ΗΟΟΜΑΝ & ΜΑΗΙΑΒ ΚΗΑΝΒΑΒΑΙΕ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ κ.α., ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1721/2011, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:AD:2016:D320 ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ (ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 1721/2011) 30 Ιουνίου, 2016 [Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TA ΑΡΘΡΑ 28, 29 KAI 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΟΟΜΑΝ & ΜΑΗΙΑΒ ΚΗΑΝΒΑΒΑΙΕ, Αιτητής, -ΚΑΙ- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ
- ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ,
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ,
- ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Καθ' ων η αίτηση. ---------------------- Μιχάλης Παρασκευάς, για τον Αιτητή. Ελίτα Γαβριήλ (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ---------------------- A Π Ο Φ Α Σ Η Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.:- Η παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Ασύλου ημερομηνίας 27.10.2011, με την οποία απορρίφθηκε διοικητική προσφυγή που ασκήθηκε από τους αιτητές κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση τους για πολιτικό άσυλο. Οι αιτητές είναι Ιρανοί υπήκοοι και σύζυγοι. Ο αιτητής αφίχθηκε για πρώτη φορά στη Δημοκρατία μέσω του αεροδρομίου Λάρνακας ως τουρίστας με δικαίωμα παραμονής μέχρι τις 18.10.2000 και η σύζυγος του στις 11.10.2000 επίσης από το αεροδρόμιο Λάρνακας, με δικαίωμα παραμονής μέχρι 25.10.
- Όταν εξέπνευσε η ισχύς των αδειών παραμονής τους, οι αλλοδαποί δεν αναχώρησαν από τη Δημοκρατία και το Νοέμβριο του 2000, υπέβαλαν αίτηση ασύλου στην Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (ΥΠΑΗΕ). Εν αναμονή της εξέτασης της αίτησης τους εξασφάλιζαν άδεια παραμονής ως επισκέπτες διαδοχικά από 1.12.2000 μέχρι 13.5.
- Η ΥΠΑΗΕ απέρριψε την αίτηση τους στις 14.12.2001, καθώς και σχετικό αίτημα για επανεξέταση και έκλεισε το φάκελο των αιτητών. Στις 18.1.2002 η αιτήτρια αναχώρησε με την κόρη της για το Ιράν, ενώ στις 29.1.2002 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση ανανέωσης της άδειας παραμονής του. Στις 4.3.2002 το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης ενημέρωσε τον αιτητή ότι η ισχύουσα άδεια του ακυρώθηκε και την ίδια ημέρα εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του άρθρου 6
(1)(κ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Επειδή δεν εντοπίστηκε ο αιτητής, τα στοιχεία του καταχωρηθήκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων. Στις 31.7.2002 αναχώρησε και ο ίδιος από την Κύπρο, λόγω ασθένειας της πεθεράς του. Σε άγνωστο χρόνο, οι αιτητές επανήλθαν μέσω των κατεχομένων και στις 18.3.2005, υπέβαλαν αίτηση ασύλου στην Υπηρεσία Ασύλου, μαζί με το έντυπο προσωπικών στοιχείων, καθώς και επιστολή ημερομηνίας 10.3.2005 του νομικού τους εκπροσώπου, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονταν τα ακόλουθα: «. πρώτη αναχώρησε η σύζυγος για το Ιράν και αργότερα την ακολούθησε ο κύριος ΑΥΝΕΗ, αφού είδη (sic) άρχισαν προβλήματα για την ίδια με τις αρχές της χώρας, που ήταν άσχετα μ΄ αυτά του συζύγου της. Συγκεκριμένα η κυρία ΗΟΟΜΑΝ ούσα λάτρης των παραδοσιακών χορών του Ιράν διοργάνωνε και παρέδιδε στο σπίτι της, μαθήματα χορού επ΄ αμοιβή, σίγουρα με πλήρη μυστικότητα αφού τέτοιες δραστηριότητες είναι αυστηρώς ποινικοποιημένες σύμφωνα με τον νόμο του ισλάμ. Το γεγονός κάποια στιγμή διέρρευσε, οπόταν σε έξοδό της η αστυνομία συλλαμβάνει την γυναίκα αυτή, για να της επιβληθεί στη συνέχεια η εξής ανήκουστη απάνθρωπη «παραδειγματική» ποινή για το «κακούργημα» στο οποίο παριέπεσε. Της σπάζουν τα οστά και των δύο χεριών της, στα σημεία μεταξύ του καρπού και του αγκώνα, σημάδια των οποίων υπάρχουν πολύ εμφανή μετά τα χειρουργεία που υπεβλήθη η γυναίκα. Ο λόγος για τον οποίο υπεβλήθη αυτή η ανήκουστη τιμωρία στη γυναίκα αυτή, είναι όπως μου εξηγεί, διότι κατά τη διάρκεια των χορών αυτών τα χέρια διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού ανασηκώνονται ψηλά και κάνουν κινήσεις οι οποίες κατά τον ισλαμικό νόμο είναι προκλητικές και άκρως αμαρτωλές.» Οι αιτητές κλήθηκαν σε συνέντευξη και τους ζητήθηκε να προσκομίσουν όλα τα σχετικά με το αίτημα τους έγγραφα. Η συνέντευξη διεξήχθη στις 10.4.2006 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και οι αιτητές προσκόμισαν πιστοποιητικό γέννησης της κόρης τους και αντίγραφο βεβαίωσης φοίτησης της σε σχολείο στη Λεμεσό. Ακολούθως, στις 2.4.2007, ειδοποιήθηκαν για να προσέλθουν σε δεύτερη προφορική συνέντευξη στις 8.5.
