← Κύπρος

ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΜΕΛΕΤΙΕ-ΠΑΝΑΓΙΔΗ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1010/2012 και 1037/2012, 29

ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΜΕΛΕΤΙΕ-ΠΑΝΑΓΙΔΗ κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1010/2012 και 1037/2012, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D312 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 1010/2012 και 1037/2012) 29 Ιουνίου, 2016 [ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Υπόθεση Αρ. 1010/2012) ΑΘΗΝΟΥΛΑ ΜΕΛΕΤΙΕ-ΠΑΝΑΓΙΔΗ, Αιτήτρια, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 1037/2012) ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΦΙΛΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Καθ΄ων η Αίτηση. Α. Κωνσταντίνου, για την Αιτήτρια στην 1010/

  1. Χρ. Μιχαηλίδου (κα), για τον Αιτητή στην 1037/
  2. Δ. Εργατούδη (κα), για τους Καθ΄ων η Αίτηση και στις δύο υποθέσεις. Α. Ευσταθίου (κα), για το ΕΜ
  3. Ε. Μυριάνθους (κα), για το ΕΜ
  4. Δ. Καλλής, για τα ΕΜ 3 και
  5. Ντ. Πασπαλίδης, για το ΕΜ
  6. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Προσβάλλεται η απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας («ΕΔΥ») ημερ. 22.5.2012 να προαγάγει τους Χαράλαμπο Μακρή (ΕΜ 1), Κλεόπα Στυλιανού (ΕΜ 2), Αντώνη Μαλτέζο (ΕΜ 3), Παναγιώτη Σαββίδη (ΕΜ 4) και Γεώργιο Στυλιανού (ΕΜ 5) στη μόνιμη θέση Επιθεωρητή Εναέριας Κυκλοφορίας, Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας, αντί των αιτητών. Η προσφυγή 1037/12 καθόσον αφορά τα ΕΜ 3, 4 και 5 αποσύρθηκε και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Διατηρείται μόνο εναντίον των ΕΜ 1 και
  7. Στη συνεδρία της ΕΔΥ ημερ. 22.5.2012 παρέστη και έδωσε τη σύστασή του υπέρ των ΕΜ ο Διευθυντής Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας. Η ΕΔΥ προέβη σε σύγκριση και αξιολόγηση των υποψηφίων. Αφού εξέτασε τα ουσιώδη στοιχεία των Προσωπικών Φακέλων και των Φακέλων των Υπηρεσιακών/Εμπιστευτικών Εκθέσεων των υποψηφίων και έλαβε υπόψη τη σύσταση του Διευθυντή, διαπίστωσε την υπεροχή των ΕΜ έναντι των υπολοίπων με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα και αποφάσισε να τους προσφέρει προαγωγή στην επίδικη θέση. Προσφυγή αρ. 1010/12 Τα επιχειρήματα της αιτήτριας εστιάζονται στην ύπαρξη πλάνης τόσο στη σύσταση του Διευθυντή όσο και στη διοικητική απόφαση καθόσον αφορά τη σημασία που αποδόθηκε στην κατά εννέα μήνες υπεροχή των ΕΜ σε αρχαιότητα έναντί της καθώς και την κρίση πως οι υποψήφιοι διαθέτουν μη απαιτούμενα συναφή προσόντα κατά παραγνώριση του γεγονότος πως η αιτήτρια διαθέτει τρία μεταπτυχιακά προσόντα. Περαιτέρω, η αιτήτρια υπερέχει έστω κατά ένα εξαίρετος έναντι του ΕΜ 4 στο σύνολο των τελευταίων πέντε ετών, γεγονός στο οποίο, σύμφωνα με την αιτήτρια, δεν αποδόθηκε η δέουσα βαρύτητα ώστε να διαφανεί ότι υπερέχει, πέραν των προσόντων, και σε αξία με αποτέλεσμα να μη χωρούσε η απόδοση σημασίας στην υπεροχή των ΕΜ σε αρχαιότητα. Επιπρόσθετα, η ΕΔΥ δεν καθόρισε ποια βαρύτητα δόθηκε στα πρόσθετα προσόντα κατά παράβαση των νομολογηθέντων στη Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας

