηση 2 του Μέρους Β του γραπτού, η οποία λάμβανε 15 μονάδες, δεν περιλαμβανόταν στα θέματα και στην ύλη που απέστειλαν οι καθ΄ ων η αίτηση στους υποψήφιους, με αποτέλεσμα να μην έχει απαντήσει κατάλληλα, έτσι ώστε να έχει μείωση της γενικής βαθμολογίας που πήρε, 87, με σειρά κατάταξης 18η, ενώ όλα τα ΕΜ πλην του ΕΜ Νικολάου βαθμολογήθηκαν υψηλότερα. Με αυτό τον τρόπο, υποβάλλει, παραβιάζεται το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης των υποψηφίων προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα σε όλους τους υποψηφίους να διεκδικήσουν κατά ισόνομο τρόπο το διορισμό τους σε δημόσια θέση. Απορριπτέος καθίσταται και αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας. Αρχικά θεωρώ ότι η αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει αυτό τον ισχυρισμό καθότι με βάση την επίδικη προκήρυξη υπέβαλε την αίτηση της και έλαβε μέρος στη διαδικασία αποδεχόμενη τη συμμετοχή της στη γραπτή εξέταση με τα θέματα που τέθηκαν χωρίς να ενστεί ή να αμφισβητήσει είτε στο στάδιο της γραπτής εξέτασης είτε σε σύντομο απ΄ αυτή χρόνο τα θέματα, ενώ επιλέγει να τα αμφισβητήσει τώρα αποδοκιμάζοντας τη διαδικασία όταν εκ των υστέρων δεν κατέστη δυνατός ο διορισμός της. Λειτουργεί δηλαδή αντίθετα με το δόγμα της απαγόρευσης της ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας (Σκώττης κ.α. (ανωτέρω)). Εν πάση περιπτώσει, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία θεωρώ ότι διεξήχθη νομίμως η γραπτή εξέταση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του παραρτήματος του Νόμου. Η αρμόδια αρχή καθόρισε σε γενικές γραμμές την ύλη της γραπτής εξέτασης κατά την προκήρυξη της θέσης (άρθρο 4
(1)). Οι καθ΄ ων η αίτηση με τις επιστολές τους ημερ. 1.11.2010 και 8.11.2010 τις οποίες απέστειλαν προς όλους τους υποψηφίους, καθόρισαν, μεταξύ άλλων, αναλυτικά τα θέματα και την ύλη των γραπτών εξετάσεων, στα οποία σαφώς και εμπεριέχεται και το υπό αμφισβήτηση «θέμα»: διαδικασία υποβολής και το σενάριο. Σαφώς και η ερώτηση αυτή σχετίζεται και με τα καθήκοντα και τις ευθύνες της επίδικης θέσης. Καταλήγω με βάση τα ανωτέρω στοιχεία ότι η γραπτή εξέταση ήταν καθόλα νόμιμη και μέσα στα πλαίσια της εξεταστέας ύλης και καμιά παράβαση στη διεξαγωγή της διαπιστώνεται. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως ευσταθεί και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν εύλογα επιτρεπτή. Οι προσφυγές απορρίπτονται με €1.200 έξοδα, πλέον ΦΠΑ, εναντίον του κάθε αιτητή και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. Μεταξύ αιτητών και ΕΜ καμιά διαταγή για έξοδα. Η επίδικη απόφαση επικυρώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(α) του Συντάγματος. Δ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ. /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.