- Κατά την συνέντευξη αυτή, στην οποία τους παραχωρήθηκε δωρεάν βοήθεια διερμηνέα, ο αιτητής δεν ισχυρίστηκε προσωπική δίωξη στο Ιράν αλλά ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία στηριζόταν σε αυτό της συζύγου του. Με επιστολές της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 21.7.2008 και 23.11.2010, ζητήθηκε από την Μονάδα Αποκατάστασης Θυμάτων Βασανιστηρίων και το Υπουργείο Υγείας αντίστοιχα, η εξέταση της αιτήτριας από Ιατροσυμβούλιο, λόγω των ισχυρισμών της για κακοποίηση κατά την διάρκεια κράτησης της από τις Ιρανικές αρχές, αφού ισχυρίσθηκε ότι είχε κτυπηθεί στα χέρια με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά με θλάση χεριών. Επίσης ο αιτητής είχε αναφέρει ότι η αιτήτρια πάσχει από «υστερία», εξηγώντας ότι εννοούσε νευρικές κρίσεις. Στις 26.10.2010 ο νομικός σύμβουλος των αιτητών ενημέρωσε την Υπηρεσία Ασύλου ότι οι αιτητές το 2006 βαπτίστηκαν σε Ελληνορθόδοξη εκκλησία και ζήτησε την έκδοση απόφασης για το αίτημα ασύλου. Επίσης, με χειρόγραφη επιστολή ημερομηνίας 10.12.2010, η κόρη των αιτητών απευθύνθηκε στον αρμόδιο Υπουργό αναφέροντας την οικογενειακή της κατάσταση και το γεγονός ότι είναι Χριστιανοί. Το Ιατροσυμβούλιο κατά την εξέταση της αιτήτριας στις 3.2.2011, διαπίστωσε πολλές μετατραυματικές και μετεγχειρητικές ουλές, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποφανθεί κατά πόσο τα παραπάνω ευρήματα είναι επακόλουθα βασανιστηρίων. Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, κρίνοντας αρνητικά την αξιοπιστία της αιτήτριας, ετοίμασε απορριπτική εισήγηση-έκθεση ημερομηνίας 28.4.2011 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας και ο τελευταίος, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης στις 5.5.
- Η αιτιολογία της απόφασης, ως εμφαίνεται στη σχετική απορριπτική επιστολή που επιδόθηκε στους αιτητές στις 17.5.2011, έχει ως εξής: «Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάσατε αντιφάσεις σε σχέση με τις δύο ισχυριζόμενες συλλήψεις ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Περαιτέρω, παρουσιάσατε αντιφάσεις σε σχέση με τον χώρο τον οποίο ισχυριστήκατε ότι χρησιμοποιούσατε για γυμναστήριο. Επιπρόσθετα, παρουσιάσατε αντιφάσεις αναφορικά με τον χώρο τον οποίο οι αρχές επισκέπτονταν προς έλεγχο. Στην μια συνέντευξη ισχυριστήκατε ότι πρόκειται για το σπίτι σας, ενώ στην άλλη συνέντευξη ότι πρόκειται για το γυμναστήριο σας. Επίσης, το γεγονός ότι παραμείνατε για δύο χρόνια στην χώρα σας, μετά το περιστατικό, δεν καταδεικνύει ότι κινδυνεύατε. Περαιτέρω, το ιατροσυμβούλιο δεν έχει πιστοποιήσει ότι τα ευρήματα στο χώμα της αιτήτριας έχουν προκληθεί από βασανιστήρια.» Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν αναφέρθηκε στο γεγονός του εκχριστιανισμού των αιτητών, ούτε υποβλήθηκε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση στους αιτητές. Την ιδία ημέρα, 17.5.2011, οι αιτητές καταχώρισαν διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων προσκομίζοντας αντίγραφα εγγράφων (βεβαίωση φοίτησης της κόρης του ζευγαριού στο Δημοτικό Σχολείο Μαζωτού, πιστοποιητικά βάφτισης και των τριών μελών της οικογενείας το Σεπτέμβριο 2006 και πιστοποιητικό Ορθόδοξου γάμου των αιτητών, Ερυθρά 140-144 στο διοικητικό φάκελο, Τεκμήριο Ι). Η αίτηση υποστηρίχθηκε περαιτέρω μέσω της οργάνωσης Future World Center. Στις 26.10.2011 ετοιμάστηκε έκθεση από αρμόδιο λειτουργό προς την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, η οποία, μετά από μελέτη της έκθεσης και αφού την έλαβε υπόψη, εξέδωσε απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 27.10.