(2009)3 ΑΑΔ 164. Το ΕΜ 1 εισηγείται πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ο αριθμός των πρόσθετων προσόντων των υποψηφίων εφόσον πρόκειται περί θέσης όπου δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στο Σχέδιο Υπηρεσίας. Είναι αρκετό, όπως εν προκειμένω, που κατεγράφη η αιτιολογία της κρίσης του αποφασίζοντος οργάνου κατά τρόπο σύμφωνο με τις νομολογιακές αρχές. Τα προσόντα των υποψηφίων βρίσκονταν καταγραμμένα στον κατάλογο των προσόντων τους (Παράρτημα 4 στην ένσταση) στον οποίο γινόταν σαφής αναφορά σε όλα τα μεταπτυχιακά προσόντα της αιτήτριας. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ δεν θεώρησαν τους υποψήφιους ίσους σε προσόντα αλλά ότι κατέχουν όλοι επιπρόσθετα σχετικά προσόντα. Καθώς και ότι οι μη συστηνόμενοι υστερούν σε αρχαιότητα και δεν υπερέχουν σε αξία. Περαιτέρω, η υπεροχή του ΕΜ 1 σε αρχαιότητα επαυξάνει την αξία του ενόψει της κατά τεκμήριο μεγαλύτερης πείρας του. Η δε αναφορά της ΕΔΥ σε «ανάλογη βαρύτητα» που δόθηκε στα μη απαιτούμενα προσόντα της αιτήτριας, φανερώνει ακριβώς πως αυτά συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη (Παρτάσης ν. ΕΔΥ, Υπόθ. Αρ. 1617/07, ημερ. 9.12.2008). Δεν κρίθηκαν όμως ικανά να ανατρέψουν τις ικανότητες και την επάρκεια του ΕΜ 1 βάσει της υπεροχής του σε αρχαιότητα και πείρα. Το ΕΜ 2 υιοθετεί το περιεχόμενο της αγόρευσης των καθ' ων η αίτηση. Προσθέτει δε πως υπερέχει της αιτήτριας στα απαιτούμενα προσόντα αφού η αιτήτρια δεν διαθέτει το απαιτούμενο πτυχίο Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας «μετά πιστοποιητικών ισχύος» ενόψει της αναστολής της ισχύος του εν λόγω προσόντος της αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ζήτημα όμως, που δεν μπορεί να εγείρεται καθότι το ΕΜ 2 υπερασπίζεται τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται να στρέφεται κατά του μέρους της κρίσης της ΕΔΥ που αφορά τη διαπίστωση της από μέρους της αιτήτριας κατοχής απαιτούμενου προσόντος και στα όσα πηγάζουν από αυτή. Περαιτέρω, το ΕΜ 2 ισχυρίζεται ότι το δίπλωμα Πολιτικής Μηχανικής της αιτήτριας έχει χρησιμοποιηθεί για να θεωρηθεί η αιτήτρια ως υποψήφια για τη θέση Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας, οπότε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί περαιτέρω για σκοπούς σύγκρισης με άλλους υποψηφίους (Πάντης ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος
(2001)3 ΑΑΔ 1089, Παπαδοπούλου κ.α. ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(2002)3 ΑΑΔ 276 και Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας
(2013)3 ΑΑΔ 37). Ο δε τίτλος δεν μπορεί να λογιστεί και ως βασικός και ως μεταπτυχιακός τίτλος ώστε να ενεργήσει προς όφελος της αιτήτριας δύο φορές. Το ΕΜ 2 εισηγείται, όπως και το ΕΜ 1, ότι η θέση της αιτήτριας πως τόσο η κρίση της ΕΔΥ όσο και η σύσταση του Διευθυντή ότι το ΕΜ δεν υστερεί σε προσόντα έναντι της αιτήτριας είναι πεπλανημένη και συγκρουόμενη με τα στοιχεία των φακέλων καθώς και ότι η ΕΔΥ δεν αντιλήφθηκε ότι η αιτήτρια είχε 3 μεταπτυχιακά με αποτέλεσμα η πλάνη να είναι ουσιώδης, δεν βρίσκει έρεισμα