- Η απόφαση μαζί με την απορριπτική επιστολή εστάλησαν ταχυδρομικά στους αιτητές στις 8.11.
- Η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, εξέτασε το ενδεχόμενο επαναπατρισμού των αιτητών και έκρινε ότι δεν ετίθετο θέμα επαναπροώθησης τους. Συνεπώς στις 2.12.2011 το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης απέστειλε επιστολή καλώντας τους αιτητές να αναχωρήσουν από την Δημοκρατία. Με την προσφυγή τους οι αιτητές ζητούν την ακόλουθη θεραπεία: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 27 Οκτωβρίου 2011 για την οποία ο Αιτητής έλαβε γνώση στις 15 Νοεμβρίου 2011 για απόρριψη της αίτησης για παραχώρησης ασύλου στην Κύπρο είναι αντισυνταγματική, άκυρη, παράνομη και στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 27/10/2011 για την οποία ο Αιτητής έλαβε γνώση την 15/11/2011 να κηρύξουν τον αιτητή παράνομο αλλοδαπό και της διαταγής απέλασης του λόγω της πράξης και/ή απόφασης των καθ΄ ων ως φαίνεται στο Α είναι αντισυνταγματική, άκυρη, παράνομη και στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 2/12/2011 με την οποία διατάσσεται ο αιτητής να εγκαταλείψει το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αμέσως είναι αντισυνταγματική, άκυρη, παράνομη και στερημένη οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. [.]» Οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται στις γραπτές αγορεύσεις του συνηγόρου των αιτητών μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
- Η χρονική διάρκεια της πρώτης συνέντευξης (9.30-12:00) στις 10.4.2006, και των δυο αιτητών, δεν ήταν αρκετός, όπως απαιτείται από το άρθρο 13, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ και δεν διασφαλίστηκε η ορθή διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 13Α του περί Προσφύγων Νόμου (εφεξής «ο Νόμος»). Επίσης, ισχυρίζεται ότι καμία από τις πρακτικές, τεχνικές και βασικές αρχές που περιλαμβάνονται στο Εγχειρίδιο Κατάρτισης της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες «Η συνέντευξη με τους Αιτούντες Αναγνώριση του Πρόσφυγα, 1995», ως κατευθυντήριες γραμμές δεν εφαρμόστηκαν στις συνεντεύξεις. Ούτε δόθηκε η ευκαιρία στους αιτητές να εξηγήσουν με σαφήνεια τους λόγους που αιτούνταν άσυλο. Στη δεύτερη συνέντευξη, επαναλήφθηκαν ερωτήσεις από τους αρμόδιους λειτουργούς, με σκοπό να κλονίσουν την αξιοπιστία των αιτητών. Αμφισβητείται και η ειδική εκπαίδευση του μεταφραστή που χρησιμοποιήθηκε για μετάφραση από τα Φαρσί στα Αγγλικά.
- Παραβίαση των άρθρων 17 και 18 του Νόμου ως προς τα κριτήρια και τα στοιχεία που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να συνεκτιμούνται κατά την αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας, μεταξύ άλλων: τα έγγραφα και δηλώσεις που υπέβαλε ο αιτητής, ιδιαίτερα αναφορικά με το αν είχε υποστεί ή ενδέχετο να υποστεί δίωξη, οι νόμοι της χώρας καταγωγής του, το προσωπικό ιστορικό και οι περιστάσεις του, οι οποίες ισοδυναμούν με έκθεση σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
- Στο πλαίσιο των προηγούμενων λόγων για διαδικαστικές παραβάσεις, προβάλλεται επίσης ότι οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να εφαρμόσουν το άρθρο 18
(3)του Νόμου που απαιτεί εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο. Σημειώνονται περαιτέρω τα σημεία αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν με την εισήγηση-έκθεση, τα οποία, κατά τους αιτητές, λανθασμένα εκτιμήθηκαν ως σοβαρές αντιφάσεις. Ειδικότερα, οι αιτητές, επισημαίνοντας την παρέλευση μακρού χρόνου μεταξύ της πρώτης και δεύτερης συνέντευξης (10.4.2006 και 8.5.2007) και τη φυσική εξασθένηση της μνήμης της αιτήτριας, εισηγούνται ότι δικαιολογούνται οι όποιες αντιφάσεις, και πως δεν «υποσκάπτουν» την αξιοπιστία της και το κύριο γεγονός ότι η αιτήτρια χτυπήθηκε σοβαρά από τις Ιρανικές αρχές. Ούτε το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν μπορούσε να καθορίσει την συχνότητα των ελέγχων στο σπίτι της ή στο γυμναστήριο που βρισκόταν δίπλα στην οικία της, μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία της.
- Η απόφαση των καθ' ων η αίτηση είναι αναιτιολόγητη, καθότι δεν αναφέρεται στην ενημερωτική επιστολή αν εξετάστηκε η αίτηση των αιτητών, ούτε οι λόγοι απόρριψης της.