στο σχετικό πρακτικό για τους λόγους που προβάλλει και το ΕΜ 1 πιο πάνω. Περαιτέρω, νομίμως η επιλογή του ΕΜ 2 έγινε στη βάση της υπεροχής του σε αρχαιότητα έναντι της αιτήτριας ενώ η προταθείσα από την αιτήτρια νομολογία (Δημητρίου ν. ΑΗΚ, Υπόθ. Αρ. 1506/08, ημερ. 22.7.2010 και Καλαθά ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υπόθ. Αρ. 95/2008, ημερ. 21.5.2009) δεν διατυπώνει την αρχή ότι ένα πρόσθετο προσόν επικρατεί της αρχαιότητας. Στα προσόντα της αιτήτριας νομίμως δόθηκε «η ανάλογη βαρύτητα» προσέγγιση η οποία συνάδει με τα νομολογηθέντα στη Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω. Το ΕΜ 3 αντιτείνει προς τα όσα η αιτήτρια προβάλλει πως η ΕΔΥ δεν λειτούργησε κάτω από την κρίση πως η αιτήτρια δεν υπερέχει σε προσόντα αλλ' απλώς πως «και οι λοιποί υποψήφιοι διαθέτουν επιπρόσθετα προσόντα». Το δε ΕΜ 3 κατέχει δίπλωμα και μεταπτυχιακό τίτλο ενώ η αιτήτρια δύο μεταπτυχιακούς τίτλους. Κατά την εισήγηση, η υπεροχή της αιτήτριας σε προσόντα δεν είναι η εισηγούμενη. Το δίπλωμα Πολιτικής Μηχανικής της αιτήτριας το οποίο θεωρήθηκε από το ΚΥΣΑΤΣ και ως μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master χρησιμοποιήθηκε ήδη για να ικανοποιήσει προαπαιτούμενο του σχεδίου υπηρεσίας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ενεργήσει προς όφελός της δύο φορές. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΕΔΥ είχαν υπόψη και το σύνολο των προσόντων της αιτήτριας χωρίς να χρειάζεται ειδική αναφορά σε αυτά εφόσον βρίσκονταν στον φάκελό της. Επιπρόσθετα, η σύσταση, έστω και αν βασίζεται στην αρχαιότητα του ΕΜ 3, δεν παύει από του να είναι έγκυρη έστω και αν η αιτήτρια διαθέτει πρόσθετα σχετικά προσόντα στην κατοχή των οποίων αναφέρθηκε ο Διευθυντής στη σύστασή του. Η κατά εννέα μήνες υπεροχή του ΕΜ 3 σε αρχαιότητα προσθέτει στην αξία του ενόψει της αποκτηθείσας πείρας στην αμέσως προηγούμενη θέση. Η δε σύσταση, ως βασισθείσα επί της αρχαιότητας των συστηθέντων δεν συγκρούεται με τα στοιχεία του φακέλου και είναι καθόλα έγκυρη. Η επικαλούμενη από την αιτήτρια Χριστοδούλου, ανωτέρω, διαφοροποιείται εν προκειμένω, καθότι εκεί το ΕΜ, σε αντίθεση με την εκεί αιτήτρια, δεν διέθετε πρόσθετο προσόν. Αντιθέτως, σε συμφωνία με την προσέγγιση στη Γρουτίδης ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, η απόφαση της ΕΔΥ δεν περιορίστηκε στην αναφορά πως δόθηκε στο προσόν της αιτήτριας η ανάλογη βαρύτητα χωρίς τίποτε άλλο. Η γραπτή αγόρευση για το ΕΜ 5 είναι πανομοιότυπη με αυτή για το ΕΜ 3 με τη διαφορά ότι το ΕΜ 5 διαθέτει εκτός από μεταπτυχιακό τίτλο, δύο διπλώματα. Ο δικηγόρος του ΕΜ 4 υιοθετεί τη γραπτή αγόρευση των καθ' ων η αίτηση, επισημαίνοντας πως καθ' όσον αφορά τα προσόντα, και ο ίδιος διαθέτει μεταπτυχιακό με αποτέλεσμα η αιτήτρια να μην τεκμηριώνει ουσιαστική υπεροχή έναντί του στο ζήτημα αυτό. Με παραπομπή σε σχετική νομολογία εισηγείται πως η αξιολόγησή του κατά το 2009 σε ένα από τα οκτώ σημεία με Πολύ Ικανοποιητικά δεν μεταβάλλει τη γενική του βαθμολογική εικόνα ως εξαίρετου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδοθεί υπεροχή στην αιτήτρια σε αξία (Φραγκουλίδου ν. Χριστοδούλου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2011)3 ΑΑΔ 85 και Αττά κ.α. ν. ΕΔΥ
(2012)3 ΑΑΔ 8). Ως εκ τούτου, κατά την εισήγηση, η υπεροχή του ΕΜ σε αρχαιότητα ήταν καθοριστική. Οι δικηγόροι των ΕΜ 3 και 5 σε σχέση με το ζήτημα της λήψης υπόψη δύο φορές του ιδίου προσόντος της αιτήτριας, δηλαδή του διπλώματος Πολιτικής Μηχανικής το οποίο θεωρήθηκε από το ΚΥΣΑΤΣ και ως μεταπτυχιακό δίπλωμα επιπέδου Master, διευκρινίζουν πως στη βάση της Γρουτίδης, ανωτέρω, το εν λόγω προσόν έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για να ικανοποιήσει προαπαιτούμενο του σχεδίου υπηρεσίας οπότε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και ως περαιτέρω μεταπτυχιακό. Θεωρούν ότι η Γρουτίδης έχει αποκλίνει από τη Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(2001)3Β ΑΑΔ 787 επί της οποίας έχει βασιστεί η Ρούσου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 33/10, ημερ. 17.10.2014, ECLI:CY:AD:2014:C796 στην οποία παραπέμπει ο δικηγόρος της αιτήτριας. Η κατάληξη Παρατηρώ πως η Ολομέλεια στη Γρουτίδης έκρινε ότι η περίπτωση διαφοροποιείτο από την Πογιατζή καθότι στην Πογιατζή και οι δύο υποψήφιοι ικανοποιούσαν ένα απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόν που απαιτούσε ιδιότητες και ικανότητες, πλην όμως, ο επιλεγείς υποψήφιος είχε υψηλότερη βαθμολογημένη αξιολόγηση στο στοιχείο εκείνο, γεγονός που μπορούσε να ληφθεί περαιτέρω υπόψη υπέρ του. Ενώ, στη Γρουτίδης, το μεν διδακτορικό του αιτητή αξιοποιήθηκε για σκοπούς πλήρωσης απαραίτητης προϋπόθεσης του Σχεδίου Υπηρεσίας, ενώ το μεταπτυχιακό του ΕΜ ήταν πρόσθετο του απαιτούμενου που δεν θεωρείτο από το Σχέδιο Υπηρεσίας ως πρόσθετο και απλά του δόθηκε η δέουσα βαρύτητα, κάτι που δεν μπορούσε να συμβεί με το προσόν του αιτητή. Στη δε Ρούσου, κρίθηκε πως εκείνο το οποίο απαγορεύεται είναι η μετατροπή προσόντος από βασικό προσόν σε πλεονέκτημα και η χρησιμοποίηση του ίδιου προσόντος στην ίδια έκταση δύο φορές. Διευκρινίστηκε δε πως όταν πρόκειται για εξέταση του ίδιου προσόντος για σκοπούς προαγωγής ενδέχεται το προσόν να αποκτά τη δική του δυναμική ανάλογα με τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας. Συνεπώς, δεν φαίνεται η Γρουτίδης να έχει αποκλίνει από την Πογιατζή επί της οποίας έχει βασισθεί η Ρούσου ώστε να γεννάται και ζήτημα ευθυγράμμισης της Ρούσου με τη Γρουτίδης και εν τέλει δεσμευτικότητάς της ή μη, ως είναι η εισήγηση του δικηγόρου των ΕΜ 3 και 5. Πρόκειται μεν περί ενός καταληκτικού τίτλου (βλ. Μηλιού ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1760/09, ημερ. 4.7.2012, Βραχίμης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 369/10, ημερ. 25.11.2013 και Κοκκινόφτα κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1262/12, ημερ. 4.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:D242), χωρίς ενδιάμεσο που όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως με κανονιστική αναγνώριση (ΚΔΠ 594/2003) πρέπει να αντικρίζεται και ως πρώτο πτυχίο και ως μεταπτυχιακό, «ταυτόχρονα», και όχι διαζευκτικά ή και ο ένας μόνο τίτλος. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Καν.3