- Η απόφαση είναι προϊόν μη δέουσας έρευνας, επειδή οι καθ' ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι οι αιτητές έχουν ανήλικη θυγατέρα, η οποία γεννήθηκε στην Κύπρο. Ούτε έλαβαν υπόψη τη βεβαίωση εγγραφής της θυγατέρας τους σε δημοτικό σχολείο της Κύπρου. Προβάλλεται επίσης ότι οι αιτητές έχουν ασπαστεί το Χριστιανισμό, γεγονός που αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης από τις ιρανικές αρχές.
- Ακόμη και αν κριθεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι αιτητές δεν συνιστούν λόγους αναγνώρισης τους ως πρόσφυγες, οι λόγοι αυτοί καταδεικνύουν σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη στην έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιούνται οι αιτητές στην παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο ή τουλάχιστον καθεστώς προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, γιατί έχουν παιδί που μεγάλωσε στην Κύπρο και γνωρίζει μόνο την κυπριακή κουλτούρα και τρόπο ζωής. Θεωρούν ότι η επάνοδος τους στο Ιράν που συνεπάγονται οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ισοδυναμεί με παραβίαση των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας προς εξασφάλιση του μεγίστου συμφέροντος του παιδιού, όπως αυτές προκύπτουν από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (άρθρα 3 και 8). Από την άλλη πλευρά, η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζει ότι οι λόγοι ακύρωσης προβλήθηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να ικανοποιείται το βάρος απόδειξης που επωμίζονται οι αιτητές. Παραπέμπει στη πάγια νομολογία της Πλήρους Ολομέλειας που αφορά στον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων και υπαγορεύει έλεγχο ακρών ορίων διακριτικής ευχέρειας και νομιμότητας από το Δικαστήριο, χωρίς να επεμβαίνει σε θέματα εκτίμησης γεγονότων. Υποστηρίζει ακόμη ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων δεν υποχρεούται η ίδια σε νέα έρευνα, εφόσον ο ρόλος της ανάγεται στον έλεγχο του κατά πόσο η έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν ορθή και πλήρης. Δεν τέθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο από τους αιτητές ως προς την παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων που διαλαμβάνονται στο Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και Κριτήρια για τον Προσδιορισμό της Ιδιότητας του Πρόσφυγα. Θεωρεί δε ότι η διοίκηση ακολούθησε την ορθή διαδικασία και η επίδικη απόφαση λήφθηκε μετά από δέουσα διερεύνηση όλου του σχετικού υλικού και ότι αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη. Για τους λόγους που αναλυτικά καταγράφονται ως προς τα σημεία αναξιοπιστίας των αιτητών και τις σοβαρές αντιφάσεις, οι αιτητές δεν τεκμηρίωσαν, κατά την εισήγηση της, το αίτημα τους για διεθνή προστασία. Το άρθρο 18
(3)του Νόμου προνοεί ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών με την αίτηση στοιχείων για τη χώρα καταγωγής κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, καθώς και των συναφών δηλώσεων και εγγράφων, που υπέβαλε ο αιτητής σχετικά με το εάν αυτός έχει ήδη ή ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι καθ' ων η αίτηση κατά την απόρριψη του αιτήματος ασύλου γνώριζαν ότι όλα τα μέλη της οικογένειας των αιτητών, είχαν βαπτισθεί Χριστιανοί από το
- Σχετική είναι η χειρόγραφη επιστολή της θυγατέρας των αιτητών (ερυθρό 92 στο Τεκμήριο 1) προς τον Υπουργό Εσωτερικών που λήφθηκε στις 10.12.2010, η επιστολή ημερομηνίας 26.10.2010 της Νομικού Σύμβουλου των Future World Centre (ερυθρό 84), που προηγήθηκαν της έκδοσης της απόφασης από την Υπηρεσία Ασύλου, αλλά και τα πιστοποιητικά βαφτίσεως των αιτητών (ερυθρά 141-144), που καταχωρήθηκαν μαζί με την διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων. Όπως οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται, τα πιο πάνω εκ παραδρομής δεν λήφθηκαν υπόψη κατά τη πρωτοβάθμια εξέταση. Σημειώνω επίσης, ότι δεν υποβλήθηκε στους αιτητής σε καμία από τις δυο συνεντεύξεις σχετική ερώτηση. Κατά την δευτεροβάθμια εξέταση ο εκχριστιανισμός τους και