(4)των περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών (Τροποποιητικοί) Κανονισμών του 2003, (ΚΔΠ 594/03):- «
(4)Για τη χορήγηση ισοτιμίας και ισοτιμίας και αντιστοιχίας πρώτου καταληκτικού τίτλου μπορεί να γίνει προσθετική συνεκτίμηση διαφορετικών τίτλων σπουδών: Νοείται ότι κάτοχοι τίτλων σπουδών που εκδίδονται από αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, τα οποία λειτουργούν - (ι) σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε (ιι) σε χώρες με τις οποίες η Κυπριακή Δημοκρατία συνδέεται με διμερή συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης τίτλων σπουδών, και τα οποία χορηγούν τίτλους δευτέρου επιπέδου, χωρίς ενδιάμεσο πρώτο καταληκτικό τίτλο, μπορούν να τύχουν και αναγνώρισης του τίτλου τους ως ισότιμου ή ισότιμου και αντίστοιχου "πτυχίου" σε συγκεκριμένη ειδικότητα και ταυτόχρονα ως "μεταπτυχιακού διπλώματος επιπέδου MASTER"». Παρατηρώ πως η πιο πάνω νομολογία, όπως και η συναφής απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στη Μάρκος Μάρκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 937/12, ημερ. 29.7.2014, δεν εκδόθηκαν υπό το φως της ανωτέρω Κανονιστικής Πράξης. Τα ΕΜ δεν επιχειρούν να πλήξουν είτε τη νομιμότητα της τέτοιας αναγνώρισης από το ΚΥΣΑΤΣ είτε την αρμοδιότητα του οργάνου το οποίο βρίσκεται στην καταλληλότερη θέση, αφού εξετάσει τα πρέποντα, να προβεί στην ανάλογη αναγνώριση. Εν προκειμένω, η απουσία ενδιάμεσου πρώτου καταληκτικού τίτλου δεν θα έπρεπε να επηρεάζει αρνητικά την αιτήτρια ή να διαφοροποιεί το επίπεδο του διπλώματος συγκρινόμενο με σπουδές οι οποίες οδηγούν σε πρώτο καταληκτικό τίτλο και μετά σε μεταπτυχιακό. Το αρμόδιο όργανο έκρινε πως ακόμα και στην απουσία ενδιάμεσου τίτλου, το προσόν είναι ισότιμο όχι μόνο με πτυχίο αλλά και μεταπτυχιακό, εννοείται σωρευτικά. Συνεπώς, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για την κλασική περίπτωση όπου ο ίδιος τίτλος χρησιμοποιήθηκε ήδη και πρόκειται να ξαναχρησιμοποιηθεί στην ίδια έκταση, ως είναι η νομολογία στην οποία εδράζουν το επιχείρημά τους τα ΕΜ. Πρόκειται περί ιδιάζουσας περίπτωσης όπου τίτλος λόγω του περιεχομένου του αλλά και ενόψει της αναγνώρισης ως τέτοιου από τη χώρα η οποία τον χορηγεί, αναγνωρίζεται από το αρμόδιο όργανο ουσιαστικά ως διπλός χωρίς να υστερεί οτιδήποτε από αντίστοιχες σπουδές οι οποίες οδηγούν πρώτα σε ενδιάμεσο τίτλο. Έχοντας αυτά υπόψη, θεωρώ ότι η αιτήτρια πράγματι κατέχει και τρίτο μεταπτυχιακό. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της αιτήτριας πως η αρχαιότητα των ΕΜ δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη καθότι πρόκειται για θέσεις ψηλά στην ιεραρχία αλλά και εφόσον οι υποψήφιοι δεν ήταν ίσοι μεταξύ τους ενόψει της υπεροχής της αιτήτριας σε προσόντα, παρατηρώ πως η θέση δεν ευσταθεί. Τα μεταπτυχιακά προσόντα της αιτήτριας στα οποία υπερέχει έναντι των ΕΜ, κάποιων ΕΜ μάλιστα περισσότερο από άλλων, είναι μη απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας. Ως τέτοια, είναι οριακή η σημασία που μπορεί να τους αποδοθεί (Πούρος κ.α. ν. Χ''Στεφάνου κ.α.
(2001)3Α ΑΑΔ 374), όχι βεβαίως εντελώς οριακή σαν να ήταν άσχετα με τα ζητούμενα για την επίδικη θέση αλλά και όχι τέτοια ώστε να μεταβάλλουν ουσιαστικά τα δεδομένα τα οποία αντιπαραβάλλονται με την αρχαιότητα. Η νομολογία θέλει την αρχαιότητα να λαμβάνεται υπόψη όταν τα άλλα δύο κριτήρια είναι «ίσα ή περίπου ίσα» (Δημοκρατία ν. Χρίστου
(1991)3 ΑΑΔ 56, Δημοκρατία ν. Φέσσα
(2009)3 ΑΑΔ 141), όπως, κατά την κρίση μου, είναι η περίπτωση εδώ. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως πείρα στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση προσθέτει στην αξία του υποψηφίου (βλ. Μεστάνας ν. Δημοκρατίας
(2001)3A ΑΑΔ 213), εν προκειμένω των ΕΜ και η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει την επιχειρούμενη πλάνη είτε στη σύσταση του Διευθυντή είτε στην τελική απόφαση της ΕΔΥ. Ούτε συναφώς και η απαιτούμενη έκδηλη υπεροχή έχει διαφανεί, έστω και αν η αιτήτρια δεν επικαλείται τέτοια υπεροχή. Η πιο πάνω κατάληξη συνδέεται με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ο Διευθυντής και η ΕΔΥ δεν έδωσαν συγκεκριμένη βαρύτητα στα πρόσθετα προσόντα της αιτήτριας και των άλλων υποψηφίων εφόσον αορίστως αναφέρεται από την ΕΔΥ πως έδωσε την «ανάλογη βαρύτητα» στα μη απαιτούμενα προσόντα όλων των υποψηφίων ενώ από τον Διευθυντή ούτε καν αυτό δεν αναφέρεται στη σύστασή του. Κατ' αρχάς, παρατηρώ πως τα προσόντα των υποψηφίων συνοψίζονταν στον σχετικό πίνακα και βεβαίως τόσο τα προσόντα της αιτήτριας όσο και των ΕΜ κρίθηκαν από τον Διευθυντή και την ΕΔΥ ως σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης. Η νομολογία ορίζει πόση βαρύτητα μπορεί να αποδίδεται σε μη απαιτούμενα προσόντα, όπως καταγράφηκε πιο πάνω (Πούρος κ.α. ν. Χ''Στεφάνου κ.α.), αυτή είναι οριακή με αποτέλεσμα, ακόμη και το ενδεχόμενο πλάνης να υπήρξε, η πλάνη να μην είναι ουσιαστική ώστε να είναι δυνατόν να ανατρέψει την επίδικη απόφαση. Περαιτέρω, δεν συμμερίζομαι την εισήγηση της αιτήτριας πως η υπεροχή της έναντι του ΕΜ 4 κατά 1 Εξαίρετος στο σύνολο της πενταετίας των αξιολογήσεων οι οποίες λήφθηκαν υπόψη κατά την προαγωγική διαδικασία, φανερώνει εν γένει υπεροχή της σε αξία (Βασιλειάδης κ.α. ν. Τσιάππα κ.α.