πάλι δεν εξετάστηκε ουσιαστικά, με την ακόλουθη αιτιολογία: «Το ζεύγος τόσο στην αίτηση (ερυθρό 11 και μετάφραση 9), όσο και στις δύο συνεντεύξεις του στις 10/04/2006 και 08/05/2007 δήλωσαν ότι είναι Μουσουλμάνοι (βλ. ερυθρά 20 3χ, 34 3χ, 56 3χ). Επιπλέον, ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι προτίθενται να αλλάξουν θρήσκευμα ή ότι υπάρχει ενδεχόμενο δίωξης για διαφορετικό λόγο από τον πυρήνα του αιτήματος τους. Το ζεύγος κλήθηκε σε συνέντευξη στις 08/05/2007, ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχυριζόμενης βάπτισής τους σύμφωνα με τον νομικό εκπρόσωπο, οπόταν είχαν κάθε ευκαιρία να αναφερθούν στο εν λόγω γεγονός, όμως δεν το έπραξαν. Ακόμη, καθ΄ όλη τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας εξέτασης του αιτήματός τους δεν προσκομίστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα ή πιστοποιητικά που να αφορούν στον εν λόγω ισχυρισμό του νομικού εκπροσώπου. Επομένως, ο ισχυρισμός περί εκχριστιανισμού, απουσία οποιωνδήποτε σχετικών ισχυρισμών από το ίδιο το ζεύγος ή αποδεικτικών στοιχείων, δεν χρήζει περαιτέρω εξέτασης.» Αδυνατώ να συμφωνήσω με τα πιο πάνω. Κατ΄ αρχάς, οι αιτητές ρωτήθηκαν για το θρήσκευμα τους μόνο στην πρώτη συνέντευξη, η οποία διεξήχθη πριν από τη βάφτιση τους, οπότε ορθά απάντησαν ότι ήταν Μουσουλμάνοι. Τα ερυθρά 34 και 56 (συνέντευξη ημερομηνίας 10.4.2006 και 8.5.2007 αντίστοιχα) είναι τα εισαγωγικά έντυπα της συνέντευξης, στα οποία δεν αποτυπώνονται απαντήσεις κατά την συνέντευξη αλλά τα τυπικά στοιχεία των αιτητών με βάση τις αιτήσεις ασύλου. Συνεπώς δεν διακρίνεται οποιαδήποτε ψευδή αναφορά των αιτητών ως προς το θρήσκευμα τους. Το ότι οι ίδιοι οι αιτητές δεν αναφέρθηκαν στο γεγονός της βάφτισης τους κατά την δεύτερη συνέντευξη, εφόσον τα σχετικά στοιχεία τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου πριν την έκδοση της απόφασης, αλλά και ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων τεκμηριωμένα ως λόγο διοικητικής προσφυγής, δεν αναιρεί την υποχρέωση των καθ' ων να εξετάσουν υπό το πρίσμα του άρθρου 18 του Νόμου και των προνοιών του Εγχειριδίου Κατάρτισης της Ύπατης Αρμοστείας ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «Η Συνέντευξη με τους Αιτούντες της Αναγνώρισης του Καθεστώτος του Πρόσφυγα», 1995[1] το σχετικό ισχυρισμό στα πλαίσια αξιολόγησης του κίνδυνου ενδεχόμενης δίωξης τους κατά την επιστροφή, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου[2]. Παρεχόταν, βέβαια, η δυνατότητα μιας συνέντευξης ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, προκειμένου να ερωτηθούν οι αιτητές για τον εκχριστιανισμό τους, εφόσον για πρώτη φορά θα εξετάζονταν για το συγκεκριμένο θέμα. Εδώ, θα πρέπει να υπογραμμιστεί επίσης ότι ενώ ο αιτητής διεθνούς προστασίας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, υπάρχει υποχρέωση στον εξεταστή της υπόθεσης του να τον διευκολύνει, μέσω των κατάλληλων ερωτήσεων, να αναφερθεί σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Όπως το Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών ορίζει: «
- Τα σχετικά στοιχεία της κάθε περίπτωσης πρέπει να προσκομίζονται κατά πρώτο λόγο από τον ίδιο τον αιτούντα. Στη συνέχεια εναπόκειται στο όργανο που είναι αρμόδιο για τον καθορισμό του καθεστώτος (εξεταστή) να εκτιμήσει την εγκυρότητα των αποδεικτικών μέσων και την αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτούντος.
- Σύμφωνα με γενική αρχή του δικαίου το βάρος απόδειξης φέρει το πρόσωπο που προβάλλει τη σχετική αξίωση. Συχνά πάντως ο αιτών ενδέχεται να μην έχει τη δυνατότητα να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με έγγραφα ή άλλου είδους αποδεικτικά μέσα, ενώ οι περιπτώσεις όπου ο αιτών μπορεί να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα για όλους τους ισχυρισμούς του είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας ... Έτσι, ενώ το βάρος της απόδειξης παραμένει κατ΄ αρχήν στον αιτούντα, το καθήκον της εξακρίβωσης και της αξιολόγησης όλων των σχετικών μοιράζεται ανάμεσα στον αιτούντα και τον εξεταστή. [..]