(2005)3 ΑΑΔ 403). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει. Προσφυγή αρ. 1037/12 Ο αιτητής υποστηρίζει κατ' αρχήν ότι διαθέτει έκδηλη υπεροχή σε προσόντα έναντι των ΕΜ 1 και 2 ενόψει του πτυχίου και μεταπτυχιακού του που διαθέτει πέραν του Διπλώματος ΑΤΙ. Αντιθέτως, το ΕΜ 1 διαθέτει μόνο Δίπλωμα του ΑΤΙ ενώ το ΕΜ 2 διαθέτει Δίπλωμα Δόκιμου Αξιωματικού Ασυρμάτου από Ανώτερη Δημόσια Σχολή Εμπορικού Ναυτικού και Δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή Β΄ Τάξης, του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Συνεπώς, κατά τον αιτητή, τόσο η σύσταση όσο και η απόφαση της ΕΔΥ δόθηκαν υπό πλάνη. Ο αιτητής ακολούθως ισχυρίζεται πως η δράση της ΕΔΥ ήταν αντιφατική σε δύο διαδικασίες προαγωγών για την ίδια ακριβώς θέση εφόσον στη μία περίπτωση δόθηκε σημασία στα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα ενώ στην άλλη δόθηκε σημασία στην αρχαιότητα παρακάμπτοντας οποιαδήποτε αναφορά σε προσόντα. Από την άλλη, το ΕΜ 2 παρατηρεί πως ο αιτητής, σε αντίθεση με τον ίδιο, δεν διέθετε σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο το απαιτούμενο από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης «Πτυχίο Ελεγκτή Εναέριας Κυκλοφορίας μετά Πιστοποιητικών Ισχύος .» με αποτέλεσμα το ΕΜ 2 να υπερέχει έναντι του αιτητή σε προσόντα. Σε αυτό το τελευταίο, η ευπαίδευτη δικηγόρος του αιτητή επισημαίνει πως «η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί διότι . η μόνη θέση που μπορεί να εκφράσει το ΕΜ σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να υποστηρίξει την απόφαση της ΕΔΥ». Η κατάληξη Αρχή θα γίνει από τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό. Παρατηρείται πως παρά το ότι το ζήτημα δεν ηγέρθη ως ανωτέρω προβάλλεται, δηλαδή ως «προδικαστική ένσταση» η οποία εδράζεται στην αμφισβήτηση του εννόμου συμφέροντος του αιτητή να στρέφεται εναντίον της προαγωγής του ΕΜ 2, αλλά ως υπεροχή του ΕΜ 2 έναντι του αιτητή σε προσόντα, εν τούτοις θεωρώ ορθή την επισήμανση της ευπαίδευτης δικηγόρου του αιτητή πως το ΕΜ δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον της νομιμότητας της απόφασης της ΕΔΥ την οποία τάχθηκε να υπερασπίσει. Απόλυτα συναφής είναι η απόφαση της Ολομέλειας στην Λαμπρατσιώτη ν. Ανδρέου κ.α.
(2013)3 ΑΑΔ 202, την οποία η δικηγόρος του αιτητή ευστόχως επικαλείται προς αντίκρουση του ισχυρισμού. Συνεπώς, η πιο πάνω θέση απορρίπτεται. Αναφορικά με τον επόμενο ισχυρισμό, παρατηρώ πως η νομολογία (βλ. Πούρος κ.α. ν. Χ''Στεφάνου κ.α., ανωτέρω) δεν επιτρέπει απόδοση αξίας σε μη απαιτούμενα προσόντα, ως η εισηγούμενη. Δηλαδή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδίδουν έκδηλη υπεροχή στον κάτοχό τους. Αντιθέτως, έχουν οριακή σημασία αλλά όχι εντελώς οριακή ως τα προσόντα αυτά να ήταν άσχετα με τα καθήκοντα της θέσης. Εάν θεωρείτο πως μη απαιτούμενα προσόντα προσδίδουν έκδηλη υπεροχή στον κάτοχό τους τότε τι θα έπρεπε να θεωρείτο ότι προσδίδουν τα προβλεπόμενα από σχέδιο υπηρεσίας ως πλεονέκτημα; Ως εκ τούτου, θεωρώ πως αποδόθηκε στα μη απαιτούμενα προσόντα του αιτητή η κατάλληλη βαρύτητα. Περαιτέρω, η αρχαιότητα των ΕΜ αποκτά αυξημένη σημασία εφόσον αφορά στην αμέσως προηγούμενη της επίδικης θέση με τη συνεπαγόμενη πείρα να προσθέτει στην αξία τους. Συνεπώς, έχουμε από τη μια την υπεροχή των ΕΜ σε αρχαιότητα και εν τέλει σε αξία, και από την άλλη την οριακή υπεροχή του αιτητή έναντι των ΕΜ σε μη απαιτούμενα προσόντα. Η νομολογία θέλει την αρχαιότητα να λαμβάνεται υπόψη όταν τα άλλα δύο κριτήρια είναι «ίσα ή περίπου ίσα» (Δημοκρατία ν. Χρίστου