- Παρόλο που η πρώτη συνέντευξη θα έπρεπε κανονικά να επαρκεί για να φέρει στο φως την ιστορία του αιτούντος, είναι ενδεχόμενο να πρέπει ο εξεταστής να διευκρινίσει όποιες εμφανείς ανακολουθίες και να άρει όποιες αντιφάσεις σε μια επιπλέον συνέντευξη και, τέλος, να βρει μια εξήγηση για όποια παραποίηση ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Οι αναληθείς ισχυρισμοί καθαυτοί δεν συνιστούν λόγο για την άρνηση του καθεστώτος του πρόσφυγα και ανήκει στην ευθύνη του εξεταστή να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς ενόψει όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης.» Η αιτήτρια βάσισε το αίτημα της σε ισχυριζόμενη άσκηση βίας εναντίον της και σύλληψης της από τις ιρανικές αρχές λόγω της διεξαγωγής κοινών τάξεων χορού, αγοριών και κοριτσιών, σε γυμναστήριο, όπου μεταξύ άλλων μιλούσε για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ερυθρό 19) και τα δικαιώματα ισότιμης μεταχείρισης των γυναικών (ερυθρό 63, 61). Δήλωσε απροθυμία να επιστρέψει λόγω της αβεβαιότητας της για την κατάσταση στην χώρα της αλλά και του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν Νόμοι. Επίσης σε ερώτηση κατά την πρώτη συνέντευξη για τους λόγους που εγκατέλειψε την χώρα της, απάντησε ότι δεν μπορούσε να ζει εκεί λόγω της βίας και της έλλειψης ελευθερίας που βίωνε ως γυναίκα. Παρατηρώ επίσης ότι δεν προκύπτει από τον φάκελο να έγινε οποιαδήποτε έρευνα από τους αρμόδιους λειτουργούς για τη γενική κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Ιράν, ούτε προς την κατεύθυνση των δικαιωμάτων και πιθανών διώξεων των γυναικών. Στο «Κεφάλαιο 4: Συνέντευξη με Γυναίκες Πρόσφυγες» του Εγχειριδίου Κατάρτισης της Ύπατης Αρμοστείας ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, «Η συνέντευξη με τους Αιτούντες της Αναγνώρισης του καθεστώτος του Πρόσφυγα», 1995, τονίζεται (στη σελ. 30) η ανάγκη πληροφόρησης σχετικά με την χώρα προέλευσης από τον υπεύθυνο της συνέντευξης, που οφείλει να γνωρίζει τα γεγονότα που σηματοδοτούν την χώρα προέλευσης. «Η ενημέρωσή του αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει: · την θέση των γυναικών έναντι του νόμου, συμπεριλαμβανομένης της θέσης τους στο δικαστήριο, το δικαίωμα άσκησης προσφυγής και παρουσίασης αποδείξεων [..] · τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών .» Παρόλο ότι το εγχειρίδιο δεν υπέχει θέση δεσμευτικού νομικού εγγράφου, αποτελεί ένα πρακτικό και καθοδηγητικό εργαλείο, αφού υποδεικνύει τον τρόπο διεξαγωγής των συνεντεύξεων στο πλαίσιο εξέτασης αιτημάτων ασύλου. Αναφορικά με τον λόγο ακύρωσης που αφορά στην καταχρηστική εκτίμηση της αξιοπιστίας των αιτητών, πολλά από τα σημεία αναξιοπιστίας της αιτήτριας ιδωμένα στο σύνολο των απαντήσεων της και όχι αποσπασματικά, πεπλανημένα κρίθηκαν ότι πλήττουν τον πυρήνα του αιτήματος, αποστερώντας της το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Παρατίθενται στη συνέχεια σχετικά αποσπάσματα από την έκθεση της αρμοδίου λειτουργού, ημερομηνίας 26.10.2011, προς την Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων: «Ενώ κατά την πρώτη και δεύτερη συνέντευξη η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι την πρώτη φορά κατά την οποία συνελήφθη δεν της συνέβη οτιδήποτε και απλά την υποχρέωσαν να υπογράψει ότι θα σέβεται τους ισλαμικούς νόμους (ερυθρά 30 2χ & 65 3χ), στην αίτηση της για διεθνή προστασία ανέφερε ότι την πρώτη φορά βασανίστηκε και πληγώθηκαν τα δύο της χέρια με αποτέλεσμα να πάει στο νοσοκομείο (ερυθρό 19). Ερχόμενη ενώπιον της αντίφασης της, η προσφεύγουσα δεν απάντησε ικανοποιητικά λέγοντας ότι ήταν την δεύτερη φορά που κακοποιήθηκαν τα χέρια της. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι στην αίτηση της έγραψε τους ισχυρισμούς της περιληπτικά.» Η αίτηση των αιτητών για παραχώρηση ασύλου συμπληρώθηκε στις 18.3.2005, ενώ οι συνεντεύξεις έγιναν μετά παρέλευση ενός και πλέον χρόνου ήτοι στις 10.4.2006 και 8.5.2007 αντίστοιχα. Η περιγραφή των δυο περιστατικών σύλληψης και κράτησης αλλά και της άσκησης βίας εναντίον της αιτήτριας, τόσο στην πρώτη συνέντευξη όσο και στη δεύτερη, δεν περιέχουν οποιεσδήποτε αντιφάσεις και είναι αρκούντως αναλυτική. Επίσης στην αίτηση που είχε προηγηθεί, η αιτήτρια αναφέρεται και πάλι στα δυο περιστατικά, αντιστρέφοντας τα όμως χρονολογικά. Συνεπώς, θεωρώ ότι η «αντίφαση» ως προς τη χρονολογική σειρά δεν είναι τέτοια, ώστε να πλήττεται η αξιοπιστία της αιτήτριας ως προς τα αναφερόμενα περιστατικά δίωξης της αυτά καθ' αυτά. «Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι μετά το δεύτερο περιστατικό επισκέπτονταν το σπίτι της για έλεγχο μία φορά τον μήνα. Στην ερώτηση εάν για δύο χρόνια κάθε μήνα επισκέπτονταν το σπίτι της, άλλαξε την πρώτη τοποθέτηση λέγοντας ότι ίσως δεν ήταν κάθε μήνα, αλλά κάθε λίγο. Ερωτηθείσα πότε ήταν η τελευταία φορά που την επισκέφθηκαν, απάντησε ότι ήταν 3-4 μήνες πριν από την αναχώρησή της. Όταν της επισημάνθηκε ότι εφόσον βάσει των ισχυρισμών της διαφαίνεται ότι σταμάτησαν να την ενοχλούν, γιατί αναχώρησε από τη χώρα, απάντησε μη ικανοποιητικά λέγοντας ότι ενδεχομένως να την είχαν επισκεφτεί και να μην ήταν στο σπίτι.» Η αιτήτρια τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη συνέντευξη (αρχικά) απάντησε ότι μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο οι ιρανικές αρχές έρχονταν για έλεγχο και τους απειλούσαν «ξανά και ξανά», «κάθε μήνα». Σε διευκρινιστική ερώτηση αν έρχονταν κάθε μήνα για δυο χρόνια, η αιτήτρια διόρθωσε ότι «ίσως όχι κάθε μήνα αλλά κάθε μια κάθε τόσο» (Maybe not every month. Every once in a while). Επίσης ανέφερε ότι τελευταία φορά ήταν 3-4 μήνες πριν την αναχώρηση της και ότι ίσως την επισκέφτηκαν αλλά έλειπε από το σπίτι, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι πήγαινε από το σπίτι των γονιών της στο σπίτι των πεθερικών της, το οποίο ήταν σε άλλη πόλη. Επιπλέον, σε υπόδειξη του εξεταστή, απάντησε ότι έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε και θα έπρεπε να είχε ρωτηθεί τότε. Κατά την άποψη μου, εκείνα που οι καθ΄ ων η αίτηση χαρακτηρίζουν ως αντιφάσεις, ήταν στην ουσία διευκρινίσεις, οι οποίες δεν βλέπω για ποιο λόγο πλήττουν την αξιοπιστία της αιτήτριας. «Επίσης, η προσφεύγουσα βρέθηκε ενώπιον ισχυρισμού της στην πρώτη της συνέντευξης ότι κάθε μήνα έλεγχαν το γυμναστήριο που διατηρούσε (ερυθρό 29 9χ), χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά για έλεγχο στο σπίτι της. Ερωτηθείσα από το λειτουργό κατά την πρώτη συνέντευξη για ποιο λόγο έλεγχαν το γυμναστήριο εφόσον το είχε κλείσει, απάντησε αόριστα ότι το γυμναστήριο ήταν κοντά στο σπίτι της και ότι εξακολουθούσε να πληρώνει ενοίκιο, παρότι δεν εργαζόταν εκεί, με σκοπό να χρησιμοποιεί τον χώρο για οικογενειακά πάρτι (ερυθρό 29 9χ). Ωστόσο, κατά τη δεύτερη συνέντευξή της, η προσφεύγουσα αρνήθηκε τα όσα είχε πει κατά την πρώτη της συνέντευξη, ενώ τόνισε ότι δεν υπήρχε κάτι να ελέγξουν στο γυμναστήριο και ως εκ τούτου έλεγχαν το σπίτι της. Αφού της διαβάστηκαν ακριβώς οι εν λόγω ισχυρισμοί της στην πρώτη της συνέντευξη, απάντησε μη ικανοποιητικά λέγοντας ότι δεν τα είπε, αλλά ίσως αυτό να έγινε αντιληπτό από το λειτουργό.» Ο αιτητής είχε αναφέρει ότι έλεγχαν το γυμναστήριο αν παρέμενε κλειστό. Όπως ισχυρίστηκε και η αιτήτρια, δεν υπήρχε τίποτα να ελέγξουν στο γυμναστήριο για το οποίο δεν είχε άδεια και ήταν κλειστό και έτσι πήγαιναν στο σπίτι της για έλεγχο. Εξήγησε δε ότι το γυμναστήριο ήταν δίπλα στο σπίτι της και εξακολουθούσε να πληρώνει το νοίκι για το γυμναστήριο παρά το ότι ήταν κλειστό. Ούτε οι πιο πάνω επισημάνσεις μπορούσαν να αξιολογηθούν ως σημαντική αντίφαση που αναιρούσε το γεγονός του ελέγχου των αιτητών, δεδομένης μάλιστα της άμεσης γειτνίασης της οικίας τους με το γυμναστήριο. Γενικά το περιεχόμενο των δυο συνεντεύξεων δεν ήταν τόσο διαφορετικό μεταξύ τους ώστε να προκύπτει θέμα που να ανάγεται σε μείζον σημείο αναξιοπιστίας. Σημειώνω, επιπρόσθετα, ότι παρά τη διαπίστωση, μέσω ιατρικών εξετάσεων, ότι στην αιτήτρια υπήρχαν σημάδια σωματικής βλάβης, και μάλιστα μετεγχειρητικά, οι καθ΄ ων η αίτηση δεν επέμειναν στην διερεύνηση, όπως όφειλαν, κατά πόσο αυτά συνδέονταν με βασανιστήρια από τις διωκτικές αρχές, όπως ισχυριζόταν η αιτήτρια, επικαλούμενοι την αδυναμία του Ιατροσυμβουλίου να αποφανθεί κατά πόσο τα όσα εντόπισε ήταν επακόλουθα βασανιστηρίων. Τέλος, οι καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 19Α