(1991)3 ΑΑΔ 56 και Δημοκρατία ν. Φέσσα
(2009)3 ΑΑΔ 141), όπως, κατά την κρίση μου, είναι η περίπτωση εδώ. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, θεωρώ πως δεν υπήρξε πλάνη στη σύσταση του Διευθυντή υπέρ των ΕΜ 1 και 2 ούτε και στην τελική επιλογή της ΕΔΥ. Τέλος, έχω τη γνώμη πως, η κάθε περίπτωση η οποία βρίσκεται ενώπιον της ΕΔΥ έχει τα δικά της δεδομένα. Η ΕΔΥ έχει διακριτική εξουσία να επιλέξει τους καταλληλότερους υποψηφίους στη βάση των νομοθετημένων κριτηρίων. Δεν είναι επιτρεπτό για την ΕΔΥ να δώσει ως αιτιολογία για απόφασή της την προσήλωσή της σε αιτιολογία προηγούμενης απόφασής της. Αυτό θα προσέκρουε στα νομολογηθέντα στην Πολυξένη Γρηγορίου (Μιχαηλίδου) ν. Δημοκρατίας
(2007)3 ΑΑΔ 275, την οποία η ευπαίδευτη δικηγόρος του ΕΜ 1 ευστόχως επικαλείται, σύμφωνα με την οποία:- «. δεν θα ήταν νοητό να προκαθοριστεί, ως εάν να ήταν θέμα νόμου, ορισμένη βαρύτητα οποιουδήποτε στοιχείου κρίσης, απαρεγκλίτως. Υπό το δεδομένο ότι αυτά είναι νόμιμα στοιχεία κρίσης, συναπτόμενα προς τα κριτήρια που καθορίζει ο νόμος, κατ' ανάγκη η βαρύτητά τους συναρτάται προς τους ιδιαίτερους συσχετισμούς που η κάθε περίπτωση δικαιολογεί». Η επικαλούμενη από τον αιτητή Κουρσάρος ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1999)3 ΑΑΔ 345 διαφοροποιείται από την παρούσα καθότι εκεί είχαν εκδοθεί από το ίδιο διοικητικό όργανο δύο διαφορετικές αποφάσεις σε σχέση με τη γενική εντύπωση από την προφορική εξέταση των ιδίων υποψηφίων στα πλαίσια μίας διαδικασίας. Οπότε και κρίθηκε πως η αλλαγή πορείας έπρεπε να αιτιολογηθεί. Κάτι σαφώς πολύ διαφορετικό από τα όσα εδώ επιχειρούνται να υποστηριχθούν. Παρομοίως διαφοροποιείται και η αναφερόμενη από τον αιτητή Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 894/99, ημερ. 18.5.2000 στην οποία η διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας προέβη στη διαφορετική ερμηνεία δύο όμοιων σχεδίων υπηρεσίας στα πλαίσια δύο διαφορετικών διαδικασιών, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της καλής πίστεως. Είναι εύκολα αντιληπτό, όμως, ότι εδώ δεν έχουμε το σταθερό και αντικειμενικό του σχεδίου υπηρεσίας και της ερμηνείας του αλλά υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες, απτόμενοι προς τα υποκειμενικά δεδομένα του κάθε υποψηφίου, η εξέταση των οποίων απαιτεί περαιτέρω ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η ΕΔΥ όφειλε να δώσει ειδική αιτιολογία για την «αλλαγή» στη στάση της. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται δυνάμει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος και οι προσφυγές απορρίπτονται με €1.000 έξοδα εναντίον του κάθε αιτητή. (Υπ.) Γ. Ερωτοκρίτου, Δ. /ΕΠσ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.