(1)του Νόμου 6(Ι)/2000, καθεστώς προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, παραχωρείται μόνο σε αιτητές οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες και δεν τους αναγνωρίζεται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τα κριτήρια για την παραχώρηση του εν λόγω καθεστώτος, παρατίθενται στο εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου, του οποίου οι πρόνοιες έχουν ως εξής: «
(2)Καθεστώς προσωρινής διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους δύναται να παραχωρηθεί - (α) Για οποιουσδήποτε ανθρωπιστικούς λόγους, νοουμένου ότι οι λόγοι αυτοί δεν συνιστούν λόγους για τους οποίους δύναται να αναγνωριστεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, (β) όταν η απέλαση του αιτητή είναι εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων αδύνατη, ή (γ) όταν ο αιτητής έχει εύλογες πιθανότητες να του δοθεί θεώρηση διαβατηρίου από άλλη ασφαλή χώρα, η οποία είναι διατεθειμένη να εξετάσει το αίτημά του για άσυλο.» Οι αιτητές είχαν αποκτήσει ένα παιδί στην Κύπρο, στην οποία παρέμειναν ως αιτητές ασύλου από το 2005 έως το 2011, περιμένοντας την εξέταση της αίτησης τους. Σε αυτό το διάστημα το παιδί τους μεγάλωσε και φοιτούσε σε Δημοτικό Σχολείο στην Κύπρο. Με την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, ασφαλώς θα έπρεπε να διακόψει τη φοίτηση του και να διαρρήξει τους δεσμούς που είχε αποκτήσει μετά από την πάροδο τόσων ετών με την κυπριακή κουλτούρα και νοοτροπία. Σύμφωνα με τη νομολογία, η διακοπή φοίτησης τέκνου αποτελεί ανθρωπιστικό λόγο παραχώρησης προσωρινής διαμονής (Gargik Arevshatyan κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 1614/2007, ημερομηνίας 7.9.2009). Εδώ δεν δόθηκε ωστόσο οποιαδήποτε αιτιολογία, ούτε διακρίνεται στο ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό οποιοσδήποτε προβληματισμός από τους καθ' ων η αίτηση για το υπό αναφορά θέμα. Καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης, έλλειψης έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας, και, ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, εκτός εάν συμφωνηθούν μεταξύ των διαδίκων. Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ. /ΣΓεωργίου [1] «Είναι απαραίτητο η ιστορία του αιτούντα άσυλο να τεκμηριώνεται με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, περιλαμβάνοντας όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια. Ο υπεύθυνος της συνέντευξης υποχρεούται να παρέχει στον αιτούντα άσυλο την δυνατότητα να αναφερθεί σε όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής του ιστορίας και να υποβάλει τις ερωτήσεις με τρόπο ώστε να καλύπτονται όλες οι όψεις του αιτήματος ασύλου.» (σελ. 13) [2] Καθοδηγητική για τη διαπίστωση του βάσιμου φόβου είναι η παράγραφος 14 του Εγχειριδίου «Guidelines on International Protection: Religion-Based Refugee Claims under Article 1A
(2)of the 1951 Convention and/or the1967 Protocol relating to the Status of Refugees»: «14. Each claim requires examination on its merits on the basis of the individual?s situation. Relevant areas of enquiry include the individual profile and personal experiences of the claimant, his or her religious belief, identity and/or way of life, how important this is for the claimant, what effect the restrictions have on the individual, the nature of his or her role and activities within the religion, whether these activities have been or could be brought to the attention of the persecutor and whether they could result in treatment rising to the level of persecution. In this context, the well-founded fear "need not necessarily be based on the applicant?s own personal experience". What, for example, happened to the claimant?s friends and relatives, other members of the same religious group, that is to say to other similarly situated individuals, "may well show that his [or her] fear that sooner or later he [or she] also will become a victim of persecution is well-founded". Mere membership of a particular religious community will normally not be enough to substantiate a claim to refugee status. As the UNHCR Handbook notes, there may, however, be special circumstances where mere membership suffices, particularly when taking account of the overall political and religious situation in the country of origin, which may indicate a climate of genuine insecurity for the members of the religious community concerned.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο